Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 516 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παραγραφή, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, Νομίμου βάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως του μηχανικού - τεχνικού διευθυντή της αναδόχου εργοληπτρίας εταιρίας και του επιβλέποντος μηχανικού του έργου κατασκευής μεταλλικής γέφυρας, η οποία, κατά τη διέλευση αυτοκινήτου, κατέπεσε και τραυμάτισε θανάσιμα τη συνοδηγό. Στοιχεία εγκλήματος. Αναιρεί την απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία και έλλειψη νόμιμης βάσης, γιατί, μεταξύ άλλων, δεν αιτιολογείται ότι ο κίνδυνος της προσκρούσεως στη γέφυρα άλλου οχήματος, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχε προηγηθεί της πτώσεως αυτής, ήταν, κατά την κατασκευή της, προβλέψιμος και γιατί η πρόσκρουση αυτή δεν μπορούσε να είναι η αποκλειστική αιτία της πτώσεως. Αναίρεση. Από την τέλεση της πράξεως μέχρι τη συζήτηση παρήλθε οκταετία. Με δεδομένο ότι οι αιτήσεις περιέχουν τουλάχιστον ένα παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο ’ρειος Πάγος παύει, αυτεπαγγέλτως, οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.




ΑΡΙΘΜΟΣ 516/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ι. Π. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Ανδρουλάκη και Κωνσταντίνο Παπασαράντου και 2) Α.-Η. Γ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ανδρέα Αναγνωστάκη και Ανδρέα-Αλέξιο Αναγνωστάκη, περί αναιρέσεως της 214, 215/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας και με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Ο. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Ιανουαρίου 2015 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναίρεσης και στους από 13 Μαρτίου 2015 και 16 Μαρτίου 2015 προσθέτους λόγους αναίρεσης, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 69/2015.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 7.1.2015 (με αριθ. πρωτ. 146/2015) του Α. - Η. Γ. του Α. μετά των από 16.3.2015 προσθέτων αυτής λόγων και 2) η από 7.1.2015 (με αριθ. πρωτ. 160/2015) του Ι. Π. του Β. μετά των από 13.3.2015 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της 214, 215/2014 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμελείας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω, η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από εκούσια ανάληψη της υποχρεώσεως παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση έχει και εκείνος που, κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου, παραβίασε από αμέλεια τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της οικοδομικής. Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά τα λόγο της αμέλειας που επιδείχτηκε από αυτό και εφ' όσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και, συνεπώς, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως. Τούτο δε γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 214, 215/2014 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες ανθρωποκτονίας της Ε. Π. από αμέλεια (δια παραλείψεως), με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα, τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Στις 10-06-2006 και περί την 16:55 μ.μ. ο Α. Ο. (πολιτικώς ενάγων) οδηγώντας το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο συνεπιβάτες ήταν η σύζυγός του Ε. Π. και το ανήλικο, ηλικίας 20 μηνών τέκνο τους, κινείτο επί της Ε.Ο. Χαλκίδας - Σχηματαρίου με κατεύθυνση προς Χαλκίδα. Σημειωτέον ότι η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,50μ. Στο 11° χιλιόμετρο της οδού αυτής υπήρχε υπερκείμενη καθόλο το πλάτος της (οδού), μεταλλική γέφυρα (αερογέφυρα), με δύο πινακίδες προειδοποίησης κατεύθυνσης, βάρους περί τα 1.420 κιλά. Διανύοντας ο πολιτικώς ενάγων (Α. Ο.) το ως άνω σημείο, οι πνέοντες άνεμοι ήταν περίπου 6-7 μποφόρ και υπό αυτές τις συνθήκες η ως άνω μεταλλική γέφυρα αποκολλήθηκε από τις τσιμεντένιες βάσεις εδράσεώς της, ταλαντώθηκε και ακολούθως ανατράπηκε, με την ως άνω δε ανατροπή, καταπλάκωσε το ως άνω αυτοκίνητο, ιδίως το εμπρόσθιο μέρος αυτού, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό της συνεπιβαίνουσας στο ως άνω αυτοκίνητο, Ε. Π. (βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις - αυχένος) και το σοβαρό τραυματισμό του πολιτικώς ενάγοντος και ελαφρότερο τραυματισμό του ανηλίκου. Η ως άνω γέφυρα - πινακίδα σήμανσης κατασκευάστηκε και τοποθετήθηκε το έτος 1985 στα πλαίσια του ευρύτερου έργου "Γέφυρα Στενού Ευρίπου και Παράκαμψη Χαλκίδας - Τμήμα Γέφυρας Στενού - Ευρίπου και Βοιωτική Προσπέλαση", από την αναλαβούσα την κατασκευή της, με την από 16-05-1985 σύμβαση, ανάδοχο εργογοληπτική εταιρεία με την επωνυμία "Τεχνική Εταιρεία Βόλου Α.Ε.", η οποία αφού ολοκλήρωσε το ως άνω αναληφθέν από αυτήν έργο, το παρέδωσε προς χρήση το 1993. Η ως άνω εταιρεία, απορροφήθηκε από την εταιρεία "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε." το 2002 (...). Η ως άνω μεταλλική γέφυρα είχε οριζόντιο μέτωπο 13,30 μ., ύψος λοξών υποστυλωμάτων - ποδαρικών (ορθοστατών) 6,90 μ., έφερε δύο πληροφοριακές πινακίδες διαστάσεων 1,25 μ. X 2,80 μ., ήταν κατασκευασμένη από κοιλοδοκούς πάχους 6 χιλιοστών, διαστάσεων 100 χιλιοστών X 100 χιλιοστών και 100 χιλιοστών X 200 χιλιοστών και με 40 χιλιοστών X 40 χιλιοστών. Στηριζόταν σε τέσσερα κεκλιμένα υποστυλώματα - ποδαρικά (ανά δύο σε κάθε πλευρά της οδού υπό γωνία), τα οποία, απολήγοντα σε τέσσερις μεταλλικές πλάκες - πέλματα εδράσεως 31 εκ. X 31 εκ. και πάχους 9 χιλιοστών, ήταν πακτωμένα (στερεωμένα - αγκυρωμένα) δια τεσσάρων (ανά πέλμα) μεταλλικών βιδών (χαλύβδινων ούπα με πτερύγια συσφίξεως), μήκους 8 εκατοστών και πάχους 12 χιλιοστών, επί ισαρίθμων (μη οπλισμένων) τσιμεντένιων βάσεων - δαπέδων, ύψους 40-50 εκ. περίπου πάνω από το επίπεδο του δρόμου και πλάτους 40 εκ. Αυτή η μεταλλική κατασκευή είχε τοποθετηθεί για την ανάρτηση εργοταξιακής πινακίδας κατά το χρόνο υλοποίησης του ως άνω προαναφερόμενου ευρύτερου έργου της κατασκευής της γέφυρας του Στενού Ευρίπου. Όμως, μετά την παράδοση του έργου σε χρήση, το έτος 1993, έλαβε μόνιμο χαρακτήρα η κατασκευή αυτή, με την τοποθέτηση των ως άνω (πινακίδων σήμανσης). Για την κατασκευή και την τοποθέτηση της πιο πάνω μεταλλικής κατασκευής δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε (εγκεκριμένη από την εποπτεύουσα δημόσια αρχή) στατική μελέτη υπολογισμού, τόσο του μεταλλικού φορέα, όσο και της θεμελίωσής της, αν και τούτο ρητά προβλεπόταν από τους όρους της συνοδεύουσας την σύμβαση ανάθεσης ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων (ΕΣΥ 12.11, 15.6, 15.8), αφού δεν ανευρέθηκαν τα κατασκευαστικά σχέδια στα αρχεία τόσο του φακέλου του έργου στην διευθύνουσα δημόσια υπηρεσία, όσο και στην ανάδοχο εταιρεία (...). Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί του ότι υπήρχε (εγκεκριμένη) μελέτη, η οποία απωλέσθηκε και είναι αδύνατη η ανεύρεσή της, διότι αφενός τα αρχεία της εποπτεύουσας αρχής είχαν μετακινηθεί, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η αναζήτηση και η ανεύρεσή της, αφετέρου, καταστράφηκε το αρχείο της αναδόχου εταιρείας λόγω πυρκαγιάς που έλαβε χώρα στο εργοτάξιο κατασκευής (της υψηλής γέφυρας), δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, από την απολογία του κατηγορουμένου Ι. Π., επιβεβαιώνεται ότι δεν συντάχθηκε και δεν εγκρίθηκε μελέτη, όπως προβλέπεται από την Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων (αρ. 15§5 ΕΣΥ), δηλαδή από την αρμόδια υπηρεσία Δ/νση Μελετών Έργων Οδοποιίας (ΔΜΕΟ), (...), αλλά η μεταλλική αυτή κατασκευή, κατασκευάσθηκε με βάση μελέτη του ιδίου του κατασκευαστή της εν λόγω γέφυρας, κάποιου ονόματι Κ., ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση μεταλλικών κατασκευών στην Παιανία. Έτσι χωρίς να υπάρχει μελέτη εγκεκριμένη από την αρμόδια υπηρεσία που θα προσδιόριζε την ενδεδειγμένη θεμελίωση, με βάση τις ανάγκες του έργου και τις ισχύουσες στην περιοχή ειδικότερες συνθήκες και χωρίς αυτή (ενδεδειγμένη θεμελίωση), κατασκευάστηκε η γέφυρα αυτή. Ειδικότερα δε, αποδείχθηκε ότι οι προαναφερθείσες μεταλλικές βίδες που χρησιμοποιήθηκαν για την στερέωση, επί των τεσσάρων πελμάτων (τέσσερις βίδες ανά πέλμα) των αντίστοιχων τεσσάρων υποστυλωμάτων της μεταλλικής γέφυρας ήταν ανεπαρκείς και ακατάλληλες να εξασφαλίσουν την ασφαλή και αποτελεσματική στερέωση του μεταλλικού αυτού πλαισίου, που είχε να αντιμετωπίσει τους ισχυρούς ανέμους της περιοχής, σε συνδυασμό με τα φορτία και τις καταπονήσεις από (πιθανή) πτώση και πρόσκρουση διερχομένων αυτοκινήτων, στα οποία και όφειλε να ανταποκριθεί η αντοχή της. Στην κρίση αυτή, δηλαδή περί της ακαταλληλότητας των ως άνω βιδών, που χρησιμοποιήθηκαν για τη στερέωση - βίδωμα, των τεσσάρων υποστυλωμάτων της μεταλλικής γέφυρας στα αντίστοιχα πέλματα αυτής (μεταλλικής γέφυρας), καταλήγει το πόρισμα των πραγματογνωμόνων Π. Σ. και Χ. Κ., οι οποίοι στην από 13-09-2006 πραγματογνωμοσύνη τους αναφέρουν ότι "οι χρησιμοποιηθείσες ως άνω μεταλλικές βίδες διαστάσεων 8 εκ. μήκους και πάχους 12 χιλιοστών ήταν εντελώς ακατάλληλες και απαράδεκτες για ένα τέτοιο σοβαρό έργο", ενώ αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι "σε παρόμοια έργα στήριξης ιστών φωτισμού, πινακίδων κ.λπ. χρησιμοποιούνται μεταλλικά αγκύρια σχήματος "J" μήκους τουλάχιστον 1 μέτρου και πάχους 24 χιλιοστών, που δημιουργούν ισχυρή συνάφεια με το σκυρόδεμα (βάσεις)" και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα αίτια που προκάλεσαν την ανατροπή της μεταλλικής γέφυρας σήμανσης πρέπει να αποδοθούν πρωτίστως στις ακατάλληλες χρησιμοποιηθείσες μεταλλικές βίδες πακτώσεως. Περί του ότι ο ως άνω τύπος αγκυρίων "J" χρησιμοποιούνται σε ανάλογες κατασκευές, καταλήγει και ο πραγματογνώμονας Σ. Β., με την από 04-07-2006 τεχνική έκθεση. Για την ακαταλληλότητα των ως άνω βιδών για την προαναφερόμενη βαριά και αυξημένων απαιτήσεων στερέωση, βεβαιώνει ο υπεύθυνος της εταιρείας Hilti Hellas Α.Ε.Ε. Α. Π., με το από 08-05-2012 έγγραφο. Ακόμη, στο συμπέρασμα της από Οκτωβρίου 2006 πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από το ΤΕΕ πραγματογνωμόνων Ι. Ε. και Π. Π. αναφέρεται ότι "... η γέφυρα σήμανσης διέθετε οριακές από απόψεως αντοχής αγκυρώσεις στα σημεία στήριξης, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με τους ισχυρούς ανέμους που έπνεαν κατά την ώρα του ατυχήματος, καθώς και με την αποδιοργάνωση που προκλήθηκε από την πρόσκρουση αυτοκινήτου στη στήριξη της γέφυρας πέντε ημέρες πριν, οδήγησε στη βίαιη πτώση της, με τα μοιραία αποτελέσματα ...", θεωρώντας ότι οι αγκυρώσεις στα σημεία στήριξης της μεταλλικής γέφυρας ήταν στα όρια αντοχής και το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τους πνέοντες ισχυρούς ανέμους και την αποδιοργάνωση που υπέστη η γέφυρα από προηγηθείσα σε αυτή πρόσκρουση, συνετέλεσαν στην βίαιη πτώση. Την άποψη αυτή επεχείρησε να ανασκευάσει ο Π. Π. με την κατάθεσή του στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η φέρουσα ικανότητα της ως άνω κατασκευής ήταν επαρκής. Στα περί του αντιθέτου προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και δη τις από 04-12-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ., από Απριλίου 2013 τεχνική γνωμοδότηση Γ. Ι. (καθηγητή ΕΜΠ), από Μαρτίου 2013 τεχνική έκθεση Θ. Τ. και γνωμοδοτικά σημειώματα του ιδίου (...) αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Δ., Ι. Π., Η. Ν., Π. Π., αναφέρεται ότι οι αγκυρώσεις των ως άνω βάσεων των τεσσάρων (4) υποστυλωμάτων είχαν επαρκή αντοχή. Μάλιστα εάν ληφθεί υπόψη και ο συντελεστής ασφάλειας (3), που προβλέπεται για κάθε μελέτη, καθίσταται υπερεπαρκής η αντοχή των ως άνω υποστυλωμάτων, αφού τριπλασιάζεται αυτή, όπως καταθέτουν οι ως άνω μάρτυρες (...). Οι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι αποκλειστικό αίτιο της ανατροπής της ως άνω γέφυρας ήταν η προηγηθείσα πρόσκρουση του με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκινήτου επί του ενός υποστυλώματος της γέφυρας. Είναι δε αληθές ότι την 05-06-2006 το ως άνω αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Ν. Π., οδηγούμενο από τον Χ. Π., αφού συγκρούσθηκε με άλλο φορτηγό όχημα, εκτράπηκε της πορείας του και επέπεσε επί του ενός υποστυλώματος της μεταλλικής γέφυρας, το οποίο και στρεβλώθηκε σε 38 cm από τη βάση με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η ευστάθειά του. Στα προεκτιθέμενα όμως πορίσματα, δηλαδή περί επαρκούς αντοχής των αγκυρώσεων των υποστυλωμάτων, καταλήγουν οι προαναφερόμενοι πραγματογνώμονές - τεχνικοί σύμβουλοι μάρτυρες, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα φορτία τα οποία εδέχετο η ως άνω κατασκευή από τις ανεμοποιήσεις, χωρίς να συνυπολογισθούν σωρευτικά και τα φορτία από την πρόσκρουση αυτοκινήτου, κίνδυνος απολύτως προβλεπτός που έπρεπε να συνυπολογισθεί για το καθορισμό των ορίων αντοχής των ως άνω αγκυρώσεων. Και ναι μεν, πέντε ημέρες πριν, δηλαδή στις 05-06-2006 προηγήθηκε πρόσκρουση του με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας Ν. Π., επί του ενός υποστυλώματος της ως άνω μεταλλικής γέφυρας, με αποτέλεσμα τη στρέβλωση αυτού σε ύψος 38 cm από την βάση του και έτσι διαταράχθηκε η ευστάθειά του, με αποτέλεσμα το ως άνω βλαβέν υποστύλωμα να αδυνατεί να δεχθεί δύναμη εφελκυσμού και εντεύθεν τα υγιή σκέλη της ως άνω μεταλλικής κατασκευής να υποχρεωθούν στις 10-06-2006, λόγω των ισχυρών ανέμων, να αναλάβουν αυτά όλο το φορτίο και έτσι να δεχθούν μεγαλύτερα φορτία από τα προβλεφθέντα όρια αντοχής τους, με επακόλουθο να μην αντέχουν το επί πλέον φορτίο και να επέλθει ανατροπή της εν λόγω κατασκευής, όμως αυτό δεν θα συνέβαινε εάν κατά την κατασκευή της γέφυρας αυτής είχαν συνυπολογισθεί και τα φορτία που τυχόν θα εδέχετο από την πρόσκρουση αυτοκινήτου. Το ότι η ως άνω κατασκευή ήταν ανεπαρκής από απόψεως αντοχής για να δεχθεί τα υπολογισθέντα φορτία των ανεμοπιέσεων και σωρευτικά φορτία από την προηγηθείσα πρόσκρουση του με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων Θ. Τ. και Γ. Ι., αλλά και την από Φεβρουάριου 2013 τεχνική γνωμοδότηση του τελευταίου. Ειδικότερα, το επιτρεπόμενο όριο αντοχής των τεσσάρων αγκυρώσεων ήταν 26,83 kn}, και τόσο ήταν η προβλεφθείσα αντοχή (...) ενώ το φορτίο από την προηγηθείσα πρόσκρουση του ως άνω αυτοκινήτου ήταν 115,2 kn (...). Εξάλλου, υποστηρίζοντας οι κατηγορούμενοι την εκδοχή ότι αποκλειστικό αίτιο της ανατροπής της ως άνω κατασκευής ήταν η προηγηθείσα πρόσκρουση του με αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου παραγνωρίζουν το ως άνω γεγονός, ότι δηλαδή επρόκειτο περί κατασκευής που εξ αρχής προοριζόταν να αντιμετωπίσει τέτοιο (προβλέψιμο κίνδυνο). Μετά τις ως άνω παραδοχές, προκύπτει ότι με βάση τους κοινώς παραδεδεγμένους και αδιαμφισβήτητους κανόνες επιστήμης και τέχνης αλλά και τη σύμβαση (αρ. 12§11 ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων ΕΣΥ), επιβάλλετο η κατασκευή και τοποθέτηση υψηλής αντοχής γέφυρας, κατόπιν εγκεκριμένης μελέτης, η οποία (μελέτη) θα ελάμβανε υπόψη της τόσο το στοιχείο των πιέσεων και των φορτίων από τους ανέμους όσο και το στοιχείο των πιέσεων που θα ασκούνταν από την πιθανή και απολύτως προβλέψιμη πτώση επί των υποστυλωμάτων της, αυτοκινήτου κινούμενου επί της ως άνω επαρχιακής οδού, με μέση ταχύτητα, το οποία μπορούσε να είναι και ένα πολύ μεγάλο όχημα. Έτσι θα υποδεικνύοντο και θα ετοποθετούντο τα κατάλληλα αγκύρια για να αντιμετωπίσουν τα προεκτιθέμενα φορτία, όπως είναι τα αγκύρια τα προτεινόμενα από τους πραγματογνώμονες Π. Σ. και X. Κ., που θα καθιστούσαν την ως άνω μεταλλική κατασκευή ικανή να ανταπεξέλθει στα ως άνω φορτία. Όμως κατά την κατασκευή και τοποθέτηση της ως άνω γέφυρας, δεν συνυπολογίσθηκαν οι ως άνω κίνδυνοι, με αποτέλεσμα την ανεπαρκή κατασκευή της και ειδικότερα την ανεπαρκή θεμελίωση με ακατάλληλα αγκύρια. Σημειώνεται ότι κατά το χρόνο κατασκευής της γέφυρας δεν υπήρχε συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο κατασκευής γεφυρών σήμανσης (...) Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι φορέας κατασκευής του έργου ήταν η 2η ΔΕΚΕ Αθηνών, η οποία και το επόπτευε ως διευθύνουσα και προϊσταμένη δημόσια αρχή. Προϊστάμενος - διευθυντής αυτής ήταν (κατά το χρόνο κατασκευής και εγκατάστασης της ως άνω μεταλλικής γέφυρας) ο κατηγορούμενος Γ. Μ. (...), ενώ επιβλέπων ήταν ο κατηγορούμενος Δ. Ε. (1ος κατηγορούμενος). Οι εν λόγω κατηγορούμενοι, υπό τις προεκτιθέμενες ιδιότητές τους, όφειλαν να ασκούν διαρκή έλεγχο ... Όμως, η εν λόγω πινακίδα, όπως ήδη προεκτέθηκε, είχε προσωρινό χαρακτήρα, κατέστη δε αυτή μόνιμη το 1993, όταν ήδη ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αποχωρήσει από το έργο από το 1990 και ο δεύτερος ήδη είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία, αγνοώντας έτσι οι εν λόγω κατηγορούμενοι την μονιμοποίηση της εν λόγω πινακίδας μετά το 1993, .... Ακόμη όμως και η ανάδοχος εταιρεία δια των εκπροσώπων της, ήτοι του 3ου κατηγορούμενου I. Π., που ήταν τεχνικός δ/ντής και του τέταρτου κατ/νου που είχε την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού, ιδιότητα που προκύπτει από τα προεκτιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία, είχαν την υποχρέωση με βάση τους προαναφερόμενους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες επιστήμης και τέχνης αλλά και από τη σύμβαση αναδοχής (αρ. 12§11 ΕΣΥ), να κατασκευάσουν ένα άρτιο, ποιοτικό και ασφαλές έργο. Εντούτοις, προχώρησαν στην κατασκευή της γέφυρας αυτής, χωρίς στατική μελέτη, αποδεχόμενοι την τοποθέτηση ακατάλληλων αγκυρίων που είχαν ως αποτέλεσμα την ελλιπή στήριξη της γέφυρας, που αποτέλεσε την αιτία της πτώσης, ενώ θα έπρεπε να ελέγξουν την ύπαρξη εγκριθείσας μελέτης που θα καθόριζε τα κατάλληλα αγκύρια, όπως ήταν τα προαναφερόμενα, που προτείνουν οι πραγματογνώμονες Π. Σ. και X. Κ., ήτοι μεταλλικά αγκύρια σχήματος "J" μήκους τουλάχιστον 1 μέτρου και πάχους 24 χιλιοστών. ’λλωστε, το ότι τα τύπου "J" ήταν τα πλέον ασφαλή, προκύπτει και από την απολογία του 3ου κατηγορούμενου, που αναφέρει ότι τύπου "J" αγκύρια χρησιμοποίησαν για την κατασκευή της μεγάλης γέφυρας. Επομένως, οι ως άνω κατηγορούμενοι, είχαν σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα αλλά και από τη δημιουργηθείσα συνέπεια των ως άνω παραλείψεών τους κινδυνώδη κατάσταση, την νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν το επελθόν αποτέλεσμα. Ιδίως δε μετά την οριστική παραμονή της εν λόγω γέφυρας και την μετατροπή της από εργοταξιακή πινακίδα σε σήμανσης, οι εν λόγω κατηγορούμενοι που γνώριζαν τις κατασκευαστικές πλημμέλειες, καθότι είχαν υποχρέωση να είναι παρόντες κατά την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής αυτής (αρ. 16§2 και 17 της ΕΣΥ), παρέλειψαν από αμέλειά τους να άρουν την επικίνδυνη κατάσταση με την διόρθωση των ελλείψεων (αγκύρωση με ισχυρά αγκύρια), αλλά έστω με την αναγγελία του κινδύνου προς τις αρμόδιες αρχές για την λήψη των μέτρων, αφού αυτοί γνώριζαν τις κατασκευαστικές πλημμέλειες, απορριπτομένου του ισχυρισμού του δ' κατηγορούμενου περί νομικής ή πραγματικής πλάνης. Εξάλλου, ενόψει της υφιστάμενης εξακολουθητικά κινδυνώδους κατάστασης η ευθύνη των ως άνω κατηγορουμένων εξακολουθούσε να υφίσταται και η προεκτιθέμενη υποχρέωσή τους και μετά την πραγματική ή πλασματική οριστική παραλαβή του έργου από το Ελληνικό Δημόσιο. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, συγκροτούν την αμέλεια των κατηγορουμένων όπως επακριβέστερα προσδιορίζεται χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα αυτής (...) ... Κατ' ακολουθία των προεκτιθεμένων πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι εξ αμελείας ανθρωποκτονίας ο 3ος κατηγορούμενος Ι. Π. και ο 4ος κατηγορούμενος Α. - Η. Γ., ....".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινικής διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως. Συγκεκριμένα: α) Το Τριμελές Εφετείο δέχεται ότι η πτώση της μεταλλικής γέφυρας οφείλεται στη μη ενδεδειγμένη θεμελίωση λόγω ανεπαρκών και ακατάλληλων αγκυρίων στερεώσεως. Στηρίζει δε την κρίση αυτή ιδίως στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των Π. Σ. και Π. Κ., Ι. Ε. και Π. Π. και στην τεχνική έκθεση του Σ. Β.. Στη συνέχεια, αναφέρεται απλώς στις αντίθετες από 04-12-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ., από Απριλίου 2013 τεχνική γνωμοδότηση Γ. Ι. (καθηγητή ΕΜΠ) και από Μαρτίου 2013 τεχνική έκθεση Θ. Τ., χωρίς, όμως, να εκθέτει τους λόγους, για τους οποίους δεν κρίνει αυτές πειστικές και να αντικρούει το περιεχόμενό τους. Η αναφορά και στις τελευταίες αυτές εκθέσεις ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, όπως κρίθηκε και με την 628/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η (προηγούμενη) 297/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. β) Δεν αιτιολογεί γιατί δέχεται ότι η πραγματογνωμοσύνη των Ι. Ε. και Π. Π. δέχεται ακατάλληλη χρήση αγκυρίων, ενόψει του τελικού συμπεράσματος ότι οι αγκυρώσεις στα σημεία στηρίξεως της μεταλλικής γέφυρας ήταν στα όρια αντοχής. γ) Δέχεται μεν το Δικαστήριο ότι η κατασκευή ήταν ανεπαρκής από απόψεως αντοχής για να δεχθεί τα υπολογισθέντα φορτία των ανεμοπιέσεων και σωρευτικά φορτία από την προηγηθείσα πρόσκρουση του με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Όμως, δεν αιτιολογεί γιατί ο κίνδυνος της προσκρούσεως σ` αυτήν κάποιου οχήματος ήταν προβλέψιμος και γιατί η πρόσκρουση αυτή δεν μπορούσε να είναι η αποκλειστική αιτία της πτώσεως, να διακόψει, δηλαδή, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της όποιας παραλείψεως των κατηγορουμένων, κατά την κατασκευή, και του επελθόντος θανάτου της Ε. Π., ενόψει, μάλιστα, του γεγονότος ότι η γέφυρα παραδόθηκε προς χρήση το 1993 και άντεξε επί 13 έτη (1993 - 2006) σε ισχυρότατους ανέμους χωρίς προβλήματα. δ) Ενώ δέχεται ότι από την πρόσκρουση του οχήματος στη μεταλλική γέφυρα στρεβλώθηκε το ένα υποστύλωμα αυτής με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η ευστάθειά του, δεν αιτιολογεί γιατί ευθύνονται για την πτώση της οι αναιρεσείοντες, στους οποίους, με το κλητήριο θέσπισμα, δεν αποδίδεται ευθύνη ούτε για τη στρέβλωση (από κακή κατασκευή) του υποστυλώματος ούτε για ανεπαρκή συντήρηση της γέφυρας. ε) Ενώ, ως πηγή των υποχρεώσεων των κατηγορουμένων, αναφέρει και τη σύμβαση (άρθρο 12 παρ. 11 ΕΣΥ), δεν παραθέτει τι ακριβώς προβλέπει η σύμβαση για τις πιέσεις από προσκρούσεις αυτοκινήτων. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τέταρτος, υπό στοιχ. Δ και Ε, λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Αλ. - Η. Γ. και δεύτερος και τρίτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Ι. Π., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί, κατά τις καταδικαστικές για τους αναιρεσείοντες διατάξεις, η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον ’ρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών - άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ), από το χρόνο δε που φέρεται ότι τελέσθηκε (10 Ιουνίου 2006) μέχρι τη συζήτηση των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως (1 Απριλίου 2015) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού οι ένδικες αιτήσεις περιέχουν παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως (της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως), οι οποίοι κρίθηκαν και βάσιμοι, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, παρέλκει δε, μετά ταύτα, η έρευνα των λοιπών λόγων των κυρίων δικογράφων των αιτήσεων και των δικογράφων των προσθέτων λόγων αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 214, 215/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ευβοίας ως προς τις καταδικαστικές για τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους Ι. Π. του Β. και Α. - Η. Γ. του Α. διατάξεις της.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ την κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για το ότι αυτοί: Στη χ/θ 11 της Ε.Ο. Σχηματαρίου - Χαλκίδας στις 10/06/2006 από αμέλειά τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν, προξένησαν θανάσιμο τραυματισμό σε άλλον, (και ως υπόχρεοι λόγω της υπηρεσίας τους και του επαγγέλματος τους σε καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής), χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από τις παραλείψεις τους, αποτέλεσμα δε της κάτωθι περιγραφόμενης συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων ήταν στον ως άνω τόπο και χρόνο και περί ώρα 16.55, το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΕΙΧ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ο. Α. του Α. και ενώ κινείτο στην ως άνω οδό, με κατεύθυνση από Χαλκίδα προς Σχηματάρι, να καταπλακωθεί στο εμπρόσθιο τμήμα του από πτώση μεταλλικής γέφυρας η οποία αποκολλήθηκε από τις βάσεις στηρίξεώς της, επί της οποία υπήρχαν πληροφοριακές πινακίδες κατευθύνσεων οδών και η οποία ευρίσκετο άνωθεν του οδοστρώματος και κάθετα ως προς τον άξονα της οδού, που ως μόνη ενεργός αιτία προκάλεσε το θανάσιμο τραυματισμό της Π. Ε. του Δ., συνοδηγού του εν λόγω, ένεκα βαριών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων - αυχένος (καταπλάκωση από οδική πινακίδα) και συγκεκριμένα: Οι κατηγορούμενοι Π. Ι. του Β. και Γ. Α. - Η. του Α., ο πρώτος ως πολιτικός μηχανικός, τεχνικός διευθυντής κατά το έτος 1985 της αναδόχου του ως άνω έργου εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΕΒ ΑΕ", ο δε δεύτερος κατά τον ίδιο χρόνο ως ορισμένος επιβλέπων πολιτικός μηχανικός της στο τελευταίο, όντας υπεύθυνοι και υποχρεωμένοι εκ των ιδιοτήτων τους αυτών, από το νόμο και τη σύμβαση αναδοχής, για τη σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες ποιοτική και ασφαλή εκτέλεση και κατασκευή αυτού, παρέλειψαν εξ αμελείας τούτο, και κατασκεύασαν, τοποθέτησαν και στερέωσαν κακότεχνη και μη ασφαλή μεταλλική πινακίδα σημάνσεως, χωρίς στατική μελέτη, αγκυρωμένη με ακατάλληλα και ανεπαρκή μικρού μήκους αγκύρια, δημιουργηθείσας εξ αυτής επικίνδυνης για τους από το έτος 1993 χρήστες της οδού κατάστασης. Για την άρση αυτής (επικίνδυνης κατάστασης), με την διόρθωση και πλήρη αποκατάσταση των ελαττωμάτων και πλημμελειών της (πινακίδας), ώστε να καθίστατο ασφαλής και με επαρκή αντοχή, είχαν (εν λόγω κατηγορούμενοι) ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, το μεν εκπηγάζουσα από το νόμο και τη σύμβαση, το δε απορρέουσα από αυτή καθεαυτή την, με τις πράξεις και παραλείψεις τους, ατέχνως αγκυρωθείσα και μη ασφαλή αερογέφυρα, η οποία και εξικνείτο μέχρι την κατά την 10.6.2006, συνεπεία της πλημμελούς στερέωσης - βιδώματός της, κατάρρευσή της, απότοκος της οποίας ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός της Π. Ε..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή