Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 568 / 2015    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Παράβαση καθήκοντος, Πρακτικά συνεδρίασης.




Αριθμός 568/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο, και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νατάσα Ζαραλίδου - Ιντζεσίλογλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 556/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 84/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται α)παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κρατικό οργανισμό ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται με την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και των κρατικών οργανισμών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνο αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών ή οργανισμών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κ.λπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου, τέτοιος δε είναι και ο υπάλληλος της Πολεοδομίας. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και, συγχρόνως, όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος, κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ, είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος.
Περαιτέρω, το άρθρο 339 του Κώδικα βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, στον οποίο κωδικοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και το άρθρο 53 του ν.δ. 17.7/16.8.1923, ορίζει στις παρ. 1 και 9 ότι: "1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης γενικά οποιωνδήποτε κατασκευών και εγκαταστάσεων που προβλέπονται από το παρόν κωδικοποιητικό διάταγμα και για την κοπή δένδρων, σε οικόπεδο ή γήπεδο εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, απαιτείται προηγουμένως έγγραφη άδεια (οικοδομική άδεια). Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως οι εκσκαφές και επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και των παραρτημάτων τους, τα αυτοτελώς κατασκευαζόμενα περιφράγματα. 9. Η οικοδομική άδεια είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και επιτρέπει την εκτέλεση σε οικόπεδο ή γήπεδο των οικοδομικών εργασιών που προβλέπονται στις μελέτες που τη συνοδεύουν, εφόσον οι εργασίες αυτές είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις". Το δε άρθρο 331, στις παρ. 1 - 5, ορίζει τα στοιχεία που απαιτούνται για την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Τέλος, κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του α.ν. 261/1968 "περί χρόνου ανακλήσεως παρανόμων διοικητικών πράξεων", "ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε δια το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 556/2014 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως καθήκοντος, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο Ι. Τ. είναι κύριος ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στον οικισμό της ..., το οποίο είναι άρτιο κατά παρέκκλιση επειδή προϋφίσταται του έτους 1985 και μη οικοδομήσιμο. Επί του ως άνω οικοπέδου είχε ανεγερθεί παλαιότερα αποθήκη. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν υπάλληλος του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Ν. Μουδανιών στις ...2004 εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ...2004 άδεια αλλαγής χρήσης της ως άνω αποθήκης σε κατάστημα, η οποία περιλάμβανε και αντικατάσταση στέγης και προσθήκη (λάντζα) που κατασκευάστηκε σε συνέχεια του αρχικού κτιρίου για το οποίο είχε εκδοθεί η με αρ. ...1961 άδεια της Β. Χ., εμβαδού 4,50X1,90 ήτοι 8,55 τμ, η οποία ήταν μη νομίμως υφιστάμενη κατά το χρόνο έκδοσης της με αριθμ. ...2004 οικοδομικής άδειας, είχε δε εκδοθεί γι’ αυτή και το με αρ. ...1994 πρωτόκολλο κατεδάφισης της Κτηματικής Υπηρεσίας, γεγονότα που αποσιωπήθηκαν από τον αιτούντα την έκδοση της άδειας, Ι. Τ.. Την αυθαιρεσία αυτή κατέγραψε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην από ...2008 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Ν. Μουδανιών ήτοι ότι υπήρχε επέκταση του αρχικού κτίσματος μη νομίμως υφιστάμενη, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, αποσιωπήθηκε από τον Ι. Τ., ολόκληρο δε το κτίσμα βρισκόταν εντός αιγιαλού. Ο κατηγορούμενος όμως αν και γνώριζε ότι η ανωτέρω αρ. ...2004 άδεια αλλαγής χρήσης αποθήκης σε κατάστημα και οι αναθεωρήσεις αυτής στις ...2004 και στις ...2005 ήταν παράνομες, αφού το ακίνητο για το οποίο εκδόθηκε η άδεια, ήταν κατά το χρόνο έκδοσης της μη οικοδομήσιμο, δεδομένου ότι σε παραλιακούς οικισμούς όπως ο οικισμός της ..., όπου βρισκόταν το ακίνητο, κατατάχθηκε ως τέτοιος με την με αρ. 128/12- 2-1988 Απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής, η οικοδομή τοποθετείται σε απόσταση τουλάχιστον 15 μέτρων από την καθορισμένη γραμμή αιγιαλού, γεγονός που δεν συνέβαινε με την οικοδομή - κατάστημα ιδιοκτησίας του Ι. Τ. καθώς και ότι υφιστάμενα χτίσματα που βρίσκονται εντός της ζώνης που ορίζεται από τη γραμμή δόμησης και τη γραμμή παραλίας, επιτρέπεται να επισκευάζονται μόνο για λόγους χρήσεως υγιεινής και ασφάλειας, πράγμα που δε συνέβαινε επίσης, δεν προέβη στην ανάκληση της με αρ. ...2004 άδειας αλλαγής χρήσης από αποθήκη σε κατάστημα και αντικατάσταση στέγης και των αναθεωρήσεων αυτής, με σκοπό να ωφελήσει τον Ι. Τ. ο οποίος επωφελούμενος από την ανωτέρω παράνομη οικοδομική άδεια λειτουργούσε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, μπαρ με το διακριτικό τίτλο ANASSA εντός του αιγιαλού, αποκερδαίνοντας από τη λειτουργία του παράνομο περιουσιακό όφελος. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και κυρίως αυτής του Ι. Π., πολιτικού μηχανικού καθώς και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο ίδιος κατόπιν της υπ’ αριθμ. 2/2011 πράξης διορισμού του Πταισματοδίκη Ν. Μουδανιών. Ο ισχυρισμός (αρνητικός) του κατηγορουμένου ότι δόθηκε σήμα διακοπής των οικοδομικών εργασιών προς την αστυνομική αρχή, η οποία συνιστά ανάκληση της οικοδομικής άδειας, πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι το σήμα διακοπής δίδεται όταν υπάρχει νόμιμη οικοδομική άδεια και γίνονται αυθαιρεσίες, προκειμένου να αποκατασταθούν και να ξαναρχίσουν οι εργασίες άλλως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η άδεια πρέπει να ανακληθεί και να κατεδαφισθεί το κτίσμα. Περαιτέρω, ο αυτοτελής ισχυρισμός του ότι τελούσε σε συγγνωστή νομική πλάνη πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος δεδομένου ότι δεν αναφέρονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη θεμελίωσή του. Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδομένης σ’ αυτόν πράξης της παράβασης καθήκοντος". Στο δε διατακτικό γίνεται μνεία και των ως άνω διατάξεων του ΚΒΠΝ, με βάση τις οποίες ο κατηγορούμενος έπρεπε να προβεί σε ανάκληση της ένδικης οικοδομικής άδειας.
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρων 259 του ΠΚ, καθώς και στις ως άνω διατάξεις του ΚΒΠΝ και του α.ν. 261/1968, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Εφετείο, για να καταλήξει στην καταδικαστική, για τον αναιρεσείοντα, κρίση του, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιόν του, και αυτά, δηλαδή, που είχε προσκομίσει ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων. Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών μεταξύ τους ή να προσδιορίσει ποιο βάρυνε περισσότερο στην κρίση του ή να αιτιολογήσει γιατί εξαίρονται οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και η πραγματογνωμοσύνη του Ι. Π. ούτε ανέκυπτε ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως, έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος). β) Ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προέβαλε, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, τον ισχυρισμό ότι, με βάση έκθεση αυτοψίας που ο ίδιος συνέταξε, δόθηκε σήμα προς την Αστυνομική Αρχή να διακόψει χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και να παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι όχι αυτοτελής, όπως τον χαρακτηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, τον απέρριψε με την αιτιολογία, όπως αναφέρθηκε, ότι η το σήμα διακοπής των οικοδομικών εργασιών δίνεται όταν υπάρχει νόμιμη άδεια, αλλά γίνονται αυθαιρεσίες, οι οποίες πρέπει να αποκατασταθούν. Δέχθηκε, δηλαδή, ότι, όταν δεν υπάρχει νόμιμη άδεια, αυτή πρέπει να ανακληθεί με διοικητική πράξη και όχι να δοθεί απλό σήμα διακοπής, το οποίο δεν συνιστά ανάκληση. γ) Το Δικαστήριο σαφώς δέχθηκε, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος γνώριζε ότι η υπ’ αρ. ...2004 άδεια αλλαγής χρήσεως αποθήκης σε κατάστημα και οι αναθεωρήσεις αυτής στις ...2004 και στις ...2005 ήταν παράνομες, γιατί το ακίνητο, για το οποίο εκδόθηκε η άδεια, ήταν κατά το χρόνο εκδόσεώς της μη οικοδομήσιμο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ουσία της κατηγορίας και ως προς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 259 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Οι, εμπεριεχόμενες στους δεύτερο και τρίτο λόγους, αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων υπερασπίσεως, εγγράφων) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την, αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 141 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ’ αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις, δηλώσεις ή ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, αναγνώσθηκαν, μεταξύ άλλων, ένα τοπογραφικό διάγραμμα και ένα ακριβές αντίγραφο τμήματος αιγιαλού στη θέση ... (με αύξ. αριθ. ...), καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισε ο συνήγορος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος (η υπ’ αριθμ. πρωτ. ... έκθεση αυτοψίας, από το Τ.Π.Ε. Ν. Μουδανιών, η από ... έκθεση αυτοψίας, από το Τ.Π.Ε. Ν. Μουδανιών, η υπ’ αριθμ. πρωτ. ... έκθεση αυτοψίας, από το Τ.Π.Ε. Ν. Μουδανιών, η υπ’ αριθμ. πρωτ. ... έκθεση αυτοψίας, από το Τ.Π.Ε. Ν. Μουδανιών, η υπ’ αριθμ. πρωτ.... έκθεση αυτοψίας από το Τ.Π.Ε. Ν. Μουδανιών, η υπ’ αριθμ. πρωτ.... έκθεση αυτοψίας από το Τ.Π.Ε. Ν. Μουδανιών, η υπ’ αριθμ. πρωτ. ... έκθεση αυτοψίας από το Τ.Π.Ε. Ν. Μουδανιών, η υπ’ αριθμ. πρωτ. 2 έκθεση αυτοψίας από το Τ.Π.Ε. Ν. Μουδανιών, η υπ’ αριθμ. πρωτ.... έκθεση αυτοψίας από το Τ.Π.Ε. Ν. Μουδανιών και η υπ’ αριθμ. πρωτ.... έκθεση αυτοψίας από το Τ.Π.Ε. Ν. Μουδανιών). Τα έγγραφα αυτά, όπως ήδη έχει εκτεθεί, και ορθώς, αφού αναγνώσθηκαν, λήφθηκαν υπόψη από το Τριμελές Εφετείο για να καταλήξει αυτό στην κρίση του και δεν προκλήθηκε καμιά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί τα ως άνω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη χωρίς να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η ανάγνωση των εγγράφων αυτών αποδεικνύεται από τα πρακτικά της αποφάσεως, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά ούτε έχουν διορθωθεί κατά τούτο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11 Δεκεμβρίου 2014 (με αριθ. πρωτ. 3228/2014) αίτηση (δήλωση) του Κ. Τ. του Ν., για αναίρεση της 556/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ