Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1049 / 2013    (Γ, Civil Cases)

Θέμα
Έννομο συμφέρον , Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.




Περίληψη:
'Εννοια καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Κρίση ότι δεν συντρέχει καταχρηστική άσκηση. Λόγοι αναιρέσεως. Αλυσιτελείς λόγοι, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι ελλείψει εννόμου συμφέροντος για την προβολή τους. Πότε ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει ΕΑ 319/2009)




Αριθμός 1049/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ (ΔΕΤΕΗΑ)", που εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Γ., 3) Χ. Σ., συζ. Γ. Γ., η οποία δεν παραστάθηκε, 4) Δ. Π., 5) Κ. Β., συζ. Δ. Π., 6) Π. Λ. του Β., 7) Α. Λ. του Β., 8) Χ. Λ. του Β., 9) Η. Λ. του Β., 10) Α. Ρ., 11) Μ. Π., συζ. Α. Ρ., 12) Ν. Ζ., 13) Β. Λ. συζ. Ν. Ζ., 14) Ι. Κ. του Ν., 15) Ι. Λ., συζ. Ι. Κ., όλων κατοίκων ..., και 16) Δήμου Ηρακλείου Αττικής, που έχει έδρα το Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι άπαντες - πλην της 3ης - εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Παρασκευόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι η επωνυμία της 1ης έχει τροποποιηθεί σε "Κατασκευαστική -Εμπορική Ανώνυμη Εταιρεία Δήμου Ηρακλείου Αττικής - Ανώνυμη Εταιρεία Ο.Τ.Α." με διακριτικό τίτλο "Κ.Ε.Α.Ε.Δ.Η.Α.-Α.Ε.Ο.Τ.Α.".
Η 3η αναιρεσείουσα απεβίωσε, όπως αναφέρεται στην από 6/6/2012 κλήση, και προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1/3-1-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Ηρακλείου Αττικής Βασ. Καραγεώργου. Κληρονομήθηκε από τους νόμιμους κληρονόμους της: 1) Γ. Γ. του Δ., 2) Δ. Γ. του Γ. και 3) Α. Γ. του Γ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1) Τ. Α. του Γ., κατοίκου ... και 2) Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αμαλία Αλεβίζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1) από 19/7/1990 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, 2) την από 12/11/1990 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη 1ης αναιρεσείουσας και 3) την από 21/12/1990 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 16ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8634/2001 του ιδίου Δικαστηρίου και 6616/2003 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 2107/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6616/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 319/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/5/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 18/1/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577&3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την παραδεκτή προβολή ενός λόγου αναιρέσεως είναι η συνδρομή, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, εννόμου συμφέροντος, το οποίο υπάρχει όταν ο προτεινόμενος λόγος μπορεί να επιφέρει τη σκοπούμενη έννομη συνέπεια, να οδηγήσει δηλαδή στην εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, αν προσβληθούν πλεοναστικές αιτιολογίες, δηλαδή αιτιολογίες που δεν στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως, ή αν, επί επάλληλων αιτιολογιών, κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, προσβληθεί η μία μόνο ή μερικές από αυτές, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, καθόσον, έστω και αν είναι βάσιμος δεν μπορεί να επιφέρει την εξαφάνιση της αποφάσεως και, άρα, δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον για την προβολή του αναιρετικού λόγου (Ολ ΑΠ 25/1994, ΑΠ 1665/2007, ΑΠ 111/2005).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, εξαφανίζοντας, κατά παραποδοχήν της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, την πρωτόδικη απόφαση κα δεχόμενο εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 19-7-1990 αγωγή των ίδιων (αναιρεσιβλήτων) κατά των αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως των πρώτων ως συγκυρίων της επίδικης εδαφικής εκτάσεως των 230,20 μ2, έκρινε ότι η κυριότητα επί της εν λόγω εδαφικής εκτάσεως περιήλθε α) αρχικώς, στον Δ. Γ., με βάση το νομίμως μεταγεγραμμένο .../18-5-1937 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Σακελλαρόπουλου, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, που διήρκεσε από τις 18-5-1937 έως τον επισυμβάντα στις 23-5-1966 θάνατό του, β) ακολούθως, στη σύζυγό του Μ. Γ., την οποία, με την από 10-7-1956 ιδιόγραφη διαθήκη του, εγκατέστησε μοναδική του κληρονόμο επί όλης της περιουσίας του, γ) εν συνεχεία, μετά τον επελθόντα στις 20-7-1971 θάνατο της τελευταίας, στην Ε. Μ., την οποία ο αρχικός κύριος (Δ. Γ.), με την άνω ιδιόγραφη διαθήκη του, είχε ορίσει ως καθολική καταπιστευματοδόχο σε "ό,τι διασωθεί κατά το θάνατο της κληρονόμου συζύγου του", και δ) τελικώς, στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας στις 15-1-1989 μητέρας τους Ε. Μ., αφενός μεν, με την ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρία Γιαννακοπούλου-Δημητροκάλη υπ' αριθμ. .../11-12-1989 δήλωσή τους, που έχει μεταγραφεί νομίμως, αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομία, αλλά και την κληρονομία του Δ. Γ. για λογαριασμό τόσο της Μ. Γ. όσο και της Ε. Μ., αφετέρου δε επιμελήθηκαν για τη δημοσίευση και την κήρυξη ως κυρίας της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης του Δ. Γ., με το 2953/1989 πρακτικό και την 935/1989 απόφαση, αντιστοίχως, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έκρινε δηλαδή το Εφετείο ότι-όχι μόνο οι αναιρεσίβλητοι αλλά και-οι Μ. Γ. και Ε. Μ. έγιναν κύριοι του άνω ακινήτου με παράγωγο τρόπο και δη ως κληρονόμος (η πρώτη) και καταπιστευματοδόχος (η δεύτερη) του Δ. Γ., δυνάμει της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης του. Η περαιτέρω κρίση του περί ασκήσεως από τις δύο τελευταίες πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο έχει διατυπωθεί πλεοναστικώς, ήτοι δεν στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεώς του, καθόσον δεν συναρτάται με σαφή παραδοχή του για περιέλευση της κυριότητας του επιδίκου σ'αυτές με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη). Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του από 18-6-1969 τριπλοτύπου του Ταμείου Νέας Ιωνίας δέχθηκε την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο από τις Μ. Γ. και Ε. Μ., είναι αλυσιτελείς, δηλαδή προβάλλονται χωρίς έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων, αφού οι αποδιδόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, αφορώσες στην πλεοναστική, κατά τα ανωτέρω, κρίση του Εφετείου, δεν είναι σε θέση να οδηγήσουν σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το ίδιο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πρώτη (μείζονα)πρόταση του παρόντος συλλογισμού, ισχύει και με την εκδοχή ότι πρόκειται για επάλληλη κρίση. Και τούτο διότι δεν πλήττεται και η αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της εφετειακής αποφάσεως κρίση για την παράγωγη κτήση της κυριότητας.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, δηλ. η ευθύτητα και η εντιμότητα που οφείλει κάθε πρόσωπο να επιδεικνύει στις συναλλαγές και στις λοιπές του σχέσεις, ή τα χρηστά ήθη, δηλ. οι επικρατούσες στο κοινωνικό σύνολο σε ορισμένο χρόνο αντιλήψεις του μέσου χρηστού και συνετού ανθρώπου, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Προφανής είναι η υπέρβαση αυτή όταν γίνεται αμέσως αντιληπτή και προσκρούει στο κοινό περί δικαίου αίσθημα ή προκαλεί ιδιαιτέρως δυσμενή εντύπωση. Με την εν λόγω διάταξη αποδοκιμάζεται ο τρόπος με τον οποίο ασκήθηκε το δικαίωμα στη συγκεκριμένη περίπτωση και, άρα, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος δεν επιδρά στην υπόστασή του, δεν έχει δηλαδή ως αποτέλεσμα την απώλεια ή την απόσβεση του δικαιώματος. Σημειωτέον ότι η έστω για μακρό χρονικό διάστημα αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του δεν αρκεί, καθ' αυτή , για να καταστήσει την επακολουθούσα άσκηση του καταχρηστική, όπως δεν αρκεί προς τούτο και μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος επιφέρει επιβλαβείς συνέπειες σε εκείνον κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα. Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ερμήνευσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή εσφαλμένως υπήγαγε ή παρέλειψε να υπαγάγει τις πραγματικές του διαπιστώσεις στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα, ο δε δεύτερος όταν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη έγγραφες προτάσεις τους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σχετικού δικογράφου, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν, προς απόκρουση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για την αναγνώριση της συγκυριότητας των τελευταίων στο επίδικο ακίνητο, ισχυρισθέντες, ειδικότερα, ότι μετά τις γενόμενες προς αυτούς κατά τα έτη 1988 και 1989 πωλήσεις του επίδικου ακινήτου και των χωριστών (οριζοντίων) ιδιοκτησιών της ανεγερθείσας επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής "και την αποπεράτωση των διαμερισμάτων οι εκκαλούντες (δηλ. οι αναιρεσίβλητοι) ήγειραν την ένδικη αγωγή, προβάλλοντας για πρώτη φορά το υποτιθέμενο δικαίωμα κυριότητάς τους, το οποίο συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, αφού ενώ είχαν εντοπίσει την υποτιθέμενη περιουσία τους και την αποδέχθηκαν με την σχετική αποδοχή κληρονομίας, ανέμεναν την ολοκλήρωση της οικοδομής το έτος 1990 για να εγείρουν εναντίον μας την υπό κρίση αγωγή". Την ένσταση αυτή το Εφετείο την απέρριψε "ως αβάσιμη", κρίνοντας ότι τα ανωτέρω προς θεμελίωση της ενστάσεως προβληθέντα πραγματικά γεγονότα και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο οικόπεδο, ώστε να δικαιολογείται η θυσία της απώλειας αυτού από την ιδιοκτησία τους προς όφελος των αναιρεσειόντων. Κατά τη διαμόρφωση της εν λόγω κρίσεώς του και σε συνάρτηση με αυτή, το Εφετείο δέχθηκε επιπροσθέτως ότι οι αναιρεσείοντες έσπευσαν να αγοράσουν και ανοικοδομήσουν το επίδικο ακίνητο χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο της πραγματικής και νομικής καταστάσεώς του, περιοριζόμενοι μόνο στην αόριστη δήλωση του Δήμου Ηρακλείου ότι είχε γίνει κύριος με έκτακτη χρησικτησία της πωληθείσας από αυτόν μείζονος εδαφικής εκτάσεως των 542,80 μ2, η οποία, σύμφωνα με τη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, περιλαμβάνει, εκτός του επιδίκου τμήματος των 230,20 μ2, και τμήματα του εναπομείναντος, μετά τη διάνοιξη της οδού ..., υπ' αριθμ. 156 οικοπέδου και της καταργηθείσας οδού ..., ενώ ολόκληρη η έκταση των 542,80 μ2, κατά την περιεχόμενη στο πωλητήριο συμβόλαιο δήλωση, είχε καταχωρηθεί στο βιβλίο κτηματολογίου του Δήμου Ηρακλείου με το από 29-6-1988 σχετικό πρακτικό, δηλαδή τρεις μήνες πριν την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου. Είναι φανερό ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά έχουν αντληθεί από το αποδεικτικό υλικό της δίκης και ως εκ τούτου η κρίσιμη περί καταχρηστικής ασκήσεως ένταση έχει απορριφθεί, κατ' εκτίμηση του αντίστοιχου περιεχομένου της εφετειακής αποφάσεως, ως κατ' ουσίαν - και όχι ως νόμω - αβάσιμη. Στο πλαίσιο αυτής της εκτιμήσεως πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Εφετείο, με την εκτεθείσα απορριπτική του κρίση, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, αναφορικώς με την ουσιαστική αβασιμότητα της περί καταχρήσεως ενστάσεως, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της ως άνω διάταξης. Ειδικότερα, με βάση τα προς θεμελίωση της επίμαχης ενστάσεως προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω παραδοχές (πραγματικές διαπιστώσεις) του Εφετείου, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος προς αναγνώριση της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο δεν ενέχει προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, ενόψει μάλιστα και του ότι η άσκηση ενός δικαιώματος δεν καθίσταται καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι επιφέρει επιβλαβείς συνέπειες σε εκείνον εναντίον του οποίου ασκείται το δικαίωμα. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ' ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ και με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε την εκτεθείσα ένσταση, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ, και 281§2 ν. 3463/2006 ως προς τον δέκατο έκτο αναιρεσείοντα Δήμο Ηρακλείου Αττικής).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2009 αίτηση των Δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ (ΔΕΤΕΗΑ)" κ.λ.π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 319/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και για την οποία ο δέκατος έκτος αναιρεσείων Δήμος Ηρακλείου Αττικής ευθύνεται μέχρι το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ