Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1721 / 2010    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Κατηγορούμενος.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια (γιατρού καρδιολόγου). Είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι λόγοι αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο - έλλειψη ακροάσεως εκ του ότι το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του συγκατηγορουμένου του περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα, και εκ του ότι απέρριψε ένσταση ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος υποβληθείσα από τον συγκατηγορούμενό του, επειδή δεν περιείχε τα στοιχεία του άρθρου 28 ΠΚ και δεν κάνει μνεία του άρθρου 15 ΠΚ. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθόσον με την αναφορά των εγγράφων με αύξοντα αριθμό και στοιχεία... προσδιορίζεται η ταυτότητα τους. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, παραβίαση εκ πλαγίου των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 302 ΠΚ, καθόσον εκτίθενται με σαφήνεια τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, το είδος της αμέλειας, τα περιστατικά τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, ενώ ορθώς εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, - ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του θανάτου του παθόντος - ούτε δημιουργείται ασάφεια ως προς τα αίτια του θανάτου του ασθενούς. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, καθόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις πραγματογνωμοσύνες, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Απορριπτέος ως απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα εκ του ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα, γιατί στην ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από αμέλεια δεν διέλαβε τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ.




Αριθμός 1721/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου- Κατσαβριά- Εισηγήτρια, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Φραγκίσκο Ραγκούση και Κρυστέλλα Σπανάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.11158/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Δ. Γ. του Α. και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Γ. Μ. του Β. και 2)’. Γ. Μ., κάτοικων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυπριώτη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1084/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 463 του ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει όχι μόνον για την άσκηση του ενδίκου μέσου, αλλά και για την προβολή καθενός λόγου του ενδίκου μέσου και μάλιστα να προσδιορίζεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου. Ειδικά για το συμφέρον αυτό απαιτούνται τα εξής: 1) ο δικαιούμενος να ασκήσει το ένδικο μέσο να υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη, 2) ο ίδιος να επιδιώκει ορισμένο όφελος από το ένδικο μέσο, και 3) το συμφέρον πρέπει να είναι ατομικό, να αναφέρεται δηλαδή στο δικαίωμα και όχι σε άλλο διάδικο. Η ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος για το ένδικο μέσο καθιστά αυτό απαράδεκτο κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, κατά την οποία "ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ή ο Εισαγγελέα ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση", σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠΔ που ορίζει ότι " ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος", συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, ως λόγου απολύτου ακυρότητας, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δυνάμει της οποίας καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων (14) μηνών για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο- έλλειψης ακροάσεως εκ του ότι το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση συγκατηγορουμένου του περί ακυρότητας του υπ' αριθμ. 94304/2006 κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος και να προτείνει επ' αυτού ο Εισαγγελέας της έδρας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε στο δικαστήριο την σχετική ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (την υπέβαλε ο συγκατηγορούμενός του), ώστε να νομιμοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 463 του ΚΠΔ, να ζητήσει με λόγο αναιρέσεως την ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την παράβαση αυτή. Σε κάθε περίπτωση δε ο λόγος αυτός και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα. Από το συνδυασμό των άρθρων 329, 331,333 παρ. 1,358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητα του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του ΚΠΔ ως άνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι , εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εκ του ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και τα καταχωρημένα στα πρακτικά έγγραφα με αύξοντες αριθμούς 18) "έγγραφο που εμφανίζει ενεργές δόσεις και ισοδυνάμους περιόδους εκθέσεως ακτινογραφιών και αξονικών" και 24) "ιατρικά πιστοποιητικά που δόθηκαν στο δικαστήριο και ομιλούν για πόνο κοιλίας", χωρίς να προσδιορίζεται σαφώς η ταυτότητα τους, αφού δεν αναφέρεται κάποιο προσδιοριστικό στοιχείο του νοσοκομείου από το οποίο εκδόθηκαν, με συνέπεια να μη μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα αν σ' αυτά συμπεριλαμβάνονται τα έγγραφα του Γενικού Νοσοκομείου Ασκληπιείου Βούλας, που αναφέρουν πόνο στην κοιλία, τα οποία πράγματι δόθηκαν στο δικαστήριο προς ανάγνωση από την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (και συγκεκριμένα τα με αύξοντα αριθμό 91837 και 90299 έγγραφα της Χειρουργικής και Καρδιολογικής κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου). Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της, τα οποία κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ " ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο" (μη επιτρεπομένης ανταποδείξεως παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών), σαφώς προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναγνώσθηκαν μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα που αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως και φέρουν αύξοντα αριθμό καταχώρησης στα πρακτικά: 18) "έγγραφο που εμφανίζει ενεργές δόσεις και ισοδυνάμους περιόδους εκθέσεως ακτινογραφικών και αξονικών", και 24) " ιατρικά πιστοποιητικά που δόθηκαν στο δικαστήριο και ομιλούν για πόνο κοιλίας". Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων προσδιορίζεται κατά τρόπο που δεν δημιουργείται αμφιβολία η ταυτότητα τους, εν όψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, τα πρόσωπα στα οποία αφορούν κτλ, αφού με την ανάγνωση του κειμένου τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ο οποίος συνομολογεί ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά που αναφέρουν πόνο στην κοιλία και έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά με αύξοντα αριθμό 24 προσκομίστηκαν στο δικαστήριο από τον ίδιο (δια του συνηγόρου του), τα οποία επομένως με βεβαιότητα αναγνώσθηκαν, και είχε ως εκ τούτου την δυνατότητα να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, και ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν προέβαλε καμία αντίρρηση. Εξ άλλου από τα ίδια πρακτικά σαφώς προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο άλλα έγγραφα πλην εκείνων που έχουν καταχωρηθεί σ' αυτά, καθώς και εκείνων που μνημονεύονται ρητά στην αιτιολογία της αποφάσεως, μεταξύ των οποίων δεν διαλαμβάνονται έγγραφα με προσδιορισμό : 1) αποτελέσματα αιματολογικού εργαστηρίου Νοσοκομείου Ασκληπιείο Βούλας, 2) Ακτινογραφία θώρακος από 26/12/2002, 3) το διοιδοφάγειο υπερηχογράφημα Γ.Ν. Ασκληπιείου Βούλας, αναφέρεται στην αιτιολογία, 4) το από 26/12/2002 έντυπο χειρουργείου (αναφέρεται το από 26/12/2002 πρακτικό του χειρουργείου), 5) αντίγραφο από την εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" της 8/2/85, 6) αντίγραφο από την εφημερίδα "η Πατρίς" της 24/5/78, και 7) αντίγραφο από την εφημερίδα " Σημιακό Βήμα" της 10/12/90.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια( αποτρεπτική του αποτελέσματος). Η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα, κτλ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε να αιτιολογείται ειδικά ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου και για ποιο λόγο έγινε πιστευτό ή περισσότερο πιστευτό ένα συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και γιατί δεν έγινε περισσότερο το ένα άλλο, αφού αυτά ανάγονται σε εκτίμηση πραγμάτων. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών εκείνος που από αμέλεια επιφέρει τον θάνατο άλλου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ , κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ' ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πηγάζει δε είτε από ρητή διάταξη του νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, είτε άλλως από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπαίτιος της παράλειψης αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνου στο μέλλον, πρέπει δε να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, εν όψει της διάκρισης του άρθρου 28 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας όταν απαγγέλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφαση με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκτίθεται αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ. Όταν δε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11158/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος αναφέρονται, ο αναιρεσείων Ι. Κ. κηρύχθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια (όπως και ο μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενός του Δ. Γ., ενώ οι λοιποί δύο συγκατηγορούμενοί τους Π. Σ. και Π. Τ. κηρύχθηκαν αθώοι) και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης 14 μηνών, που ανεστάλη επί τριετία. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στις 26-12-2002 και περί ώρα 08.00 πμ ο Β. Μ., ηλικίας 30 ετών, αστυνομικός, διακομίσθηκε από τους γονείς του με έντονους πόνους στο στήθος στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του νοσοκομείου "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", το οποίο εφημέρευε. Τον εξέτασε αρχικά ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Σ., εφημερεύων ειδικευόμενος παθολόγος στη Β' Παθολογική Κλινική του εν λόγω νοσοκομείου, ο οποίος μετά τη λήψη του ιστορικού και την κλινική εξέταση του ασθενούς παρέπεμψε τον ασθενή για αιματολογικές-βιοχημικές εξετάσεις και ακτινογραφία θώρακα με διάγνωση την ύπαρξη οξείας κοιλίας και περαιτέρω έδωσε εντολή για μεταφορά του στο χειρουργικό τμήμα, προκειμένου να εξετασθεί από χειρούργο. Πριν μεταφερθεί στο χειρουργικό τμήμα ο ασθενής υποβλήθηκε σε καρδιολογική εξέταση από το δεύτερο κατηγορούμενο Ι. Κ., εφημερεύοντα ιατρό Καρδιολόγο του καρδιολογικού τμήματος του ανωτέρω νοσοκομείου, ο οποίος υπέβαλε τον ασθενή και σε ηλεκτροκαρδιογράφημα χωρίς να διαγνώσει προβλήματα από το καρδιαγγειακό σύστημα. Κατόπιν περί ώρα 10.00 πμ ο ασθενής μεταφέρθηκε στο χειρουργικό ιατρείο όπου παρελήφθη από τον τρίτο κατηγορούμενο Δ. Γ., εφημερεύοντα Επιμελητή του Β' Χειρουργικού Τμήματος, ο οποίος μετά από κλινική εξέταση επιβεβαίωσε την ύπαρξη οξείας χειρουργικής κοιλιάς και ενημέρωσε για το περιστατικό τον τέταρτο κατηγορούμενο, διευθυντή του χειρουργικού τμήματος, Π. Τ.. Ο τρίτος κατηγορούμενος Δ. Γ. στη συνέχεια έκανε εισαγωγή του ασθενούς στο Β' Χειρουργικό Τμήμα του νοσοκομείου για παρακολούθηση ενώ συμπλήρωσε τον έλεγχο αυτού με τη διενέργεια υπερηχογραφήματος και αξονικής τομογραφίας κοιλίας, χωρίς όμως να διαπιστωθεί κάτι το συγκεκριμένο. Μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι δεν είχε γίνει διάγνωση για την ασθένεια του Β. Μ., ενώ περί ώρα 12.30 με 13.00 μμ τον μετέφεραν σε θάλαμο, όπου του χορηγούσαν κατ' εντολή του τρίτου κατηγορούμενου Δ. Γ. ισχυρά παυσίπονα (μέχρι και μορφίνη), για την αντιμετώπιση του οξύτατου πόνου στο στήθος, ο οποίος αντί να βελτιώνεται επιδεινωνόταν σε σημείο τέτοιο ώστε ο ασθενής καθόταν διπλωμένος σε καρέκλα, επειδή δεν μπορούσε να ξαπλώσει από τον οξύτατο πόνο στο στήθος. Ισχυρίζονταν οι κατηγορούμενοι οτι ο ασθενής προσήλθε στο νοσοκομείο με έντονο κοιλιακό άλγος και όχι με έντονους πόνους στο στήθος. Ο ισχυρισμός τους αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, εφόσον δεν προσεπιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Δεν αναιρούνται δε τη παραπάνω από το ότι όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι αν υπήρχε οξύτατος πόνος στο στήθος, γεγονός ενδεικτικό για καρδιολογικό πρόβλημα, θα παρέπεμπαν τον ασθενή σε άλλο εφημερεύον νοσοκομείο, επειδή στο νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" δεν αντιμετωπίζονται επείγοντα καρδιολογικά προβλήματα, και έτσι θα απεκδύονταν κάθε ευθύνης. Μέχρι την 17.00 ώρα ο πατέρας του ασθενούς Γ. Μ., διαμαρτυρόταν στον τρίτο κατηγορούμενο Δ. Γ. ότι η υγεία του υιού του επιδεινώνεται αντί να βελτιώνεται με τη χορήγηση των ισχυρών παυσίπονων, γεγονός που έπρεπε να τον προβληματίσει και να τον οδηγήσει σε αναζήτηση άλλων πιθανών αιτίων της επιδείνωσης του πόνου στο θώρακα του ασθενούς. Ο τρίτος κατηγορούμενος ενημέρωσε περί ώρα 17.30 μμ τον πατέρα του ασθενούς ότι κατά τη γνώμη του είχε διάτρηση στομάχου και έπρεπε αμέσως να χειρουργηθεί, ενώ περί ώρα 19.00 μμ ο ασθενής οδηγήθηκε στο χειρουργείο για διερεύνηση κοιλίας (ερευνητική λαπαροτομία). Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις καταθέσεις των γονέων και του θείου του ασθενούς Γ., ’. και Κ. Μ., οι οποίοι συνόδευαν τον ασθενή στο νοσοκομείο, σαφώς προκύπτει ότι το μοναδικό σύμπτωμα που παρουσίαζε ο ασθενής από τις πρωϊνές ώρες της 26-12-2002 και κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο ήταν οι οξύτατοι πόνοι στο στήθος. Η χειρουργική επέμβαση έγινε από τον τρίτο κατηγορούμενο Δ. Γ., ο οποίος είχε αναλάβει τον ασθενή, τον είχε εξετάσει κλινικά και εργαστηριακά από τις 10.00 το πρωϊ μέχρι 19.00 το απόγευμα και αποφάσισε τη χειρουργική επέμβαση στην περιοχή της κοιλιάς, όπου είχε ειδικευθεί, χωρίς στη λήψη της εν λόγω απόφασης να έχει στην πραγματικότητα οποιαδήποτε συμμετοχή ο τέταρτος κατηγορούμενος Π. Τ.. Κατά τη διάρκεια της εγχείρησης και από τον έλεγχο των ενδοκοιλιακών οργάνων ο ανωτέρω τρίτος κατηγορούμενος Δ. Γ., διέγνωσε διάταση στομάχου, λεπτού εντέρου και συμφυόμενη σκωληκοειδή απόφυση και υπέβαλε τον ασθενή σε σκωληκοειδεκτομή, δηλαδή σε άλλου είδους επέμβαση από αυτή για την οποία είχε ενημερώσει αρχικά τους συγγενείς του ασθενούς. Μετά την επέμβαση ο ασθενής μεταφέρθηκε στο θάλαμό του, όπου παρέμεινε σταθερός μέχρι 21.30 μ.μ., ενώ με νοήματα όταν συνήλθε εξακολουθούσε να δείχνει στους συγγενείς του ότι πονούσε στο στήθος. Περί ώρα 22.00 μμ ο ασθενής παρουσίασε προβλήματα και συγκεκριμένα πτώση αρτηριακής πίεσης και αναπνευστική δυσχέρεια, όπως δε χαρακτηριστικά κατέθεσαν οι γονείς του "γύρισαν τα μάτια του". Αμέσως κλήθηκαν στο θάλαμο οι εφημερεύοντες ιατροί του Β' Χειρουργικού Τμήματος και ο ασθενής υποβλήθηκε σε ακτινογραφία θώρακος επί κλίνης που έδειξε πύκνωση αριστερού ημιθωρακίου. Ακολούθησε διαγνωστική παρακέντηση του θώρακα, η οποία δεν απέδωσε. Έγιναν αμέσως προσπάθειες ανάνηψης και ο ασθενής μεταφέρθηκε στη Χειρουργική Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του νοσοκομείου, όπου διασωληνώθηκε υποστηριζόμενος με μηχανική αναπνοή. Συγχρόνως ειδοποιήθηκε ο τέταρτος κατηγορούμενος Π. Τ., ο οποίος προσήλθε στη ΜΕΘ και παρουσία του τοποθετήθηκε καθετήρας κλειστής θωρακοστομιάς που απέδωσε ικανή ποσότητα αίματος (1600 ml). Επίσης ειδοποιήθηκε και προσήλθε ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Κ., ο οποίος διενήργησε διοισοφάγειο υπερηχογράφημα. Από την τελευταία αυτή εξέταση προέκυψε ότι ο ασθενής είχε υποστεί διαχωρισμό-ρήξη θωρακικής αορτής. Αμέσως κρίθηκε απαραίτητη η μεταφορά του ασθενούς σε εφημερεύον νοσοκομείο, το οποίο διαθέτει θωρακουργική-καρδιοχειρουργική κλινική. Γι'αυτό ο ασθενής διασωληνομένος με ειδικά εξοπλισμένη μονάδα του ΕΚΑΒ διακομίσθηκε στο νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ". Εκεί τον παρέλαβε σε κωματώδη κατάσταση ο μάρτυρας κατηγορίας-ιατρός καρδιοχειρουργικής κλινικής ΓΠΝ "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" Μ. Α.. Ο ασθενής υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία θώρακος-τραχήλου, όπου διαπιστώθηκε διαχωρισμός της θωρακικής αορτής και του αορτικού τόξου και μεγάλη ποσότητα αίματος στο αριστερό ημιθωράκιο και στον τράχηλο, ενώ κατά τη διάρκεια της εξέτασης υπέστη καρδιακή ανακοπή και παρά τις προσπάθειες ανάταξης των ιατρών, ο ασθενής κατέληγε περί ώρα 6.30 πμ της 27-11-2002. Από τη διενεργηθείσα νεκροψία-νεκροτομή διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του ανωτέρω οφείλεται αποκλειστικά σε ρήξη διαχωριστικού ανευρύσματος ανιούσας αορτής (συνεπεία ιδιοπαθούς νέκρωσης του τοιχώματός της. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τ'ακόλουθα: α)ο θάνατος του ασθενούς Β. Μ. οφείλεται σε διαχωρισμό-ρήξη ανευρύσματος θωρακικής αορτής, ασθένεια η οποία εκδηλώνεται με οξύτατους πόνους στο στήθος. Ο ασθενής διακομίσθηκε στο νοσοκομείο τις πρωϊνές ώρες της 26-12-2002 με οξύτατους πόνους στο στήθος γεγονός που αποδεικνύει σύμφωνα με την ιατρική επιστήμη και τα στοιχεία της δικογραφίας ότι κατά την έλευσή του στο νοσοκομείο είχε υποστεί διαχωρισμό του θωρακικού αορτικού τοιχώματος δηλαδή είχε λάβει χώρα αιφνίδια είσοδος αίματος από τον αυλό της αορτής στο μέσο χιτώνα της διαμέσου μιας ή περισσοτέρων ρήξεων του έσω χιτώνα, με αποτέλεσμα να διαχωρίζεται ο μέσος χιτώνας και να δημιουργείται ο ψευδής αυλός, ενώ σημαντικότεροι παράγοντες του αορτικού διαχωρισμού είναι η υπέρταση και η εκφύλιση του μέσου χιτώνα. Για τη διάγνωση του διαχωρισμού της αορτής δεν είναι αρκετή η ακτινογραφία θώρακος, ενώ το κλασσικό υπερηχοκαρδιογράφημα μπορεί να δείξει περικαρδιακή συλλογή, ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας ή το διαχωρισμό στην ανιούσα αορτή. Τον ασφαλέστερο όμως διαγνωστικό κανόνα για τη διάγνωση του διαχωρισμού στην ανιούσα και κατιούσα θωρακική αορτή αποτελούν το διοισοφάγενο υπερηχογράφημα, η αξονική τομογραφία με τη χορήγηση σκιαστικού, η μαγνητική τομογραφία και η αορτογραφία. Επίσης οι ασθενείς με διαχωρισμό αορτής υποβάλλονται άμεσα από καρδιολόγο σε φαρμακευτική αγωγή με σκοπό την ύφεση του πόνου και την πρόληψη της ρήξης (σχισίματος) αορτής ή της επέκτασης του διαχωρισμού, κάθε ώρα καθυστέρησης της αγωγής δημιουργεί επιβάρυνση κατά 2%, ενώ περαιτέρω δεν αποκλείεται και χειρουργική αντιμετώπιση από καρδιοχειρούργο με αντικατάσταση της αορτής με μόσχευμα από συνθετικό υλικό. β)Ο διαχωρισμός της ανιούσης αορτής δεν αντιμετωπίσθηκε έγκαιρα λόγω καθυστερημένης διάγνωσής της με αποτέλεσμα να επέλθει στις 23.00 μμ της 26-12-2002 ρήξη της ανιούσης αορτής δηλαδή σχίσθηκε η ανιούσα αορτή και προκλήθηκε εσωτερική αιμορραγία από την οποία επήλθε ο θάνατος του ασθενούς. γ)το καθυστερημένο της διάγνωσης οφείλεται σε αμέλεια (μη συνειδητή) του δεύτερου κατηγορουμένου-καρδιολόγου Ι. Κ. και του τρίτου κατηγορουμένου-χειρούργου, οι οποίοι αν και ήταν υπόχρεοι συνεπεία του επαγγέλματός τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή έχοντας τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας όσο και από την έννομη θέση τους ως νοσοκομειακών ιατρών σε κρατικό νοσοκομείο που εφημέρευε, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος της ανθρωποκτονίας των ασθενών του νοσοκομείου από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν ως μέσοι συνετοί ιατροί με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, αν και ο θανών εισήχθη στο νοσοκομείο με έντονους πόνους στο στήθος, συνεχώς επιδεινούμενους παρά τη χορήγηση ισχυρών παυσίπονων, περιορίσθηκαν στο να υποβάλουν αυτόν μόνο σε αιματολογικές-βιοχημικές εξετάσεις, ακτινογραφία θώρακος και καρδιογράφημα και δεν εξάντλησαν την έρευνά τους στην περιοχή του θώρακος, υποβάλλοντας αυτόν και σε άλλες ιατρικές εξετάσεις και ειδικότερα σε υπέρηχο καρδιάς, αξονική τομογραφία θώρακα και αν οι εξετάσεις αυτές ήταν αρνητικές δηλαδή δεν παρουσίαζαν παθολογικά ευρήματα να προχωρήσουν σε μαγνητική τομογραφία θώρακος και διοισοφάγενο υπερηχογράφημα, που έπρεπε να κάνουν για την ασφαλέστερη διάγνωση της ασθένειας του παραπάνω σε σχέση με τα κλινικά συμπτώματα αυτού (οξύτατος πόνος στο στήθος). Αντίθετα αυτοί περιορίσθηκαν σε έλεγχο εργαστηριακό μόνο της περιοχής της κοιλιάς και παρά το γεγονός ότι στο σημείο αυτό δεν υπήρξαν παθολογικά ευρήματα, ενώ ο ασθενής παραπονιόταν για οξείς πόνους στο στήθος που συνεχώς επιδεινώνονταν τον οδήγησαν στο χειρουργείο, όπου τον υπέβαλαν σε ερευνητική λαπαροτομία και ακολούθως σε σκωληκοειδεκτομή, επιβαρύνοντας έτσι την ήδη σοβαρή κατάσταση της υγείας του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επελθόν αποτέλεσμα (θάνατος του ασθενούς) το οποίο δεν προέβλεψαν ως δυνατό οι κατηγορούμενοι αυτοί, ενώ είχαν τη δυνατότητα να το προβλέψουν και να το αποφύγουν, συνδέεται αιτιωδώς με την προαναφερόμενη πλημμελή εξέταση του ασθενούς από τους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων, και τη μη τήρηση από αυτούς των ορισμών και κανόνων που διέπουν το ιατρικό επάγγελμα αφού η οφειλόμενη στην πλημμελή τους εξέταση μη έγκαιρη διάγνωση της ασθένειας του (διαχωρισμός ανιούσας αορτής) είχε ως αποτέλεσμα να μην υποβληθεί ο ασθενής στην ενδεδειγμένη θεραπεία, δηλαδή φαρμακευτική αγωγή και άμεση χειρουργική αντιμετώπιση του διαχωρισμού της αορτής, με σκοπό την πρόληψη της ρήξης ή της επέκτασης του διαχωρισμού, η οποία ήταν ικανή να τον θεραπεύσει. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων αυτών ότι ο διαχωρισμός και η ρήξη της ανιούσας θωρακικής αορτής του ασθενούς που αποτελούν και αιτία του θανάτου επήλθαν ταυτόχρονα περί ώρα 23.00 μετά τη χειρουργική επέμβαση αυτού στην περιοχή της κοιλίας και δεν συνδέεται (διαχωρισμός ρήξη) με την αιτία εισαγωγής του στο ως άνω νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσία διότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα πορίσματα των ιατρικών πραγματογνωμοσυνών που διενεργήθηκαν με τις 70468/2007 και 2220/2008 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και στα οποία οι πραγματογνώμονες Γ. Σ. και Γ. Κ. αντίστοιχα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος του ανωτέρω ασθενούς οφείλεται σε διαχωρισμό και ρήξη της ανιούσας αορτής, που επήλθαν ταυτοχρόνως περί ώρα 23.00 της 26-12-2002 και δεν συνδέονται αιτιακά με οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη των κατηγορουμένων ιατρών. Τούτο γιατί στο συμπέρασμα αυτό κατέληγαν αφού έλαβαν ως δεδομένο, εσφαλμένα όμως, ότι τα συμπτώματα της ασθένειας αυτής, που είναι σύμφωνα με όσα εκθέτουν ο αφόρητος πόνος στην περιοχή του πρόσθιου ή οπίσθιου θωρακικού τοιχώματος ή στη μεσοπλάτια χώρα, εκδηλώθηκαν στο συγκεκριμένο ασθενή την ανωτέρω χρονική στιγμή δηλαδή περί ώρα 23.00 της 26-12-2002, με αποτέλεσμα για το λόγο αυτό να αποκλείσουν το ενδεχόμενο ο εν λόγω ασθενής να είχε υποστεί διαχωρισμό τις πρωϊνές ώρες της 26-12-2002 κατά την προσέλευσή του στο νοσοκομείο είτε αργότερα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Όπως όμως αποδείχθηκε ο άτυχος ασθενής ήδη από τις πρωϊνές ώρες της 26-12-2002 αντιμετώπιζε αφόρητους πόνους στην περιοχή του θώρακα και αυτός άλλωστε ήταν ο λόγος που διακομίσθηκε στο νοσοκομείο, γεγονός το οποίο οι πραγματογνώμονες ιατροί δεν έλαβαν υπόψη τους και δεν αξιολόγησαν αντικειμενικά. Επίσης ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ο διαχωρισμός δεν θα μπορούσε να συμβεί το πρωϊ γιατί σ'αυτή την περίπτωση θα είχε ο ασθενής υποστεί εγκεφαλικό, με αποτέλεσμα να ταυτίζονται χρονικά περί ώρα 23.00 διαχωρισμός και ρήξη ανιούσας αορτής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο διαχωρισμός της ανιούσης αορτής δεν προκαλεί αναγκαίως και εγκεφαλικό επεισόδιο στο ασθενή, εφόσον κρίσιμο γι'αυτό στοιχείο είναι το σημείο του αρχικού διαχωρισμού. Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία τα πραγματικά περιστατικά σε βάρος του δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής) και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι το κλητήριο θέσπισμα περιέχει όλα τα κατ'άρθρο 321 ΚΠΔ και 6 παρ.3 εδαφ.α'της ΕΣΔΑ στοιχεία για το αποδιδόμενο στους κατηγορουμένους έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέσθηκε με παράλειψη (άρθρα 28, 15 302 παρ.1 ΠΚ), εφόσον σ'αυτό αναφέρονται περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της μη συνειδητής αμέλειας, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των υπαιτίων να ενεργήσουν ως ιατροί κρατικού νοσοκομείου με βάση τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ενώ η μη αναγραφή του άρθρου 15 ΠΚ δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (ΑΠ 830/2009, ΑΠ 1220/2008, ΑΠ 58/2007 ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ" Ευγενίου Γιαρένη "Η μη αναγραφή του άρθρου 15 ΠΚ επί του κλητηρίου θεσπίσματος σε περίπτωση ανθρωποκτονίας από αμέλεια με παράλειψη από έχοντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος δράστη, ως λόγος ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος" με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία, Ποιν.Χρον.2009, 189 Επομένως ο λόγος ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που απορρίφθηκε πρωτόδικα και επαναφέρουν οι κατηγορούμενοι παραδεκτά με την έφεσή τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο για ανθρωποκτονία από αμέλεια (μη συνειδητή) και ειδικότερα του ότι "στην Αθήνα στις 27/12/2002 επέφερε από αμέλεια το θάνατο άλλου, και ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο υπό την ιδιότητα του ως ιατρός καρδιολόγος (και ο συγκατηγορούμενός του Δ. Γ., ως ιατρός χειρούργος) στο Νοσοκομείο " Ασκληπιείο Βούλας", το οποίο εφημέρευε την 26/12/2002, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και με τις ενέργειες του που δεν ήταν σύμφωνες με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, διέγνωσε ότι ο Β. Μ., ετών 30. ο οποίος εισήχθη στο ανωτέρω Νοσοκομείο στις 07.00 π.μ. με έντονο πόνο στο στήθος και με την περίπτωση του οποίου ασχολήθηκε, είχε υποστεί διάτρηση στομάχου και χωρίς να τον υποβάλει προηγουμένως σε αξονική τομογραφία στο στήθος, η οποία θα έδειχνε το πρόβλημα του ανευρίσματος της αορτής που είχε, οπότε θα ήταν δυνατή και η άμεση χειρουργική επέμβαση αυτού, τον οδήγησε στο χειρουργείο, όπου ο ιατρός-χειρούργος Δ. Γ. του έκανε ερευνητική λαπαροτομία για διάτρηση στομάχου, όταν δε διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε διάτρηση, τον υπέβαλε σε σκωληκοειδεκτομή, ενήργησε δε με τον τρόπο αυτό παρά το γεγονός ότι το υπερηχογράφημα, ο ακτινολογικός έλεγχος και η αξονική τομογραφία της κοιλίας του ασθενούς δεν έδειξαν ευρήματα και χωρίς, όπως προεκτέθηκε, να εξαντλήσει την ερευνά του στην περιοχή του στήθους αυτού, όπου υπήρχε και έντονος πόνος, με αποτέλεσμα, ο ανωτέρω ασθενής, του οποίου η κατάσταση επιβαρύνθηκε και από τη χωρίς λόγο επέμβαση, να υποστεί μετεγχειρητικά shock (σοκ) και να μεταφερθεί στη μονάδα εντατικής θεραπείας του ανωτέρω Νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκε με διοισοφάγειο υπερηχογράφημα διαχωρισμός τύπου III και ρήξη θωρακικής αορτής, οπότε διακομίστηκε στο θωρακοχειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου " Ευαγγελισμός" σε κωματώδη κατάσταση τις πρωινές ώρες της 27/12/2002, όταν πια ήταν πολύ αργά για να αντιμετωπισθεί χειρουργικά το ανεύρυσμα του, εκεί δε, ενώ υποβαλλόταν σε αξονική τομογραφία στο στήθος, υπέστη καρδιακή ανακοπή, και παρά τις προσπάθειες ανάταξης, κατέληξε στις 06.30 π.μ". Για την πράξη του δε αυτή η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 28, 15, και 302 παρ. 1 του ΠΚ καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα τεσσάρων(14) μηνών. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αξιολόγησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αλλά δέχθηκε επιλεκτικά ως αληθείς τις καταθέσεις μερικών μαρτύρων, και συγκεκριμένα των συγγενών του θανόντος, που είναι αντίθετες με τα στοιχεία δημοσίων εγγράφων του Νοσοκομείου Ασκληπιείο Βούλας, και όχι τις καταθέσεις των ιατρών Ε. Α. (αναισθησιολόγου), Ε. Π. (παθολόγου), Μ. Α. (καρδιολόγου), ούτε προέβη σε εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση των καταθέσεων και των λοιπών μέσων, ενώ διέλαβε στην αιτιολογία της και λογική αντίφαση σε σχέση με το διαχωρισμό της " ανιούσης αορτής και τα συμπτώματα που προκαλεί", δεχόμενη στο αιτιολογικό της ότι η ρήξη της αορτής " δεν προκαλεί αναγκαίως εγκεφαλικό επεισόδιο στον ασθενή", και σε άλλο σημείο ότι "ο διαχωρισμός- ρήξη εκδηλώνεται με οξύτατους πόνους στο στήθος", χωρίς να προσδιορίζει το αρχικό σημείο του διαχωρισμού, που ήταν οι καρωτίδες, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Α. αλλά και την αξονική τομογραφία του Νοσοκομείου "Ευαγγελισμός", και ότι οι παραδοχές της είναι αντίθετες με τις καταθέσεις των εχόντων ειδικές γνώσεις μαρτύρων και με το περιεχόμενο των πραγματογνωμοσυνών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η πληττόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, το οποίο επιτρεπτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό και αποτελούν ενιαίο σύνολο, εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια( μη συνειδητή), με πλήρη έκθεση των πραγματικών περιστατικών των θεμελιωτικών της υποστάσεως (αντικειμενικής και υποκειμενικής) του εγκλήματος αυτού, που προβλέπεται κα τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1β, 15,28, 302 παρ. 1 του ΠΚ., τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: 1) προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο για την περί της ενοχής κρίση του έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα στο σύνολο τους τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, και δεν ήταν απαραίτητη ειδικότερη αναφορά τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτίαση δε του αναιρεσείοντος για παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων είναι απαράδεκτη, διότι δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, όπως δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικός ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και 2) δεν δημιουργείται καμία αντίφαση στην αιτιολογία της απόφασης σε σχέση με το διαχωρισμό της ανιούσας αορτής και τα συμπτώματα που προκαλεί, από την αναφορά ότι η ρήξη της αορτής " δεν προκαλεί αναγκαίως εγκεφαλικό επεισόδιο στον ασθενή", και σε άλλο σημείο ότι " ο διαχωρισμός- ρήξη εκδηλώνεται με οξύτατους πόνους στο στήθος", ενώ ο μη ακριβής προσδιορισμός του αρχικού σημείου του διαχωρισμού της αορτής, που κατά τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Α. και την αξονική τομογραφία του Νοσοκομείου Ευαγγελισμό, ήταν οι καρωτίδες, δεν συνιστά αντίφαση ούτε έλλειψη αιτιολογίας.
Από το άρθρο 178 του ΚΠΔ το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΠΚ με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο, από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή, που αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως που καθιερώνει το άρθρο 177 του ΚΠΔ, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστή, με την έννοια ότι δεν δεσμεύεται από αυτή, οφείλει όμως όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτή συμπεράσματα να αιτιολογεί ειδικώς την αντίθετη δικαστική πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα προκύπτοντα περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Ειδικά αν υπάρχουν δύο ή περισσότερες πραγματογνωμοσύνες αντίθετες κατά περιεχόμενο, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του αναφορικά με την αποδοχή της μιας εκ των δύο ή εκ των πολλών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμα του. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν έλαβε υπόψη τις δικαστικές πραγματογνωμοσύνες των πραγματογνωμόνων Γ. Κ. και Γ. Σ., οι οποίες, ως ειδικά αποδεικτικά μέσα, δεν διαλαμβάνονται, όπως θα έπρεπε, στα αποδεικτικά μέσα και δεν αιτιολόγησε την απόρριψη των συμπερασμάτων τους, ενώ δεν έλαβε επίσης υπόψη και την από 13/1/2007 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ειδικού ιατροδικαστή Κ. Β.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση, σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις δικαστικές πραγματογνωμοσύνες των Γ. Κ. και Γ. Σ. (σελίδα 49 η του σκεπτικού), που αναγνώσθηκαν και είναι καταχωρημένες στα πρακτικά με αύξοντες αριθμούς 21 και 22. Οι πραγματογνωμοσύνες αυτές, ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, δεν αναφέρονται μεν στο προοίμιο του σκεπτικού μεταξύ των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, γίνεται όμως ρητή μνεία αυτών στο αιτιολογικό της απόφασης (σελίδα 49η) και τα πορίσματα τους γίνονται δεκτά εν μέρει (σχετικά με τα αίτια του θανάτου του ασθενή), τα αποτελέσματα των εξετάσεων που διενεργήθηκαν, τα ιατρικά δεδομένα που παρατίθενται σ' αυτές κτλ). Κατά το μέρος όμως που οι παραδοχές της απόφασης είναι διαφορετικές- αντίθετες, ιδιαίτερα ως προς την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής και του επελθόντος θανάτου του ασθενή, παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που τις στηρίζουν, όπως αυτά προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων) και αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Επίσης, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του (ως έγγραφο) και την από 13/1/2007 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ειδικού ιατροδικαστή Κ. Β., η οποία στα πρακτικά στη θέση αναγνωστέα έγγραφα φέρεται με αύξοντα αριθμό 17.
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ που εφάρμοσε, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές και αιτιολογίες, και επομένως είναι αναιρετέα κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, και συγκεκριμένα: "ενώ στο αιτιολογικό και στη σελίδα 49 δέχεται ότι ο διαχωρισμός της ανιούσας αορτής δεν αντιμετωπίσθηκε εγκαίρως, λόγω καθυστερημένης διάγνωσης , με αποτέλεσμα να επέλθει στις 23.00 μμ της 26/12/2002 ρήξη της ανιούσας αορτής, δηλαδή σχίστηκε η ανιούσα αορτή και προκλήθηκε εσωτερική αιμορραγία από την οποία επήλθε ο θάνατος του ασθενούς, στο διατακτικό και στις σελίδες 50,51 δέχεται ότι όλοι οι κατηγορούμενοι δεν εξάντλησαν την ερευνά τους στην περιοχή του στήθους, όπου ο έντονος πόνος, με αποτέλεσμα, ο ανωτέρω ασθενής, του οποίου η κατάσταση επιβαρύνθηκε και από τη χωρίς σοβαρό λόγο επέμβαση, να υποστεί μετεγχειρητικά shock (σοκ) και να μεταφερθεί σε μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκε διαχωρισμός τύπου III και ρήξη θωρακικής αορτής, οπότε διακομίστηκε στο θωρακοχειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός και ενώ υποβαλλόταν σε αξονική τομογραφία στο στήθος, υπέστη καρδιακή ανακοπή και παρά τις προσπάθειες ανάταξης του, εξέπνευσε στις 6.30 πμ". Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι με τις παραπάνω παραδοχές, δεν δημιουργείται καμία ασάφεια ως προς τα αίτια του θανάτου του ασθενούς που ήταν η ρήξη της ανιούσας αορτής και η πρόκληση εσωτερικής αιμορραγίας, οφειλόμενη στην καθυστέρηση διάγνωσης και αντιμετώπισης του διαχωρισμού αυτής, που είχε ως αποτέλεσμα ο ασθενής, του οποίου η κατάσταση είχε επιβαρυνθεί και από την προηγηθείσα, χωρίς σοβαρό λόγο, χειρουργική επέμβαση, να υποστεί μετεγχειρητικά shock (σοκ) και να μεταφερθεί σε μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκαν τα προαναφερόμενα, δηλαδή ο διαχωρισμός τύπου III και ρήξη της θωρακικής αορτής και η εσωτερική αιμορραγία, οπότε διακομίστηκε στο θωρακοχειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός και ενώ υποβαλλόταν σε αξονική τομογραφία στο στήθος, υπέστη καρδιακή ανακοπή και παρά τις προσπάθειες των γιατρών κατέληξε. Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και επομένως είναι αναιρετέα, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Η του ΚΠΔ, επειδή απέρριψε ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που υπέβαλε συγκατηγορούμενός του, επειδή δεν περιείχε τα στοιχεία του άρθρου 28 του ΠΚ " περί αμέλειας" που είναι αναγκαία για την συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν κάνει μνεία του άρθρου 15 του ΠΚ που στοιχειοθετεί την κατά νόμο αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης που αποτελούν πλήρη απόδειξη (άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ), σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε στο δικαστήριο ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ώστε να νομιμοποιείται στην επίκληση του ως άνω λόγου.
Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, εκ του ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ, και επομένως είναι αναιρετέα, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, διότι δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος επιτακτικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε από αμέλεια του. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, σαφώς προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται και αναφέρεται ρητώς το είδος της αμέλειας( μη συνειδητής), παρατίθενται αναλυτικώς τα συνιστώντα την παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης περιστατικά, ενώ ορθώς εφαρμόστηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία της διατάξεως αυτής, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ως εκ του ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος αποτέλεσε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε της ανθρωποκτονίας που προξένησε, δεδομένου ότι η αμέλεια του, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, συνίσταται στο ότι αυτός έχοντας την ιδιότητα του καρδιολόγου γιατρού, υπόχρεου λόγω του επαγγέλματος του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, έχοντας τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας, όσο και από την έννομη θέση του ως νοσοκομειακού γιατρού σε εφημερεύον Κρατικό Νοσοκομείο, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του θανάτου του ασθενούς από αμέλεια του μη συνειδητή, αν και ο θανών εισήχθη στο νοσοκομείο με έντονους πόνους στο στήθος, συνεχώς επιδεινούμενους παρά την χορήγηση ισχυρών παυσίπονων, υπέβαλε αυτόν μόνο σε ακτινογραφία θώρακος και καρδιογράφημα και παρέλειψε να υποβάλλει τον ασθενή σε υπέρηχο καρδιάς, και αξονική τομογραφία θώρακος, και (αν οι εξετάσεις αυτές ήταν αρνητικές, δηλαδή δεν παρουσίαζαν παθολογικά ευρήματα), να τον υποβάλλει περαιτέρω σε μαγνητική τομογραφία θώρακος και διοισοφάγειο υπερηχογράφημα, για την ασφαλέστερη διάγνωση της ασθένειας αυτού σε σχέση με τα κλινικά συμπτώματα που εμφάνιζε (οξύτατος πόνος στο στήθος που συνεχώς επιδεινωνόταν), ούτε διέγνωσε το νόσημα (διαχωρισμός τύπου III και ρήξη ανευρίσματος θωρακικής αορτής) κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας, συνεπεία δε των παραλείψεων αυτών δημιούργησε την αιτιατή συνθήκη για την παραγωγή του αποτελέσματος, δηλαδή το θάνατο, λόγω της ρήξεως της ανιούσας αορτής και πρόκλησης εσωτερικής αιμορραγίας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του θανάτου του παθόντος θεμελιώνεται στο γεγονός ότι αυτός, έχοντας το επάγγελμα του γιατρού και την πιο πάνω ειδικότητα, ανέλαβε την ιατρική αντιμετώπιση του εν λόγω επείγοντος περιστατικού, κατά τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και εντεύθεν, όπως είναι αυτονόητο, την αποτροπή του θανάτου του παθόντος από ιατρικό σφάλμα, ο οποίος (θάνατος) τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις ως άνω παραλείψεις του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος. Επομένως, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθενται περιστατικά που να θεμελιώνουν την ιδιαίτερη αυτού νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του συγκεκριμένου αποτελέσματος και ότι η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής, αναφορικά με την αντικειμενική συνδρομή της παραβάσεως "ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης", κατά τους όρους του άρθρου 15 του ΠΚ, καθόσον, όπως υποστηρίζει , ουδόλως διαλαμβάνει περί του άρθρου 15 του ΠΚ και δεν αιτιολογεί την συνδρομή των προϋποθέσεων που η διάταξη αυτή θέτει.
Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο( άρθρα 171 παρ. 1 περ. β του ΚΠΔ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου κώδικα), εκ του ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα, γιατί στην ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από αμέλεια, δεν διέλαβε τη διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ, που καθιερώνει την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του (δια παραλείψεως), ούτε διαλαμβάνεται στην πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, ενώ με την προσβαλλόμενη κηρύχθηκε ένοχος και για την ως άνω διάταξη (άρθρο 15 του ΠΚ), θεμελιωτική της υποκειμενικής υπόστασης του άρθρου 302 του ΠΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ποινική δίωξη ασκήθηκε κανονικά από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για ανθρωποκτονία από αμέλεια και στο κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμέλεια του και την ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση ως καρδιολόγου γιατρού Κρατικού Νοσοκομείου που επελήφθη του συμβάντος. Η κατ' αυτό δε τον τρόπο άσκηση της ποινικής διώξεως, χωρίς την αναγραφή του άρθρου 15 του ΠΚ, δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε των προστατευομένων από την ΕΣΔΑ δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου. Ούτε επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας με την υπαγωγή από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών στον ορθό κανόνα δικαίου και την προσθήκη της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ούτε με την προσθήκη της διάταξης αυτής του άρθρου 15 του ΠΚ στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταβάλλεται ο ποινικός χαρακτήρας του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, αλλά ούτε και το προβλεπόμενο πλαίσιο της ποινής του.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/7/2010 αίτηση του Ι. Κ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11158/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή