Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1809 / 2009    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Έκδοση.




Περίληψη:
Έκδοση αλλοδαπών εγκληματιών. Η κυρωθείσα με το ν.δ. 4009/1959 Σύμβαση μεταξύ της Ελλάδος και της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας περί αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων, στην οποία περιλαμβάνονται και διατάξεις για την αμοιβαία έκδοση εγκληματικών, εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη διάλυση του ως άνω κράτους ως προς το διάδοχο (και προκύψαν από τη διάλυση) κράτος της Δημοκρατίας της Σερβίας. Ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την αμοιβαία έκδοση εγκληματιών με βάση τη Σύμβαση αυτή. Το αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών που εξετάζει την αίτηση έκδοσης δεν μπορεί να προβεί και στην έρευνα για την ύπαρξη ή μη ενδείξεων ενοχής του διωκομένου ποινικά ατόμου, Έκδοση Κινέζου υπηκόου στις αρχές του κράτους της Σερβίας, όπου διώκεται για τις αξιόποινες πράξεις της εγκληματικής συνέργειας και της κατά συρροή παράνομη διέλευσης των συνόρων και της λαθρεμπορίας ανθρώπων - αντιστοιχία με πράξεις που τιμωρούνται σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Λόγοι έφεσης προβαλλόμενοι με το υπόμνημα που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου και όχι με την έκθεση της έφεσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.




Αριθμός 1809/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο-Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 και 11 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, υπηκόου Κίνας, κατοίκου ... και προσωρινά κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, κατά της υπ'αριθμ. 64/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Σερβίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 154/24-7-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Αράπου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1172/2009.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και να εκδοθεί αυτός στις Αρχές της Σερβίας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, με την οποία αυτό γνωμοδοτεί επί αίτησης έκδοσης, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον εισαγγελέα ν' ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η κρινόμενη με αριθ. 154|24-7-2009 έφεση, που ασκήθηκεν ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, κατά της 64/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις αρχές του κράτους της Σερβίας του εκζητουμένου εκκαλούντος Χ, υπηκόου Κίνας, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσίαν, αφού ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
ΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνον των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι έφεσης. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της έφεσης, ενώπιον του κατ' άρθ. 451 παρ. 1 ΚΠΔ αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου, εναντίον της περί εκδόσεως απόφασης του Συμβουλίου Εφετών. Επομένως, η κρινόμενη έφεση θα εξετασθεί μόνον ως προς την βασιμότητα των λόγων που προβάλλονται με αυτήν.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 436 ΚΠΔ αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επομένων άρθρων (437-456), οι οποίες εφαρμόζονται, ακόμη και εάν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Περαιτέρω με το ν.δ. 4009/1959 κυρώθηκε η από 18-6-1959 Σύμβαση μεταξύ της Ελλάδος και της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας περί αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων,στην οποία περιλαμβάνονται και διατάξεις για την αμοιβαία έκδοση εγκληματιών και η οποία υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης ημεδαπού νόμου (άρθ. 28 παρ 1 Συντ., πρβλ. και άρθ. 436 ΚΠΔ). Είναι γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας που συμβλήθηκε με την Ελλάδα διαλύθηκε και δεν υφίσταται πλέον με την αυτοτελή κρατική μορφή και υπόσταση που είχε ως υποκείμενο του διεθνούς δικαίου κατά την σύναψη της προαναφερομένης Σύμβασης, η ως άνω, όμως, διμερής σύμβαση δικαστικής συνδρομής εξακολουθεί να ισχύει, και μετά την διάλυση του ως άνω κράτους, ως προς το (διάδοχο και προκύψαν από την διάλυση) κράτος της Δημοκρατίας της Σερβίας, αφού δεν καταγγέλθηκε ούτε απ' αυτή. Ειδικότερα, με την Σύμβαση αυτή ορίζονται τα εξής: (1) Τα συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να παραδίδουν αμοιβαίως, με τους όρους που προβλέπονται στην Σύμβαση αυτή, τα πρόσωπα που διώκονται ή κατά των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου στο Κράτος που ζητεί την έκδοση (άρθ. 45). (2) Το Κράτος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θα συναινεί στην έκδοση ατόμου που διώκεται ποινικά στο αιτούν την έκδοση Κράτος για κακούργημα ή πλημμέλημα αξιόποινο κατά τους ποινικούς νόμους των δύο συμβαλλομένων κρατών, εάν οι νόμοι αμφοτέρων των Μερών επιτρέπουν την απαγγελία ποινής στερητικής της ελευθερίας διαρκείας τουλάχιστον δύο ετών ή βαρυτέρων ποινών, στις περιπτώσεις δε αυτές ως απόδειξη της βασιμότητας της αίτησης για την έκδοση αρκεί να προσαχθεί η πράξη του αρμοδίου οργάνου του αιτούντος Κράτους η διατάσσουσα την ποινική δίωξη, την σύλληψη, την παραπομπή του υποδίκου ή κατηγορουμένου στην κατασταλτική δικαιοδοσία ή κάποια άλλη πράξη που έχει την αυτή ισχύ. Οι πράξεις αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν την περιγραφή της παράβασης, για την οποία ζητείται η έκδοση, το κείμενο του ποινικού νόμου του αιτούντος Κράτους, ο οποίος εφαρμόζεται στην παράβαση και ορίζει την σχετική ποινή, τον χρόνο και τον τόπο της τέλεσης της παράβασης και το νομικό χαρακτηρισμό της (άρθ. 46). (3) Η αίτηση για την έκδοση πρέπει να γίνεται πάντοτε διά της διπλωματικής οδού, διά της οποίας τα συμβαλλόμενα κράτη θα κοινοποιούν αμοιβαία κάθε πληροφορία και απόφαση σχετικά με την έκδοση, και πρέπει να συνοδεύεται, εκτός των ως άνω αναφερομένων, από α) τις αποδείξεις ή τα δεδομένα τα σχετικά με την υπηκοότητα του ζητουμένου ατόμου β) τα δεδομένα και τα μέσα εξακρίβωσης της ταυτότητας του ζητουμένου ατόμου και, εάν είναι δυνατόν, άλλα δεδομένα που επιτρέπουν την ταχεία ανακάλυψη του, εάν δεν έχει εξακριβωθεί η ταυτότητα του στο Κράτος, προς το οποίο η αίτηση γ) το κείμενο του ποινικού νόμου που αναφέρεται στο αδίκημα, για το οποίο ζητείται η έκδοση, τόσο του Κράτους που υποβάλλει την αίτηση έκδοσης όσο και του Κράτους, στο οποίο διεπράχθη το αδίκημα, περαιτέρω δε η αίτηση και όλα τα συνημμένα έγγραφα πρέπει να έχουν μεταφρασθεί στην επίσημη γλώσσα του Κράτους, προς το οποίο η αίτηση και κοινοποιούνται στο πρωτότυπο ή σε κεκυρωμένα αντίγραφα (άρθ. 53 παρ. 1,2 και 4). Από τις διατάξεις αυτές της ανωτέρω Σύμβασης προκύπτει ότι σε περίπτωση που ζητείται η έκδοση ατόμου που διώκεται ποινικά για τα ως άνω εγκλήματα, το αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών που επιλαμβάνεται της αιτήσεως εκδόσεως δεν μπορεί να προβεί και στην έρευνα για την ύπαρξη ή μη ενδείξεων ενοχής του, διότι το άρθ. 450 παρ. 2 ΚΠΔ (που ορίζει ότι το συμβούλιο εφετών εξετάζει ακόμη, αν δεν κωλύεται από την συνθήκη, αν υπάρχουν ενδείξεις για την βασιμότητα της κατηγορίας που αποδίδεται σε εκείνον που έχει συλληφθεί, με βάση τα προσαγόμενα επίσημα αποδεικτικά στοιχεία από το κράτος που ζητεί την έκδοση) δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ως άνω διεθνής σύμβαση ορίζει διαφορετικά και δεν διαλαμβάνει μεταξύ των δικαιολογητικών στοιχείων που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση έκδοσης, όπως αυτά μνημονεύονται περιοριστικά στις προαναφερθείσες διατάξεις της, και άλλα αποδεικτικά στοιχεία περί ενοχής του εκζητουμένου. Αντίθετα η σύμβαση προβλέπει ότι αρκεί να προσκομίζεται η πράξη του αρμοδίου οργάνου του αιτούντος Κράτους, με την οποία διατάσσεται η ποινική δίωξη, η σύλληψη, η προσωρινή σύλληψη, η παραπομπή του υποδίκου ή κατηγορουμένου στην κατασταλτική δικαιοδοσία ή κάποια άλλη πράξη που έχει την ίδια ισχύ. Περαιτέρω από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι του εκζητουμένου για εγκλήματα αρκεί να έχει, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αιτούντος Μέρους, εκδοθεί εναντίον αυτού ένταλμα σύλληψης, η προσκομιδή του οποίου απαιτείται για την υποστήριξη της αίτησης έκδοσης, ανεξάρτητα από το εάν έχει ολοκληρωθεί η ανάκριση που αφορά τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες ζητείται η έκδοση. Εξάλλου, αντίστοιχα και η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 4165/1961 (κατ' εφαρμογή της οποίας, σημειωτέον, παραλλήλως ισχυούσης, ζητείται από το κράτος της Σερβίας η έκδοση του εκκαλούντος) ορίζει στο άρθρο 12 αυτής πλην των άλλων, ότι προς υποστήριξη της αίτησης, με την οποία ζητείται η έκδοση, πρέπει να προσκομισθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμον χαρακτηρισμού και τις παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερον και γ) αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη κλπ. καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Στη προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο παραστάς εκζητούμενος και ο συνήγορός του προφορικά στο ακροατήριο και με το έγγραφο υπόμνημά του, κατατεθέν μετά την συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις αρχές του Κράτους της Σερβίας του εκκαλούντος κινέζου υπηκόου Χ που γεννήθηκε την ... στην ... Κίνας, ο οποίος συνελήφθη την 5-6-2009 σε εκτέλεση της 38/4-6-2009 εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, και κατά του οποίου εκδόθηκε στην συνέχεια το 58/9-7-2009 ένταλμα του Προέδρου Εφετών Αθηνών με σκοπό την έκδοσή του στην Σερβία, για τους αναφερόμενους στην συνέχεια λόγους, κρατούμενος από 10-7-2009 στην Δικαστική Φυλακή ... . Για την έκδοση του εκκαλούντος υποβλήθηκε διά της Πρεσβείας της Δημοκρατίας της Σερβίας στην Αθήνα η με αριθ. ... αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Σερβίας, στην σερβική και σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική, την οποία συνοδεύουν τα παρακάτω έγγραφα, επίσης στην σερβική και σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική και δη: 1) η με αριθ. Κι.Π.-29/08/5-11-2008 απόφαση του Ανακριτή του Ειδικού Τμήματος του Περιφερειακού Δικαστηρίου Βελιγραδίου για την διεξαγωγή έρευνας-ανάκρισης, στην οποία διαλαμβάνεται λεπτομερής αναφορά και περιγραφή των αποδιδομένων στον εκκαλούντα εκζητούμενο αξιοποίνων πράξεων, 2) η με αριθ. Κι.Π-29/8/5-11-2008 απόφαση του ίδιου ανακριτή για τον ορισμό προφυλάκισης, 3) η με αριθ. Κι.-29/08/5-11-2008 απόφαση αυτού για την έκδοση του ταυταρίθμου εντάλματος σύλληψης, 4) τα στοιχεία ταυτότητας του εκζητουμένου και 5) το κείμενο των ποινικών διατάξεων της σερβικής νομοθεσίας, τις οποίες φέρεται ότι παραβίασε ο ανωτέρω καθώς και εκείνων που προβλέπουν τον χρόνο παραγραφής, και διακοπής αυτής, των αντίστοιχων αξιοποίνων πράξεων. Από τ' ανωτέρω συνάγεται, ότι ο εκζητούμενος με την Κι.-29/08/5-11-2008 απόφαση του Ανακριτή του Ειδικού Τμήματος του Περιφερειακού Δικαστηρίου Βελιγραδίου και το ταυτάριθμο ένταλμα σύλληψης αυτού διώκεται ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων της Α) εγκληματικής συνέργειας συνισταμένης στο ότι τον Απρίλιο του 2008 στην Δημοκρατία της Σερβίας, στην ΠΓΔΜ ο εκζητούμενος, τ' αναφερόμενα εκεί πρόσωπα και άλλα, άγνωστα ακόμη, από πρόθεση και γνωρίζοντας ότι αυτό απαγορεύεται οργάνωσαν εγκληματική ομάδα, η οποία είχε στόχο να προβαίνει σε παράνομες πράξεις παράνομης διέλευσης των κρατικών συνόρων και λαθρεμπορίας ανθρώπων και ειδικότερα να βοηθήσουν μη υπηκόους της Σερβίας και δη πολίτες της Κίνας να περάσουν παράνομα τα σύνορα της Σερβίας, οργανώνοντας την παράνομη παραμονή τους, την εγκατάσταση και την παράνομη διαμετακόμισή τους μέσω της Σερβίας, με σκοπό το κέρδος, αποκομίζοντας τα ποσά των 300 ευρώ ανά άτομο για την μεταφορά από το ... ή το ... έως το ... ή το ..., των 25 ευρώ για την μεταφορά από το ... ή το ... στο ... ή το ..., των 25 ευρώ για την μεταφορά από το ... ή το ... στην γραμμή των συνόρων και 5.000 ευρώ ανά άτομο για την άφιξη από την Κίνα έως το ... . Β) κατά συρροή παράνομης διέλευσης των συνόρων και λαθρεμπορίας ανθρώπων συνισταμένης στο ότι οι οργανωτές της ως άνω εγκληματικής ομάδας, εκζητούμενος και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα μαζί με τα εκεί μέλη της ομάδας, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του 2008 στην Ελλάδα, την Σερβία και την ΠΓΔΜ και σύμφωνα με την λεπτομερή και αναλυτική περιγραφή των μερικοτέρων πράξεων με πρόθεση, έχοντας την πρόθεση ν' αποκομίσουν υλικά οφέλη για τον εαυτό τους και για άλλους, βοήθησαν μεγάλο αριθμό κινέζων υπηκόων ως προς την παράνομη διαμετακόμιση μέσω της Δημοκρατίας της Σερβίας, την παράνομη παραμονή σ' αυτήν και την παράνομη διέλευση των συνόρων της Σερβίας προς την ΠΓΔΜ, με σκοπό την περαιτέρω μετάβαση αυτών στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά συγκροτούν τις προδιαληφθείσες πράξεις και τιμωρούνται: (Α) Η εγκληματική συνεργεία σύμφωνα με το άρθ. 346 παρ.1 του σερβικού ΠΚ με ποινή φυλάκισης από τρεις μήνες έως πέντε έτη και σύμφωνα με το άρθ. 187 παρ. 3 του ελληνικού ΠΚ με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και (Β) Η παράνομη διέλευση και λαθρεμπορία ανθρώπων σύμφωνα με το άρθ. 350 παρ. 2 και 3 του σερβικού ΠΚ με ποινή φυλάκισης ενός έως δέκα ετών και σύμφωνα με το άρθ. 87 παρ. 5 εδ, β'ν. 3386|2005 με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών κλπ, στην δε περίπτωση του άρθ. 88 παρ. 1β του ως άνω νόμου με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών κλπ. για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Εξάλλου, δεν προέκυψε νόμιμος λόγος που να εμποδίζει την εκτέλεση της ποινής ή να εξαλείφει το αξιόποινο, ειδικότερα δε δεν τίθεται θέμα κατ' αμφότερα τα δίκαια παραγραφής των ως άνω πράξεων, αφού αυτή για την πρώτη πράξη είναι κατ' άρθ. 103 παρ.5 του σερβικού ΠΚ και 111 παρ. 3 και 112 του ελληνικού ΠΚ πέντε έτη από την τέλεση της πράξης, ενώ για την δεύτερη δέκα έτη κατ' άρθ. 103 παρ. 4 του σερβικού ΠΚ και δέκα πέντε έτη κατ' άρθ. 111 παρ. 2 του ελληνικού ΠΚ, αρχομένη σε αμφότερες τις περιπτώσεις από την ως άνω τέλεση της πράξης. Ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του, χωρίς ν' αμφισβητεί τα ως άνω στοιχεία της ταυτότητάς του, τα οποία αντιθέτως επιβεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ισχυρίζεται ότι δεν είναι το πρόσωπο, του οποίου ζητείται η έκδοση και ειδικότερα, ότι κάποιος από τους διαβιούντες στην Σερβία ομοεθνείς του κατά ψευδή δήλωσή του έδωσε τα δικά του στοιχεία ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης παράνομης διακίνησης αλλοδαπών. Ο ισχυρισμός αυτός που ανάγεται στην αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της κατ' αυτού κατηγορίας είναι απορριπτέος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Συμβούλιο Εφετών δεν μπορούσε να ερευνήσει την ύπαρξη ενδείξεων ενοχής. Ο περαιτέρω ισχυρισμός του, που περιλαμβάνεται στον ίδιο λόγο, ότι από τις φωτογραφίες που διαβιβάσθηκαν τηλεομοιοτυπικά και υποτίθεται ότι τον απεικονίζουν εξάγεται το ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν είναι το εκζητούμενο πρόσωπο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, μη προσκομιζομένου, άλλωστε αν και το επικαλείται με το υπόμνημά του, του διαβατηρίου του, από το οποίο προκύπτουν, κατά τους ισχυρισμούς του, τα παραπάνω. Οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναφέρονται επίσης στην έλλειψη στοιχείων ενοχής σε βάρος του και γι' αυτό είναι απορριπτέοι κατά τα προαναφερθέντα. Τέλος με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλει ότι οι αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται στους αριθ. 8, 9 και 10 της αίτησης έκδοσης φέρονται να τελέσθηκαν στα πλαίσια μεταφοράς των παρανόμων αλλοδαπών στην Ελλάδα, στην περίπτωση δε αυτή αρμοδιότητα δίωξης και τιμωρίας των πράξεων αυτών έχουν οι ελληνικές δικαστικές αρχές, γεγονός που κωλύει την έκδοσή του στις σερβικές αρχές. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με το άρθ. 49 της ως άνω διμερούς σύμβασης ευχέρεια απλώς παρέχεται στο κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση έκδοσης να την απορρίψει, εάν το αδίκημα διεπράχθη στο έδαφός του. Εξάλλου, οι προβαλλόμενοι με το κατατεθέν μετά την συζήτηση ισχυρισμοί του εκκαλούντος ως λόγοι έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι κατ' άρθ. 474 παρ. 2 ΚΠΔ οι λόγοι έφεσης είναι παραδεκτοί μόνον εφόσον περιέχονται στην έκθεση έφεσης. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-7-2009 έφεση του Χ κατά της 64/2009 απόφασης τους Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή