Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1433 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Δεδικασμένο, Εξακολουθούν έγκλημα, Αναβολής αίτημα, Πλάνη πραγματική.




Περίληψη:
Απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας οφέλους - ζημίας, που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ. 1. Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 Α΄ ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, κατά το πρώτο σκέλος της, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως απαιτεί τέλεση κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας να υπερβαίνει το ποσόν των 5.000.000 δραχμών (ΑΠ 222/2008, 1074/2006). Είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 2. Επίσης αιτιολογείται επαρκώς, με παρεμπίπτουσα απόφαση η απόρριψη υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης για τρίτη φορά, για να προετοιμάσει την υπεράσπιση του ο παριστάμενος εξουσιοδοτηθείς συνήγορος της κατηγορουμένης, γιατί είχε επαρκή χρόνο τριών πλήρων ημερών. 3. Συρρέουν αληθώς η απάτη και η πλαστογραφία με σκοπό περιουσιακού οφέλους και δε συντρέχει δεδικασμένο από την αθώωση της κατηγορουμένης για κλοπή και πλαστογραφία των τραπεζικών επιταγών, που μέσω των οποίων έγινε η παραπλάνηση του πολιτικώς ενάγοντος που προεξόφλησε αυτές. 4. Ο περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμός της για απάτη κατηγορουμένης, για το λόγο ότι αγνοούσε ότι οι μεταβιβασθείσες και προεξοφληθείσες επιταγές ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες, δεν είναι αυτοτελής, αλλ' αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και το Δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και δη αιτιολογημένα, παρά ταύτα με ειδική και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1433/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράκγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μουζάκη, περί αναιρέσεως της 1143/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1493/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή), στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Κατά την παρ. 3 εδ. α του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικ. με το αρθ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν διαπράττεται κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Το έγκλημα της απάτης προϋποθέτει, την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη και το ανωτέρω έγκλημα, έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου.
Από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ακόμη, ότι στις περιπτώσεις που προσβάλλονται κατ' εξακολούθηση περιουσιακά έννομα αγαθά, κρίσιμο μέγεθος για τον προσδιορισμό της σχετικής αξίας (του οφέλους ή της ζημίας) ως ευτελούς, ιδιαίτερα μεγάλης, ανώτερης των 15.000 ευρώ κ.λ.π, είναι το άθροισμα του αντικειμένου του συνόλου των μερικότερων πράξεων. Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2721/1999 στο άρθρο 98 του ΠΚ προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά δε το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάση των οποίων το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1143/2008 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με την αναιρεσείουσα, φερόμενη ως δράσασα από κοινού με τον ήδη αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό της ΑΑ, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά την από 8.10.01 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ως ίδιο και αυτοτελής πραγματογνωμο-σύνης, ως ίδιο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (183 ΚΠΔ) και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο πολιτικώς ενάγων Ψ, ικανός και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας (έμπορος αυτοκινήτων), από το έτος 1981 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με του ήδη αποβιώσαντα κατηγορούμενο ΑΑ, με την θυγατέρα του οποίου σημειωτέον είχε συνάψει ερωτικό δεσμό και είχαν συστήσει το έτος 1995 και αφανή εταιρεία. Ο ΑΑ, έμπορος και αυτός, εγνωρίζετο με την επίσης έμπορο Χ -κατηγορουμένη- με την οποία είχε συνάψει ερωτική σχέση. Και οι δύο (ΑΑ και Χ) από το έτος 1997 είχαν περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση και μάλιστα ο ΑΑ ώφειλε ήδη χρήματα στον πολιτικώς ενάγοντα. Εν όψει της οικονομικής τους αυτής καταστάσεως οι ανωτέρω σκέφθηκαν και αποφάσισαν από κοινού ενεργούντες, να αποκομίσουν μεγάλα χρηματικά ποσά εξαπατώντας τον πολιτικώς ενάγοντα. Σε εκτέλεση του σχεδίου τους αυτού, από κοινού επρομηθεύτηκαν σωρεία επιταγών οι οποίες είχαν κλαπεί από τους κατόχους τους και ακολούθως είχαν πλαστογραφηθεί και τούτο το εγνώριζαν οι ανωτέρω και στη συνέχεια ο εξ αυτών ΑΑ εμφάνισε στον πολιτικώς ενάγοντα την άγνωστη έως τότε σε εκείνον κατηγορουμένη Χ, από κοινού δε και οι δύο δράστες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον μηνυτή Ψ ότι η κατηγορουμένη ήταν επιτυχημένη επιχειρηματίας, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και με μεγάλη ακίνητη περιουσία στην ..., και περαιτέρω ότι αυτή είχε συνεργασία συναλλαγές με μεγάλες και γνωστές εταιρείες (οικονομικά εύρωστες), όπως η Α.Ε. Ατλας Μπετόν, η ΕΠΕ Γκιώνης, η ΕΠΕ Ευρωπλάστ, η ... και σία Ε.Ε., η ΕΠΕ Ηφαιστος, η ΕΠΕ Ορμή, και πολλές άλλες εταιρείες, των οποίων είχε στη διάθεσή της πολλές επιταγές εκδόσεώς τους από εμπορικές συναλλαγές. Αυτά έλαβαν χώρα από τον Οκτώβριο του 1997 έως και τον Απρίλιο 1998, κατά το οποίο διάστημα οι ανωτέρω, πέραν των ως άνω ψευδών γεγονότων, ισχυρίστηκαν ψευδώς εν γνώσει τους, ότι η ως άνω κατηγορουμένη αντιμετώπιζε δήθεν προσωρινώς πρόβλημα οικονομικής ρευστότητας, και ζήτησαν για τον λόγο αυτό να προεξοφλήσει εκείνος τις διαλαμβανόμενες στο διατατικό της παρούσας κλεμμένης και πλαστογραφημένης επιταγές, όλες μεταχρονολογημένες. Οι ως άνω όμως ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και το γνώριζε η κατηγορουμένη, η αλήθεια δε ήταν ότι αυτή ήταν κατάχρεη και αντιμετώπιζε διαρκές οικονομικό πρόβλημα από το μοναδικό ακίνητό τους στην ... , αξίας 20.000.000 δρχ. περίπου, από το οποίο απαιτούσαν να ικανοποιηθούν άλλοι 15 δανειστές της των οποίων οι απαιτήσεις προηγούντο της απαιτήσεως του μηνυτή, οι δε επιταγές ήταν κλεμμένες και πλαστές, γεγονός το οποίο γνώριζε η κατηγορουμένη και ο ΑΑ, όχι όμως και ο παθών. Ετσι πεισθείς στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις ο πολιτικώς ενάγων δέχθηκε να προεξοφλήσει τις εν λόγω επιταγές, που η κατηγορουμένη του μεταβίβαζε με οπισθογράφηση, πράξη στην οποία δεν θα προέβαινε, εάν γνώριζε την αλήθεια. Οι επιταγές αυτές ήταν συνολικά 38 και είχαν εκδοθεί από αυτές οι 14 επί της Εθνικής Τράπεζας, οι 5 επί της Τράπεζας ALPHA, οι 2 επί της τράπεζας CITΙBANK, οι 2 επί της Τράπεζας Εργασίας, οι 3 επί της Τράπεζας Κρήτης, οι 2 επί της Τράπεζας AMERICAN EXPRESS, οι 3 επί της Εμπορικής Τράπεζας, οι 2 επί της ΧΙΟΣ BANK, οι 3 επί της Γενικής Τράπεζας, η 1 επί της Ιονικής Τράπεζας και η 1 επί της Τράπεζας Πειραιώς, όπως οι επιταγές αυτές προσδιορίζονται με λεπτομέρεια στο διατακτικό της παρούσας, ποσού κάθε μίας επιταγής από 1.000.000. δρχ. ως 3.150.000 δρχ. και συνολικού ποσού 69.845.000 δρχ. Ετσι η κατηγορουμένη, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 1997 έως τον Απρίλιο 1998 με τον προαναφερθέντα τρόπο μεταβίβασε τμηματικά με οπισθογράφηση στον πολιτικώς ενάγοντα τις επίμαχες επιταγές και έλαβε από αυτόν επίσης τηματικά, το συνολικό ποσόν των 60.845.000 δρχ. Όταν δε ο πολιτικώς ενάγων εμφάνισε στις ως άνω Τράπεζες τις επιταγές προς πληρωμή, πληροφορήθηκε ότι ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες και έτσι δεν εισέπραξε τα αντίστοιχα ποσά, με αποτέλεσμα από την ως άνω παράνομη συμπεριφορά της κατηγορουμένης, αυτή μεν να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 60.845.000 δρχ. (178.562 ευρώ), με αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος. Η τέλεση της παραπάνω πράξεως από την κατηγορουμένη προκύπτει και αποδεικνύεται από την προσήκουσα εκτίμηση του όλου ανωτέρω αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε και κυρίως από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι καταθέσεις των οποίων ενισχύονται και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κάτι διαφορετικό δεν προκύπτει από κάποιο από τα λοιπά στα πρακτικά μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Είναι δε άτομο η κατηγορουμένη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει (εμφανιζόμενη ως δήθεν επιτυχημένη επιχειρηματίας, κατάστρωσε σχέδιο εξαπατήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, προμηθευθείσα πλήθος κλεμμένων και πλαστογραφημένων επιταγών, εν γνώσει της), προκύπτει σκοπός της για πορισμό μονίμου και σταθερού εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Παρά δε τα αντίθετα που υποστηρίζει η κατηγορουμένη (βλ. απολογία της στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, όπου ρίχνει όλα τα "βάρη" στον ΑΑ), γνώριζε ότι οι επιταγές ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες, η "γνώση" της δε αυτή προκύπτει και αποδεικνύεται όχι μόνον από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά και από το γεγονός ότι από το σύνολο των 38 επιταγών που μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον πολιτικώς ενάγοντα, δεν βρέθηκε έστω μία που να μην ήταν προϊόν κλοπής και πλαστογραφίας, και βέβαια το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο, λαμβανομένου υπόψη ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισε από την ως άνω πράξη της ανήλθε στο εξαιρετικά μεγάλο ποσόν των 60.845.000 δραχμών. Εν όψει αυτών, ο αυτοτελής ισχυρισμός της περί πραγματικής πλάνης (νόμιμος κατ' άρθρο 30 ΠΚ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία. Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι η κατηγορουμένη κηρύχθηκε αθώα της αποδιδομένης σ' αυτήν κακουργηματικής κλοπής των ως άνω επιταγών με την εκκαλουμένη απόφαση, ενώ με την αμετάκλητη 1186/18-11-05 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των ΑΘΗΝΩΝ κηρύχθηκε επίσης αθώα της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, των εν λόγω επιταγών. Την τελευταία αυτή απόφαση επικαλούμενη η κατηγορουμένη διατείνεται ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώα της κακουργηματικής απάτης. Όμως μεταξύ των εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας (μετά χρήσεως ή όχι) υφίσταται αληθής συρροή και κανένα από τα εγκλήματα αυτά δεν απορροφάται από το άλλο, γιατί καθένα από αυτά είναι αυτοτελές και στοιχειοθετείται από διάφορα περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, τα οποία αποτελούσε στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαία μέσο ή συνέπεια της πλαστογραφίας (βλ. και ΑΠ 1819/97 ΠΧ 1998 607, ΑΠ 57/98 ΠΧ 1998 730, ΑΠ 238/2000 ΠΧ 2000 694. Δ. Σπινέλη, Ειδ. Ποιν.Δικ. (1985) άρθρο 386, σελ. 121-122, ΧΩΡΑΦΑ Ποιν. Δικ. Σελ. 411). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος η κατηγορουμένη της κακουργηματικής πράξης της απάτης, κατά συναυτουργία, ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας, άνω των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ), ανερχομένη σε 60.845.000 δρχ. (178.562 ευρώ), κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια, και κατεξακολούθηση, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι διαδοχικές επιζήμιες πράξεις του παθόντα είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης αυτού που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά της κατηγορουμένης, αφού κάθε φορά που αυτή εμφανιζόταν στον παθόντα, προκειμένου να τον πείσει να προεξοφλήσει τις, κλεμμένες και πλαστογραφημένες, όπως προαναφέρθηκε, επιταγές, επικαλείτο το όνομα του εκδότη αυτών ως μεγάλων και εύρωστων εταιρειών και επιχειρήσεων με μεγάλη οικονομική επιφάνεια (οι επιχειρήσεις αυτές ήταν πάνω από 15, με την μορφή των Α.Ε., Ε.Π.Ε., Ε.Ε.), όπως διαλαμβάνονται ειδικότερα στο διατακτικό, και πλανώμενος ο παθών κάθε φορά προέβαινε στην προεξόφληση αυτών (βλ. και κατάθεσή του). Αναγνωρίσθει δε στην κατηγορουμένη η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ που της αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως, απορριφθούν όμως οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' του ΠΚ, διότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά (ούτε και έγινε επίκληση τέτοιων περιστατικών) προηγούμενου έντιμου βίου, αναγομένου σε όλες τις μορφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, (ούτε δεσμεύεται το Δικαστήριο από την ύπαρξη του λευκού ποινικού της μητρώου), απεναντίας μάλιστα η βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε για πορισμό και μόνον εισοδήματος, δεν δικαιολογεί στην συγκεκριμένη περίπτωση την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, ενώ περαιτέρω το χρονικό διάστημα των δύο ετών που τυγχάνει ελεύθερη (από 16.4.06 έως 18.4.08) και κατά το οποίο συμπεριφέρθηκε καλά, δεν κρίνεται σχετικά μεγάλο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, για να της χορηγηθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε'ΠΚ". Ακολούθως, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, ένοχη κακουργηματικής απάτης, κατ'εξακολούθηση, από κοινού με το συγκατηγορούμενό της, ήδη αποβιώσαντα, ΑΑ, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος 178.562 ευρώ, ήτοι υπερβαίνον το ποσό των 15.000 ευρώ και στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης η αιτηθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ του ΠΚ, της επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω, σε βαθμό κακουργήματος, εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, στ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 2, 98 και 386 παρ. 1 β, 3 α του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και πρακτικά, της κατηγορουμένης εκπροσωπηθείσας δια συνηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της απάτης, με σκοπό αποκομίσεως παράνομου περιουσιακού οφέλους, με αντίστοιχη ζημία του πολιτικώς ενάγοντος, ύψους 178.562 ευρώ, από μεταβίβαση και προεξόφληση 38 τραπεζικών επιταγών τρίτων εκδοτών, που ήταν όμως εν γνώσει της κατηγορουμένης προϊόντα κλοπής και πλαστογραφίας και τις διέθετε και τις παρέδωσε η κατηγορουμένη, σαν γνήσιες και έγκυρες στον εγκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα, β) αναφέρεται ότι τα εγκλήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς και είναι αυτοτελή και ανεξάρτητα μεταξύ τους, η απάτη δεν απορροφάται από τη χρήση πλαστών εγγράφων (των άνω επιταγών), το δεδικασμένο για το ένα από αυτά δεν καλύπτει το άλλο και το γεγονός ότι η κατηγορουμένη έχει αθωωθεί των αποδοθεισών σε αυτή κατηγοριών για κλοπή και πλαστογραφία μετά χρήσεως των εν λόγω τραπεζικών επιταγών, που χρησιμοποίησε και πέτυχε να παραπλανήσει τον εγκαλούντα, δεν κωλύει την ποινική της δίωξη και καταδίκη για απάτη και ουδόλως έτσι παραβιάσθηκε το άρθρο 57 του ΚΠοινΔ, περί δεδικασμένου, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα και ορθά και με επαρκή και ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός περί δεδικασμένου, που προβλήθηκε από την κατηγορουμένη.
Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και ΣΤ' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο εκπροσωπών, κατ'άρθρον 340 παρ.2 ΚΠοινΔ, την κατηγορουμένη συνήγορός της Γεώργιος Λαφαζάνος, μετά τη δήλωση εκπροσωπήσεως δια εξουσιοδοτήσεως της απουσιάζουσας κατηγορουμένης, που έγινε δεκτή, κατά την έναρξη της δίκης στις 18-4-2008, δήλωσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά ότι "η κατηγορουμένη στις 10-2-2008 έπαθε κάταγμα κι έχει πολύ μεγάλη δυσκολία στη μετακίνησή της. Την είδα ότι δεν μπορεί να περπατήσει. Ανέλαβα την υπόθεσή της τη Δευτέρα το απόγευμα και δεν έχω μελετήσει καλά τη δικογραφία. Για το λόγο αυτό ζητά την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης". Το Δικαστήριο, απέρριψε το παραπάνω αίτημα αναβολής με το εξής αιτιολογικό :
"Επειδή η αίτηση με την οποία ο συνήγορος της κατηγορουμένης ζητά την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για τον λόγο, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, ότι δεν έχει μελετήσει καλά την υπόθεση, είναι απορριπτέα, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι δεν έχει μελετήσει καλά την υπόθεση, είναι απορριπτέα, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την Δευτέρα (14.4.08) που ανέλαβε αυτή μέχρι και σήμερα Παρασκευή, 18.4.08, είχε τον απαραίτητο χρόνο να μελετήσει την υπόθεση. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται προσχηματικά, και αποβλέπει στην παρέλκυση της δίκης, η οποία έχει αναβληθεί ήδη δύο φορές, ενώ το αδίκημα φέρει χρόνο τελέσεως το έτος 1997 - 1998".
Με το παραπάνω αιτιολογικό επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται ο λόγος για τον οποίο δεν συντρέχει σημαντικό αίτιο και ανάγκη και τρίτης αναβολής της δίκης, του μεσολαβήσαντος χρόνου τριών πλήρων ημερών από την ημέρα αναθέσεως στο συνήγορο υπερασπίσεως της υποθέσεως κρινομένου και αντικειμενικά ως επαρκούς για μελέτη της δικογραφίας και προετοιμασία της υπερασπίσεως της κατηγορουμένης, ενώ ορθά εκτιμήθηκε ότι δεν υποβλήθηκε αίτημα αναβολής για σημαντικό αίτιο ασθενείας, λόγω του προ διμήνου αναφερθέντος κατάγματος της απουσιάζουσας κατηγορουμένης, όπως αβάσιμα αιτιάται με την κρινόμενη αίτησή της, αφού ήδη αυτή με την από 17-4-2008 έγγραφη εξουσιοδότησή της είχε από την αρχή της δίκης αυτής δηλώσει παράσταση και εκπροσώπηση δια του άνω συνηγόρου της και δεν είχε υποβάλει αίτημα αναβολής για προσωπικό της κώλυμα υγείας.
Συνεπώς ο προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, που απέρριψε το εν λόγω αίτημα αυτής περί αναβολής της δίκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος και στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ή μη νόμιμο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα, δια του συνηγόρου της, με ανάπτυξη προφορική και κατάθεση σημειώματος, που ενσωματώθηκε στα πρακτικά, πρόβαλε τον ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, του άρθρου 30 ΠΚ, "δεδομένου ότι η κατηγορουμένη αγνοούσε κατά την προς το μηνυτή οπισθογράφηση και μεταβίβαση, ότι οι μεταβιβασθείσες προς αυτόν ένδικες επιταγές ήσαν προϊόν κλοπής και πλαστογραφίας, διότι ήδη μετά δυνάμεως δεδικασμένου αμετακλήτως κρίθηκε αθώα της αποδοθείσας με το αυτό βούλευμα εξακολουθητικής πλαστογραφίας των ενδίκων επιταγών, όπως αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα με αριθ. 11186/2005 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, γιαυτό και δεν πρέπει να της καταλογισθεί η εν λόγω πράξη της απάτης". Στον παραπάνω, όμως, ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας, επειδή δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνητικό της για απάτη κατηγορίας ισχυρισμό, αφού στοιχείον της αποδοθείσας υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης είναι η με ψευδείς παραστάσεις της κατηγορουμένης παραπλάνηση του παθόντος, ότι δηλαδή αυτή, εκτός του ότι ήταν φερέγγυα και ικανή επιχειρηματίας και διέθετε ικανή περιουσία στην ..., διέθετε και παρέδωσε τις εν λόγω προεξοφληθείσες από τον πολιτικώς ενάγοντα 38 έγκυρες δήθεν τραπεζικές επιταγές εκδόσεως δήθεν τρίτων γνωστών της εταιρειών, ενώ αυτή γνώριζε την αλήθεια ότι αυτές ήσαν προϊόν κλοπής και πλαστογραφημένες και δεν είχαν εκδοθεί από τους αναφερόμενους σε αυτές εκδότες, σε εκτέλεση σχεδίου απάτης, αυτής και του συγκατηγορουμένου της, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη. Παρά ταύτα το Δικαστήριο, επαρκώς αιτιολογημένα απέρριψε, με το προεκτεθέν γενικό αιτιολογικό του, τον άνω περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμό της κατηγορουμένης (βλ. σελ. 29, 30, 31, 36, 37 αιτιολογικού προσβαλλομένης), δεχθέν ότι η κατηγορουμένη γνώριζε ότι όλες οι εν λόγω επιταγές ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες, όταν τις ματαβίβαζε διαδοχικά στον εξαπατηθέντα πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος και δε θα προέβαινε στην προεξόφλησή τους, με συνολική ζημία του το ποσό των 60.845.000 δραχμών (ήτοι 178.562 ευρώ), αν γνώριζε την αλήθεια.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-6-2008 αίτηση - δήλωση της Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1143/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή