Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1920 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1920/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Διαμαντή, περί αναιρέσεως της 4452/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του καθώς και στους από 2 Απριλίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1572/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 12-09-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ και οι επ' αυτής από 2-4-2009 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της 4452/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν.2408/2996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως επί πλαστογραφίας. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά τη διάταξη αυτή, υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δε συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά το άρθρο 510 και 484 ΚΠΔ (ΑΠ 874/2004). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Εφετείο μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Ο πρώτος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) διατηρεί στο ... κατάστημα χονδρικής πώλησης ειδών κινητής τηλεφωνίας, ειδών δώρων και "βίντεο -κλαμπ". Η εγκαλούσα διατηρεί στη ... παρεμφερή επιχείρηση. Προκειμένου ο πρώτος κατηγορούμενος να επιτύχει χρηματοδότηση από την Αγροτική Τράπεζα για την επιχείρησή του παρέδιδε στην τελευταία σε κάλυψη του δανείου αξιόγραφο. Μεταξύ άλλων αξιογράφων ο κατηγορούμενος στις 15-2-2002, κατήρτισε εξ αρχής τέσσερις συναλλαγματικές και συγκεκριμένα τις με ημερομηνίες λήξης την 12-6-2002 ποσού 2.350, 1-7-2002 ποσού 2.935€, 20-7-2002 ποσού 2935€ και 3-8-2002 ποσού 2.935€, στις οποίες και στη θέση "ΔΕΚΤΗ" έθεσε ημερομηνία 15-2-2002 και από κάτω το όνομα της εγκαλούσης ... καθώς και κατ'απομίμηση την υπογραφή της, χωρίς την εντολή ή τη συναίνεσή της με σκοπό να αποδείξει στην τράπεζα ότι οι συναλλαγματικές αυτές φέρουν γνήσιες υπογραφές της εγκαλούσας. Στην συνέχεια στην ..., την ίδια ημέρα ο πρώτος των κατηγορουμένων έκανε και χρήση των πλαστών αυτών συναλλαγματικών εκχωρώντας αυτές ως ενέχυρο στο κατάστημα της Αγροτικής Τραπέζας της Ελλάδος. Για το ότι η υπογραφή στις συναλλαγματικές αυτές δεν ανήκει στην εγκαλούσα με πειστικότητα καταθέτει η ίδια το βεβαιώνει δε και ο γραφολόγος Τσουμάνης στην αναγνωσθείσα γνωμοδότησή του. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, από τα νομίμως λαμβανόμενα υπόψη. Εν όψει των αποδειχθέντων αυτών περιστατικών που οδηγούν σε ασφαλή κρίση περί πλαστότητας της υπογραφής της εγκαλούσας στις ως άνω συναλλαγματικές, δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη για να βεβαιωθεί η πλαστότητα αυτή, όπως ζητάει ο συνήγορος των κατηγορουμένων και πρέπει το σχετικό αίτημά του ν'απορριφθεί. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων κατάρτισε εξ αρχής τις αναφερόμενες τέσσερις συναλλαγματικές στις οποίες και στη θέση "Δεκτή" έθεσε ημερομηνία 15-2-2002 και κάτω το όνομα της εγκαλούσας ... κάτω από το οποίο έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της. Ότι στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών αυτών συναλλαγματικών εκχωρώντας αυτές ως ενέχυρο στο κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της .... Περαιτέρω, δια της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "...με σκοπό να αποδείξει στην τράπεζα ότι οι συναλλαγματικές αυτές φέρουν γνήσιες υπογραφές της εγκαλούσας..."αιτιολογείται επαρκώς το απαιτούμενο κατά το νόμο πρόσθετο στοιχείο για τη συγκρότηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, της παραπλανήσεως άλλου περί γεγονότος δυναμένου να έχει έννομες συνέπειες και εν προκειμένω της άνω Τράπεζας δια παραπλανήσεως αυτής ότι οι συναλλαγματικές ήταν γνήσιες με σκοπό τη χρηματοδότησή του, ως και ο υπερχειλής δόλος του, αφού αναφέρεται ότι ενήργησε ως ανωτέρω εν γνώσει του και με τη θέληση πραγματώσεως των άνω πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικά το έγκλημα τούτο και ως εκ τούτου η σχετική αιτίαση είναι αβάσιμη. Εξάλλου, η αιτίαση ότι αναιτιολόγητα το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος περί διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προς διαπίστωση ή μη της πλαστογραφήσεως από τον αναιρεσείοντα της υπογραφής της εγκαλούσας επί των επιδίκων τεσσάρων συναλλαγματικών ως και του λοιπού περιεχομένου αυτών είναι απορριπτέα, διότι κατά τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης η σχετική αιτιολογία είναι επαρκής, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προεκτέθηκε, η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος, όσον δε αφορά τον λόγο περί αναιτιολόγητης απόρριψης του αιτήματος περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, είναι προεχόντως απαράδεκτος. Οι λοιπές αιτιάσεις περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 365 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ. προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρθρ. 171 παρ. 1δ ΚΠΔ), που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Στα πρακτικά τη δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα το έγγραφο αναγνώσθηκε, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο, που αναγνώσθηκε. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεγνώσθησαν οι τέσσερις επίδικες πλαστές συναλλαγματικές και δεν υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα τούτων. Ειδικότερα, με την αναφορά των συναλλαγματικών τούτων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστές και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους (άρθρο 358 ΚΠΔ), γεγονός, που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης λαμβανομένου υπόψη ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας των συναλλαγματικών είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι οι συναλλαγματικές αυτές και όχι κάποιες άλλες αναγνώσθηκαν στη δίκη αυτή. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, περί απόλυτης ακυρότητας, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1α του ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ιδίου Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' λόγος αναιρέσεως, διότι δεν αναγνώσθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα και δη 1) η από 22-11-2004 αίτηση του αναιρεσείοντος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης, με την οποία ζητούσε τη γραφολογική εξέταση των συναλλαγματικών αυτών και άλλων τεσσάρων συναλλαγματικών της εγκαλούσας προς σύγκριση 2) τα τιμολόγια- δελτία αποστολής με αριθ. 96, 97 και 98 και 3) δύο επιταγές της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ σε διαταγή του Β. Κορνιανού, ημερομηνίας 22-3-2002, ποσού 1.467 ευρώ και ημερομηνίας 30-7-2002 ποσού 1.467 ευρώ και 4) τα ειδοποιητήρια της ΑΤΕ προς τη μηνύτρια, από τα οποία θα αποδεικνυόταν ότι αυτός (ο αναιρεσείων) δεν πλαστογράφησε τις επίδικες συναλλαγματικές, είναι αβάσιμος διότι, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωση τούτων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-9-2008 αίτηση και τους από 2-4-2009 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 4452/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή