Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1723 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.




Περίληψη:
Στοιχεία πλαστογραφίας (κοινής). Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη της αναιρεσείουσα για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση της αναιρεσείουσας του λόγου σε αυτή, μετά την κατάθεση κάθε μάρτυρα, για να εκθέσει τις απόψεις και τις παρατηρήσεις της σχετικά με την αξιοπιστία του. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και υπερβάσεως εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξή της με την οποία επέβαλε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης δύο ετών παραλείποντας να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής κατ’ άρθρ. 99 παρ. 1 ΠΚ και προβαίνοντας με ελλιπή αιτιολογία στη μετατροπή. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει





Αριθμός 1723/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου, για αναίρεση της με αριθμό 128/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1044/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες δηλαδή παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε στο αιτιολογικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την απολογία της κατηγορουμένης) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου του 2000, στη ......., κατήρτισε ένα καταστατικός αστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία ".......", θέλοντας να εισπράξει, μέσω του ΟΑΕΔ επιδότηση της ΕΟΚ για προγράμματα απασχολήσεως ανέργων. Έτσι, στις μηνύτριες είπε ότι θα τις προσελάμβανε ως υπαλλήλους, και τις έβαλε να υπογράψουν σε λευκό χαρτί. Ύστερα κατήρτισε τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγγραφα, ένθα έθεσε την υπογραφή των εγκαλουσών - μηνυτριών, εμφανίζουσα αυτές ως συνιδρυτικά του Συνεταιρισμού μέλη. Τα έγγραφα αυτά τα προσήγαγε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με την από 8.10.2000 αίτησή της, ζητούσα την έγκριση του Καταστατικού, γεγονός το οποίο αγνοούσαν παντελώς οι μηνύτριες, οι οποίες δεν είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους για τοιαύτη χρήση της υπογραφής τους, αφού ουδέποτε μετείχαν σε συνέλευση, ουδέποτε είδαν το ιδρυτικό του άνω Συνεταιρισμού έγγραφο και ούτε γνώριζαν ότι θα επιδίωκε η κατηγορουμένη να συστήσει με τις υφαρπασθείσες υπογραφές τους Αστικό Συνεταιρισμό για είσπραξη επιδοτήσεως. Άλλωστε, στο καταστατικό υπάρχουν υπογραφές ατόμων ανυπάρκτων κατά την κατάθεση της μάρτυρος ........ Κατόπιν αυτών, η κατηγορουμένη κρίνεται ένοχος κατά τα μνημονευόμενα στο διατακτικό". Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό διαλαμβάνεται: "
Κηρύσσει την κατηγορουμένη ένοχη του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, κατά μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία του χρονικού διαστήματος 1 έως 8 Οκτωβρίου 2000, κατάρτισε πλαστά έγγραφα για να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που ήταν δυνατόν να έχει έννομες συνέπειες. Τα έγγραφα αυτά κατόπιν τα χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, κατάρτισε ένα καταστατικό αστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "......" καθώς και ένα Πρακτικό με Νο 1 της Γενικής Συνέλευσης Ιδρυτικών Μελών Αστικού Συνεταιρισμού με θέματα ημερήσιας διάταξης: α) ανάγνωση σχεδίου καταστατικού άρθρο προς άρθρο, έγκριση και υπογραφή του, β) εκλογή προσωρινού διοικητικού συμβουλίου, γ) νομιμοποίηση του καταστατικού, εκμίσθωση και οργάνωση γραφείων, δηλαδή έναρξης και θεώρησης των κατά νόμον βιβλίων και στοιχείων, στα οποία έθεσε χωρίς δικαίωμα της υπογραφή της εγκαλούσας
......... καθώς και των ....., ....., ......., ......, ......, ...... . Την πλαστογραφία αυτή των υπογραφών έκανε με την πρόθεση να παραπλανήσει το αρμόδιο δικαστήριο και τους τρίτους σχετικά με τη γνησιότητα του καταστατικού και του πρακτικού Νο 1 της γενικής συνέλευσης των ιδρυτικών μελών, παρουσιάζοντας ως τέτοιες, τόσο την εγκαλούσα, όσο και τις λοιπές, των οποίων πλαστογράφησε, δηλ. έθεσε κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα την υπογραφή τους. Κατόπιν, τα παραπάνω έγγραφα τα χρησιμοποίησε, δηλ. τα προσκόμισε και τα επικαλέστηκε στο Ειρηνοδικείο, στο οποίο προσέφυγε με την από 8 Οκτωβρίου 2000 αίτησή της ζητώντας έγκριση του καταστατικού σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1667/1986 και καταχώρηση του συνεταιρισμού στα Μητρώα Αστικών Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου. Στην πράξη της αυτή προέβη με σκοπό να επιτύχει την χρηματοδότηση του συνεταιρισμού από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του ΟΑΕΔ". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ένοχη πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συρροή και της επέβαλε κατά πλειοψηφία ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται σαφώς τα καταρτισθέντα πλαστά έγγραφα (καταστατικό αστικού συνεταιρισμού και πρακτικό γενικής συνέλευσης ιδρυτικών μελών τούτου). Η αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης "Έτσι, στις μηνύτριες είπε ότι θα τις προσελάμβανε ως υπαλλήλους, και τις έβαλε να υπογράψουν σε λευκό χαρτί" είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού δεν υπάρχει παραδοχή από την οποία να προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα συμπλήρωσε εκ των υστέρων το εν λόγω λευκό χαρτί, ώστε να αποτελέσει έγγραφο και να είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας δια της καταχρήσεως της υπογραφής άλλου. Περαιτέρω, ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του προδιαληφθέντος εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο δόλο, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογούνται αφενός μεν ο σκοπός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης να παραπλανήσει με τη χρήση των μνημονευομένων πλαστών εγγράφων τον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, σχετικά με τη γνησιότητα του καταστατικού και του πρακτικού Νο1 της γενικής συνέλευσης των ιδρυτικών μελών και αφετέρου προσδιορίζονται οι έννομες συνέπειες του εν λόγω εγκλήματος (έγκριση κατασταστικού του άνω συνεταιρισμού και ακολούθως χρηματοδότηση τούτου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του ΟΑΕΔ). Επίσης προσδιορίζεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης ο χρόνος τέλεσης των πράξεων (1 έως 8 Οκτωβρίου 2000). Περαιτέρω, από τις παραδοχές της απόφασης σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη τέλεσε το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συρροή, στο δε διατακτικό αυτής αναφέρεται ως εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη το άρθρο 94 παρ. 1 του Π.Κ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Όμως από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή, όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση.
Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση της αναιρεσείουσας, το λόγο σε αυτή, μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα, για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις της σχετικά με την αξιοπιστία του και έτσι, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν.2497/1997, αν κάποιο που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη ούτε ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως πριν από τη μετατροπή της ποινής και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως, αν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής, συγχρόνως δε να αιτιολογήσει ειδικώς την αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογήσει ειδικά την μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απορρίψει χωρίς τέτοια αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλειες της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ενώ καταδίκασε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την προαναφερόμενη πράξη, σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, παρέλειψε, παρόλο που η αναιρεσείουσα υπέβαλε σχετικό αίτημα, να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής και προέβη στη μετατροπή της προς 4,40 ευρώ την ημέρα, με την αιτιολογία ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα της καταδίκου, και τις υπόλοιπες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε, αρκεί για να την αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Συντρέχει επομένως περίπτωση μετατροπής της παραπάνω ποινής κατά το άρθρο 82 ΠΚ σε χρηματική και πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη και τους οικονομικούς όρους της καταδικασθείσας η κάθε μέρα φυλάκισης να υπολογισθεί προς 4,40 ευρώ", η οποία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη όπως απαιτεί ο νόμο. Έτσι, το ως άνω Δικαστήριο υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας, που θεμελιώνουν τους κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, οι οποίοι εξετάζονται και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 511 του ίδιου Κώδικα). Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει κατά παραδοχή των σχετικών από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, κατά το εν λόγω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 128/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τη διάταξή της για μετατροπή της ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 16 Μαΐου 2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 128/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ