Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1532 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1532/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο- Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αποστολόπουλο, περί αναιρέσεως της 2727, 3175/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γουλιέλμο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του καθώς και στο από 28 Ιανουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1674.2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ καθιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ.1) εφόσον δεν καλύφθηκε, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ.1α του ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών ετών εκείνος που από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Ενόψει αυτών, θεμελιώνεται ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του. Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο ιατρό το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη φύση των καθηκόντων του ως ιατρού, σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 314 παρ.1α του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, δεν είναι αναγκαίο επί πλέον να γίνεται παράθεση του άρθρου 15 του Π.Κ ούτε πραγματικών περιστατικών προσδιοριστικών ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του υπαίτιου να ενεργήσει, ούτε η αναφορά του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο, τυχόν, απορρέει η υποχρέωση αυτή. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 § 1 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο ’ρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμ. 17510/2003 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστεί για σωματική βλάβη από αμέλεια, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ.1α και 315 παρ.1 του Π.Κ. Ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πιο πάνω Δικαστηρίου και πρόβαλε δια των συνηγόρων του ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος σύμφωνα με το άρθρο 321 §§ 1 και 4 του ΚΠΔ, για τους λόγους ότι α) δεν αναφερόταν σε αυτό η διάταξη του άρθρου 15 του Π.Κ και η σύμφωνα με αυτό ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση του ιδίου να ενεργήσει για να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, αλλά γενική προς τούτο υποχρέωσή του, που προέκυπτε από την ιδιότητά του ως ιατρού, καθώς επίσης δεν αναφέρονταν οι διατάξεις του Ν.1565/1939 "περί ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος" και του Β.Δ 155/1955 "περί ιατρικής δεοντολογίας" β) δεν αναφερόταν η επιστημονικά ενδεδειγμένη χειρουργική μέθοδος για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας του ασθενούς γ) στο κλητήριο θέσπισμα δεν γινόταν μνεία του άρθρου 13 του Π.Κ για την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης και των άρθρων 61 και 63 του Π.Κ. που προβλέπουν την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων σε περίπτωση καταδίκης και δ) δεν έφερε το κλητήριο θέσπισμα την επίσημη σφραγίδα του Εισαγγελέα. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την παρεμπίπτουσα και κατ' αριθμόν ταυτάριθμη με την οριστική υπ' αριθ. 19.385/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο ακολούθως δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της αποδοθείσας σε αυτόν αξιόποινης πράξης. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, με την οποία παραπονέθηκε, εκτός άλλων, και για την απόρριψη της νομοτύπως προβληθείσας στο πρωτόδικο Δικαστήριο ενστάσεώς του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος κατά το άρθρ. 321 §§ 1 και 4 του ΚΠΔ. Από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο ’ρειος Πάγος, κατά το άρθρο 321 παρ.5 του ΚΠΔ, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτει, ότι τούτο, σε σχέση με την βαρύνουσα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αμέλεια διαλαμβάνει μεταξύ άλλων ότι "... στην ... στις 1-2-2002 από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις μπορούσε και ήταν υποχρεωμένος λόγω του επαγγελμάτός του να καταβάλλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και προκάλεσε τη σωματική βλάβη σε άλλο άτομο. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος εργάζεται ως ιατρός ορθοπεδικός στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης και κατά την άσκηση της ιατρικής δεν ενήργησε με βάση τους κανόνες και τις γενικές επιστημονικές αρχές της ιατρικής επιστήμης με αποτέλεσμα, εξ αιτίας της αμελούς του αυτής συμπεριφοράς να προκαλέσει η σωματική βλάβη σε άλλο άτομο..." , στη συνέχεια δε του κλητηρίου θεσπίσματος παρατίθενται πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της αμέλειας του κατηγορουμένου από τα οποία προκλήθηκε στον παθόντα σωματική κάκωση. Στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα ως νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δικασθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μνημονεύονται εκείνες των άρθρων 1, 12,14, 26 , 27,28, 51, 53,79, και 314 παρ.1, 315 παρ.1 του ΠΚ. Ενόψει τούτων εφόσον στο κλητήριο θέσπισμα διαλαμβάνονται συγκεκριμένες θετικές ενέργειες από τις οποίες προκλήθηκε η σωματική βλάβη του παθόντος και προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν επιστημονικά ενδεδειγμένη η επιχειρηθείσα με χειρουργική επέμβαση σπονδυλοδεσία του ασθενούς, για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται και ποιες ήταν οι επιστημονικά ενδεδειγμένες ενέργειες. Περαιτέρω, εφόσον η αμέλεια του κατηγορουμένου δεν θεμελιώνεται σε παράβαση συγκεκριμένου επιτακτικού κανόνα δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται σ' αυτό ο κανόνας αυτός και κατ' επέκταση το άρθρο 15 του Π.Κ. και οι διατάξεις των προδιαληφθέντων Ν.1565/1939 " περί ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος" και του Β.Δ 155/1955 " περί ιατρικής δεοντολογίας". Εξάλλου, στο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι αναγκαίο να περιέχονται, με ποινή ακυρότητας αυτού, διατάξεις που προβλέπουν την παρεπόμενη ποινή της αποστερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρ. 61 και 63 ΠΚ) επί καταδίκης σε φυλάκιση, αφού οι διατάξεις αυτές δεν προσδιορίζουν την πράξη και την γι' αυτή προβλεπόμενη κύρια ποινή. Ούτε από το γεγονός ότι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενη αμέλεια συνίσταται στη μην καταβολή της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε εκ του επαγγέλματός του να καταβάλλει, έπρεπε να αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα η διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' του Π.Κ η οποία απλώς και μόνο προσδιορίζει την έννοια της κατ' επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος. Τέλος, από το άρθρο 321 παρ.1 στοιχ. ε' του Κ.Π.Δ που ορίζει ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ των άλλων, τον αριθμό του την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, σαφώς προκύπτει ότι για το κύρος αυτού δεν απαιτείται να τίθεται και σφραγίδα του υπογράφοντος αυτό εισαγγελέα, πέραν της σφραγίδας της υπηρεσίας.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης και ο συναφής του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
2.- Απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και καθιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως προκαλείται εάν δεν τηρηθούν, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις που καθορίζουν τη εμφάνιση, την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου (άρθρο 171 παρ.1δ ΚΠΔ). Εξάλλου με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ΝΔ 52/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη και στην παρ. 3 περιπτ. γ' του άρθρου αυτού προβλέπεται ειδικότερα ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτό του ή να αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της επιλογής του. Από τις παραπάνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α., προκύπτει καταρχήν ότι το συστατικό της δίκαιης δίκης δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το δικαίωμά του να έχει συνήγορο υπερασπίσεως, περιλαμβάνει και το δικαίωμά του να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο ή δικηγόρους της επιλογής του (Ολ.ΑΠ 9/2002). Δεν δημιουργείται, όμως, οποιαδήποτε ακυρότητα και δεν παραβιάζονται οι άνω διατάξεις της ΕΣΔΑ να έχει ο κατηγορούμενος συνηγόρους της επιλογής του, στην περίπτωση κατά την οποία, επί διακοπής της δίκης για οποιονδήποτε λόγο, στην μετά την διακοπή ορισθείσα δικάσιμο, δεν εμφάνιζεται, για λόγους που αφορούν το πρόσωπό του, ο ένας των συνηγόρων οι οποίο μέχρι τη διακοπή υπεράσπιζαν τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη δικάσιμο της 5-6-2008, δεν ολοκληρώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως και το δικαστήριο διέκοψε τη συζήτηση αυτής για την 17-6-2008 κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε η εκ των συνηγόρων του κατηγορουμένου Ζωή Κωνσταντοπούλου και στη θέση αυτής ο κατηγορούμενος διόρισε ως δεύτερο συνήγορο υπεράσπισης τον δικηγόρο Ευάγγελο Αποστολόπουλο. Με τα δεδομένα αυτά δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου εκ της απουσίας της άνω συνηγόρου Ζωής Κωνσταντοπούλου, τοσούτο μάλλον αφού στη θέση εκείνης ο κατηγορούμενος διόρισε άλλο συνήγορο και δεν προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α Κ.Π.Δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος 3.-Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται τι ακριβώς προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ζ, ετών 36, ε΅φάνισε κατά το 2ο δεκαή΅ερο του Ιανουαρίου του 2002, ενοχλητικούς πόνους στο ύψος πάνω από τη ΅έση του (οσφυαλγία στην κατώτερη θωρακική ΅οίρα της σπονδυλικής στήλης) και επισκέφθηκε διαδοχικά τα εφη΅ερεύοντα ιατρεία της ορθοπεδικής Κλινικής του Νοσοκο΅είου ΑΧΕΠΑ, του Νοσοκο΅είου "Γ. Παπανικολάου" καθώς και τον ιδιώτη ορθοπεδικό ιατρό .... Όλοι οι γιατροί που τον εξέτασαν τόσο στα νοσοκο΅εία όσο και ο ιδιώτης, διέγνωσαν οσφυοϊσχυαλγία και του συνέστησαν ανάπαυση του χορήγησαν δε φαρ΅ακευτική αγωγή ΅ε ΅υοχαλαρωτικά και αντιφλεγ΅ονώδη φάρ΅ακα. Επειδή ο ίδιος ο εγκαλών ήταν υπερκινητικό άτο΅ο και δεν υπάκουσε στις εντολές των ιατρών για ανάπαυση, τα δε συ΅πτώ΅ατα δεν υποχωρούσαν, το απόγευ΅α της 29-1-02 επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του "Ιατρικού Διαβαλκανικού Κέντρου Θεσσαλονίκης". Και εκεί διαγνώστηκαν από τον πρώτο ιατρό του Κέντρου που τον εξέτασε συ΅πτώ΅ατα οσφυαλγίας και ριζίτικου άλγους του δεξιού κάτω άκρου, κατανο΅ή της πρώτη ιερής ρίζης (Ι1), στις 30-1-02 υποβλήθηκε δε σε εξετάσεις δηλ. έλεγχο ΅ε ΜRΙ-ΟΜΣΣ (΅αγνητική το΅ογραφία οσφυϊκής ΅οίρας σπονδυλικής στήλης). Στις 31-1-02 εξετάσθηκε από τον κατηγορού΅ενο ιατρό, ο οποίος ύστερα από κλινική εξέταση, διέγνωσε συ΅πτώ΅ατα από βλάβη πιθανώς του νωτιαίου ΅υελού δηλαδή αταξία στη βάδιση, διαταραχές αισθητικότητας, υπαισθησία τύπου Sela στα πέλ΅ατα, που ανέβαινε ΅έχρι κάτω από τον ο΅φαλό και Babinski α΅φοτερόπλευρα και αδυνα΅ία των κάτω άκρων ΅ε βαθ΅ολογία τέσσερα (4), όταν η απόλυτα φυσιολογική κατάσταση βαθ΅ολογείται ΅ε αριθ΅ό (5). Προς εργαστηριακή επιβεβαίωση της κλινικής διαγνώσεως ο κατηγορού΅ενος υπέδειξε να γίνει έλεγχος ΅ε ΜRΙ-ΘΜΣΣ (΅αγνητική το΅ογραφία θωρακικής ΅οίρας σπονδυλικής στήλης). Από την εργαστηριακή αυτή εξέταση διαγνώσθηκε εκτός άλλων και δισκοκήλη ΅εταξύ των 10 και 11 θωρακικών σπονδύλων (Θ 10-11) ΅ε αρχό΅ενη ΅υελοπάθεια και ο κατηγορού΅ενος συνέστησε στον εγκαλούντα την ά΅εση χειρουργική αντι΅ετώπιση της ασθένειας, στο ύψος της θωρακικής ΅οίρας (και όχι της οσφυϊκής), και επειδή ενοχλούνταν ο νωτιαίος ΅υελός θα έπρεπε να γίνει και δισκεκτο΅ή ΅ε πρόταση σύγχρονης σπονδυλοδεσίας. Ο εγκαλών θορυβηθείς απευθύνθηκε τηλεφωνικά στον ιδιώτη γιατρό ..., που τον είχε παλαιότερα χειρουργήσει λόγω ρήξης των χιαστών συνδέσ΅ων στο γόνατο και ζήτησε τη συ΅βουλή του κυρίως για την επιστη΅ονική ικανότητα του κατηγορου΅ένου. Ο τελευταίος τον πληροφόρησε ότι είναι καλός γιατρός ο κατηγορού΅ενος και έτσι συγκατατέθηκε να γίνει η επέ΅βαση, η οποία, πρέπει να ση΅ειωθεί, θεωρείται λόγω της αρχό΅ενης ΅υελοπάθειας, οφειλό΅ενης στην πίεση που ασκούσε στον νωτιαίο ΅υελό η δισκοκήλη, ενδεδειγ΅ένη ΅έθοδος αποτελεσ΅ατικής αντι΅ετώπισης της νόσουl προκει΅ένου να ΅ην προκαλέσει αυτή παραπληγία. Η επέ΅βαση προγρα΅΅ατίσθηκε για την 1-2-02 στο χειρουργείο της Ορθοπεδικής ΅ονάδας του Ιατρικού Διαβαλκανικού Κέντρου. Η χειρουργική επέ΅βαση έγινε από τον κατηγορού΅ενο ιατρό ορθοπεδικό χειρουργό, χωρίς την παρουσία ιατρού - νευροχειρουργού, κάτι που δεν είναι σύ΅φωνα ΅ε τα ιατρικώς κοινά παραδεδεγ΅ένα απαραίτητο αφού η επέ΅βαση αυτή γίνεται, ΅ε σύ΅φωνη γνώ΅η των σχετικών ιατρικών επιστη΅ονικών εταιριών (ορθοπεδικών και νευροχειρουργών) είτε από ορθοπεδικούς ΅όνο είτε από νευροχειρουργούς ΅όνο είτε ΅ε συνεργασία των δύο, όπως όλοι οι ΅άρτυρες ιατροί επιβεβαίωσαν. Κατά την επέ΅βαση ακολουθήθηκε από τον κατηγορού΅ενο η οδός της οπίσθιας διανοίξεως του δέρ΅ατος και της οπισθοπλαγίας προσπελάσεως της σπονδυλικής στήλης, η οποία είναι ΅ία από τις επιστη΅ονικά ενδεδειγ΅ένες ΅εθόδους. Η άλλη είναι η ε΅προσθία το΅ή και προσπέλαση, η κάθε ΅ία από αυτές ΅ε πλεονεκτή΅ατα και ΅ειονεκτή΅ατα. Μετά την το΅ή ο κατηγορού΅ενος προέβη σε σπονδυλοδεσία Θ 10-11 ΅ε πλάκα και τέσσερις (4) διαυχενικές βίδες, διότι υπήρχε κίνδυνος λόγω αφαιρέσεως ΅έρους της άρθρωσης να δη΅ιουργηθεί αστάθεια της σπονδυλικής στήλης και ακολούθως προέβη σε περιορισ΅ένη η΅ιπεταλοκτο΅ή (ΑΡ) και δισκεκτο΅ή Θ 10-11, προκει΅ένου να αφαιρέσει τη δισκοκήλη που συ΅πίεζε το νωτιαίο ΅υελό και είχε προκαλέσει την αρχό΅ενη ΅υελοπάθεια. Η σπονδυλοδεσία επιστη΅ονικά δεν είναι ΅η ενδεδειγ΅ένη στη θωρακική μοίρα, όταν μάλιστα καταστρέφονται αρθρικές αναφύσεις, όπως εν προκειμένω. Από έλλειψη όμως της προσοχής που όφειλε και μπορούσε ως μέσος ορθοπεδικός χειρούργος να καταβάλει στην προσπάθειά του αυτή να προσεγγίσει τη δισκοκήλη, δεν προέβλεψε ότι τυχόν μεγάλη πίεση στο νωτιαίο μυελό που είναι ευγενές και ευαίσθητο όργανο θα προκαλέσει εύκολα βλάβες σ'αυτόν, στην ασταθή αρτηρία και τα τριχοειδή αγγεία που αρδεύουν την περιοχή, και πίεσε με τα χειρουργικά εργαλεία υπερβολικά το νωτιαίο μυελό προκαλώντας σ' αυτόν θλάση, η οποία στη συνέχεια προκάλεσε ισχαιμία του μυελού με νέκρωση των κυττάρων του στο σημείο εκείνο, αυτή δε (ισχαιμία) προκάλεσε στον εγκαλούντα σπαστική παραπληγία με ορθοκυστικές διαταραχές, (φέρει πλέον καθετήρα κύστεως και πάνες), υπαισθησία από Θ12 νευροτόμιο και κάτω, έκτοτε δε δεν μπορεί να σταθεί όρθιος και η μετακίνησή του γίνεται μόνο σε αναπηρικό αμαξίδιο. Η κατάσταση αυτή του εγκαλούντος διαπιστώθηκε από τον κατηγορούμενο, όταν ο ασθενής μεταφέρθηκε, μετά τη μικρή παραμονή του στο θάλαμο ανάνηψης των χειρουργείων, στο δωμάτιό του. Εκεί αρχικά ο εγκαλών διαπίστωσε στην κλίνη του θαλάμου του ότι ολόκληρη η περιοχή από το στήθος έως τα κάτω άκρα έχει υποστεί ολική νέκρωση δηλ. υπέστη παραπληγία. Την κατάσταση διαπίστωσε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, όταν τον επισκέφθηκε αμέσως μετά στο θάλαμό του και με βελόνα τσίμπησε τα κάτω άκρα, τα οποία δεν αντιδρούσαν στο τσίμπημα. Ο κατηγορούμενος παραγγέλλει μετά ταύτα να γίνει στον παθόντα έλεγχος με μαγνητική τομογραφία θωρακικής μοίρας σπονδυλικής στήλης (ΜRΙ-ΘΜΣΣ) όπου φαίνεται η σπονδυλοδεσία, η μικρή ημιπεταλοκτομή και μικρό σήμα μυελοπάθειας (όπως και στην προεγχειρητική μαγνητική τομογραφία) αλλά και οίδημα στο ίδιο σημείο όπου υπήρχε το οφειλόμενο στην από την ισχαιμία βλάβη του μυελού. Μετά ταύτα τον επισκέπτεται ο ιατρός - νευροχειρουργός του Κέντρου ... και αφού διαπιστώνει τη δυσχερή κατάσταση του παθόντος, προτείνει νέα εγχείρηση για τη διάνοιξη της σκληράς ΅ήνιγγας και την αποσυ΅πίεση του νωτιαίου ΅υελού. Την επο΅ένη 2-2-02 και ώρα 07.00 συγκαλείται το Επιστη΅ονικό Συ΅βούλιο του Κέντρου, παρουσία των συγγενών του παθόντα, και εκεί αποφασίζεται ότι είναι αναγκαίο να χειρουργηθεί για 2η φορά ο παθών. Το ΅εση΅έρι της ίδιας η΅έρας 2-2-02 ο παθών οδηγείται για 2η φορά στο χειρουργείο, όπου και αφαιρούνται τα υλικά της σπονδυλοδεσίας, διότι προείχε πλέον η ά΅εση αποσυ΅πίεση του νωτιαίου ΅υελού, επί πλέον δε επειδή θα διανοίγετο η σκληρά ΅ήνιγγα ώστε να αποσυ΅πιεστεί ο ΅υελός και θα προστίθετο άλλο τεχνικό υλικό που υπήρχε κίνδυνος σε συνδυασ΅ό ΅ε τις βίδες να προκαλούσε ΅όλυνση, διενεργήθηκε πεταλεκτο΅ή Θ 10 και Θ 11 και διάνοιξη της σκληρής ΅ήνιγγος. Και ΅ετά αυτή την εγχείρηση ό΅ως η κατάσταση του παθόντα ελάχιστα βελτιώθηκε (΅πορεί ΅όνο να κινεί τα δάκτυλα του ποδιού του) και παρα΅ένει η σπαστική παραπληγία ΅ε ορθοκυστικές διαταραχές και υπαισθησία από Θ12 νευροτό΅ιο και κάτω. Ισχυρίζεται ο κατηγορού΅ενος ότι την κατάσταση του εγκαλούντος προκάλεσε όχι δική του α΅έλεια αλλά επιπλοκή της ήδη υπάρχουσας προεγχειρητικά ΅υελοπάθειας, οφειλό΅ενη σε οίδη΅α που προκλήθηκε από την αναγκαία ιατρικά αποσυ΅πίεση του ΅υελού ΅ε την αφαίρεση της δισκοκήλης. Ο ισχυρισ΅ός ό΅ως του κατηγορου΅ένου δεν είναι βάσι΅ος. Αν η βλάβη οφειλόταν σε οίδη΅α από αποσυ΅πίεση, που είναι ΅εν πιθανόν να ε΅φανισθεί σε τέτοιες εγχειρήσεις είναι ό΅ως ΅ικρής εκτάσεως και θα εδη΅ιουργούσε ΅εν παραπάρεση, αυτή ό΅ως θα ήταν προσωρινή, θα υποχωρούσε δε το οίδη΅α ΅ε φαρ΅ακευτική αγωγή και ΅ε την υποχώρηση αυτού θα αποκαθίστατο η κινητικότητα των κάτω άκρων. Στην συγκεκρι΅ένη περίπτωση, ό΅ως, όπως άλλωστε φαίνεται και σε όλες τις ΅ετεγχειρητικές ΅αγνητικές το΅ογραφίες, το σή΅α που δίδεται από τη ΅υελοπάθεια είναι το ίδιο, στοιχείο που επιβεβαιώνει πως η βλάβη δεν προκλήθηκε από οίδη΅α εξ αποσυ΅πιέσεως το οποίο οίδη΅α αν ήταν τέτοιας ΅ορφής ΅ε την πάροδο του χρόνου και την φαρ΅ακευτική αγωγή που εχορηγείτο στον παθόντα, θα είχε υποχωρήσει και θα ε΅φανιζόταν διαφορετικό το σή΅α στις ΅ετέπειτα το΅ογραφίες. Ούτε ό΅ως η προϋπάρχουσα της εγχειρήσεως ΅υελοπάθεια ΅πορούσε σε τόσο σύντο΅ο χρονικό διάστη΅α από ΅όνη της χωρίς έξωθεν επέ΅βαση να εξελιχθεί σε τέτοιο βαθ΅ό ώστε να προκαλέσει την ως άνω βαριά σω΅ατική βλάβη στον εγκαλούντα, όπως ΅ε πειστικότητα καταθέτουν οι ΅άρτυρες ... και ..., χωρίς η κατάθεσή τους να αναιρείται από κάποιο άλλο πειστικότερο αποδεικτικό ΅έσο. Υπό τα περιστατικά αυτά πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορού΅ενος, στον οποίο πρέπει να αναγνωριστεί το ελαφρυντικό ότι στην πράξη του προέβη, όχι από ταπεινά αίτια, αλλά από διάθεση να βοηθήσει τον ασθενή του, θεωρώντας ότι η αντι΅ετώπιση της καταστάσεώς του ήταν επείγουσα (άρθρο 84 παρ. 2 β ΠΚ)..." Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία.. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Εφετείο εκθέτει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου περιστατικά και με τις εν γένει εκ του πράγματος παραδοχές, προσδιορίζει σαφώς τη μορφή της αμέλειας αυτού ως μη συνειδητής καθώς επίσης επαρκώς αιτιολογεί και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξεως και του αποτελέσματος, δεχόμενο ότι από έλλειψη της προσοχής που αυτός όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε ότι κατά την χειρουργική επέμβαση που ενήργησε η υπερβολική πίεση που με χειρουργικά εργαλεία εξάσκησε στο νωτιαίο μυελό του παθόντος θα προκαλούσε ισχαιμία του μυελού και νέκρωση των κυττάρων στο σημείο εκείνο με συνέπεια την σπαστική παραπληγία αυτού. Έτσι, περαιτέρω, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι έλαβε χώρα έγκλημα από αμέλεια, που τελέσθηκε με παράλειψη, αλλά με πλημμελή ενέργεια, δεν χρειαζόταν να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και να αιτιολογείται η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως των αναιρεσειόντων να παρεμποδίσουν την επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος, καθώς και ο επιτακτικός κανόνας από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή, κατά το άρθρο 15 του Π.Κ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ έκτος λόγος αναιρέσεως και ο συναφής δεύτερος του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Εξάλλου,το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, στο προοίμιο του σκεπτικού του διαλαμβάνει ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και "...η διεξαχθείσα προανακριτικά και αναγνωσθείσα πραγματογνωμοσύνη, οι αναγνωσθείσες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων και οι λοιπές αναγνωσθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης.." συνεπώς έλαβε υπόψη και την από 14-5-2007 ιατρική πραγματογνωμοσύνη των ..., ... και ..., καθώς και την από 24-11-2007 ομοία πραγματογνωμοσύνη των ..., ..., ..., οι οποίες, υπό τους αριθμούς 14 και 47, αντίστοιχα, περιλαμβάνονται στον πίνακα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν.
Συνεπώς δεν πάσχει η απόφαση κατά την αιτιολογία της εκ της μη αναφοράς στο προοίμιο του σκεπτικού της των στοιχείων της ταυτότητας καθεμιάς από τις άνω πραγματογνωμοσύνης, εφόσον βεβαιώνεται σ' αυτό ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά μεν το σκέλος με το οποίο πλήττει την απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας εκ της μη λήψης υπόψη των άνω εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης είναι αβάσιμος, ενώ και το δεύτερο σκέλος με το οποίο πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα εκ του ότι έλαβε υπόψη μη αναγνωσθέντα έγγραφα είναι απαράδεκτος διότι ουδόλως προσδιορίζονται τα έγγραφα εκείνα τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, χωρίς να αναγνωσθούν, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο.
4.- Κατά το εδαφ. γ' του άρθρου 139 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν.2408/996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις ανεξάρτητα από το αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανεξέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται μεν στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα γιατί, διαφορετικά προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως (άρθρ. 170 παρ.2 ΚΠοινΔ) και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' ΚΠοινΔ. Αν το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 139 εδ.γ' ΚΠοινΔ, να διαλάβει στη σχετική απόφασή του την από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, ο κατηγορούμενος υπέβαλε τα παρακάτω αιτήματα α) προβολής της βιντεοταινίας της δεύτερης εγχειρήσεως β) κατ' αντιπαράσταση εξέτασης των μαρτύρων και γ) διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης. Το εφετείο, μετά σύμφωνη πρόταση του εισαγγελέα απέρριψε τα άνω αιτήματα, με την ακόλουθη αιτιολογία. "....Οι εξετασθέντες ΅άρτυρες που αναφέρεται ανωτέρω στις καταθέσεις τους στα οικεία ΅έρη των πρακτικών ότι είδαν το video της δεύτερης χειρουργικής επέ΅βασης στον εγκαλούντα, ΅ε σαφήνεια κατέθεσαν τι αποτυπώνεται σ' αυτό και έδωσαν απαντήσεις σε σχετικές ερωτήσεις, ώστε δεν συντρέχει λόγος για επί πλέον προβολή του ενώπιον του δικαστηρίου. ’λλωστε και οι ίδιοι οι συνήγοροι του κατηγορου΅ένου δεν προσδιορίζουν ΅ε σαφήνεια τι πέραν όσων κατέθεσαν οι ΅άρτυρες που είδαν το video θα προσφέρει αποδεικτικά η προβολή του, περιοριζό΅ενοι αορίστως να αναφέρουν ότι είναι χρήσι΅η για υπερασπιστικούς ισχυρισ΅ούς τους. Για τους ίδιους λόγους δεν κρίνεται και αναγκαία η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης επ' αυτού. Πρέπει συνεπώς το σχετικό αίτη΅α ν' απορριφθεί .... Οι καταθέσεις που έδωσαν οι ΅άρτυρες των οποίων ζητείται η κατ' αντιπαράσταση εξέταση είναι σαφείς και δεν χρειάζεται κατ' αντιπαράσταση εξέταση αυτών, οι οποίοι δεν είναι απαραίτητο να συ΅φωνούν ΅εταξύ τους σε όσα κατέθεσαν. ’λλωστε και στο αίτη΅α των συνηγόρων του κατηγορου΅ένου δεν προσδιορίζονται συγκεκρι΅ένα ση΅εία των καταθέσεων των ΅αρτύρων τα οποία θα ήθελαν διευκρίνιση ή συ΅πλήρωση. Κατόπιν αυτού πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για κατ' αντιπαράσταση εξέταση των ως άνω μαρτύρων καθώς και το αίτημα για εκ νέου εξέταση των μαρτύρων ... και ... ...". Η αιτιολογία αυτή της εν λόγω παραμπίπτουσας απόφασης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την έννοια του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠοινΔ, Επομένως, είναι αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' τέταρτος λόγος της αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθ'όσον αφορά την απόρριψη των άνω αιτημάτων.

5.- Από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ. 43, 49 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 57 επ. 246 επ. 250, 321 ΚΠΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο (καθώς και το Συμβούλιο) μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε για κάποια άλλη, έστω και συναφή, αλλιώς παράγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1β ΚΠΔ, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας που υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος, είναι διαφορετική, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως, από εκείνη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Τέτοια ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια και ειδικότερα όταν προσδιορίζει ακριβέστερα, κατά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε και καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη απόφαση για την ίδια πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος του Ζ, την οποία τέλεσε ως ιατρός, που διενήργησε χειρουργική επέμβαση επί του άνω ασθενούς. Το γεγονός που δέχεται η προσβαλλομένη ότι δηλαδή η σωματική βλάβη (παραπληγία) προκλήθηκε από υπερβολική πίεση με χειρουργικά εργαλεία του νωτιαίου μυελού που ως αποτέλεσμα είχε την ισχαιμία του μυελού και την νέκρωση των κυττάρων στο σημείο εκείνο, δεν συνιστά καν μεταβολή της κατηγορίας, αφού και στο κατηγορητήριο αναφέρεται η παραπληγία ως η σωματική βλάβη την οποία υπέστη ο παθών η δε πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, παραπέμφθηκε και καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος είναι η σωματική βλάβη από αμέλεια και δεν υπάρχει διαφορά στο χρόνο στον τόπο και στις λοιπές περιστάσεις τελέσεως της πράξεως αυτής, αλλ'ακριβέστερος και πληρέστερος προσδιορισμός της των στοιχείων των που προσδιορίζουν την αμέλεια του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως των, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας (άρθρ. 171 παρ.1δ και 510 παρ.1 Α ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Τέλος, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, διατυπούμενος στο δικόγραφο της αναιρέσεως, κατά λέξη "...Τέλος, το δικάσαν Εφετείο δεν απάντησε σε κανέναν από τους 2ον έως 11ον λόγους εφέσεώς ΅ου, τους οποίους απέρριψε σιωπηρώς και αναιτιολόγητα, ανέγνωσε δε έγγραφα στην ανάγνωση των οποίων είχα ρητώς αντιτεθεί και είχα εφεσιβάλει την περί ανάγνωσής τους απόφαση του Πρωτοβαθ΅ίου Δικαστηριου (βλ. υπ' αρ. 39 αναγνωσθέν έγγραφο, ση΅είω΅α ασφαλιστικών ΅έτρων, σε συνδυασ΅ό ΅ε 9ο λόγο εφέσεως- ακυρότητα κατ' άρθρο 364 Κ.Π.Δ.) είναι παντελώς αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ζ (άρθρ. 583 παρ.1 και 176, 183 Κ.Πολ.δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2008 αίτηση και τους από 28-1-2009 πρόσθετους λόγους του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2727,3157/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή