Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 770 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή αναγνωριστική, Αγωγή διεκδικητική.




Περίληψη:
Αρνητική της κυριότητας αγωγή και αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή. Λόγοι αναίρεσης από 8 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.




Αριθμός 770/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Π. Σ. του Ν., και 3) Σ. Σ. του Ν., κατοίκων ... . Ο 1ος δεν παραστάθηκε, οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πρωτόπαππα, ο οποίος δήλωσε ότι ο Σ. Μ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τη Σ. Δ. συζ. Ν., το γένος Σ. Μ. και τον Ν. Μ. του Σ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χας Κ. Κ., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 3) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μιχαλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/1991 αγωγή των αρχικών διαδίκων Ν. Σ. και Σ. Μ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιστιαίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/1993 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας λόγω αρμοδιότητας, 653/1995 μη οριστική, 532/2000 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και 1980/2002 μη οριστική, 7090/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 3/2/2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1594/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7090/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6462/2008 μη οριστική και 890/2011 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/6/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 6/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου λόγου αναίρεσης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό 240 τόμο ΛΗ έτους 2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Μεταμόρφωσης Αττικής ο πρώτος αναιρεσείων Σ. Μ. απεβίωσε στις 11.7.2012 ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Μ. και τα τέκνα του Σ. και Ν.. Η σύζυγός του αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομία του συζύγου της με την 6890/17-9-2012 έκθεση αποποίησης κληρονομίας ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και επομένως οι λοιποί ως άνω κληρονόμοι με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου που καταχωρίστηκε στα πρακτικά νόμιμα συνεχίζουν την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε νόμιμα με το θάνατο του πρώτου αναιρεσείοντος. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 97 παρ.3 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος κάποιου από τους διαδίκους εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται ως μη παριστάμενος, η δε πληρεξουσιότητα που δίδεται για όλες τις δίκες, παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της. Εξ άλλου κατά την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και ισχύει από την έναρξη του νόμου αυτού (20-3-2013) και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις κατ' άρθρο 98 παρ.1 του ως άνω νόμου, σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού ο τρίτος αναιρεσίβλητος Σ. Σ. εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Πρωτόπαππα, ο οποίος προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς του επικαλείται και προσκομίζει το .../14-5-2007 γενικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ’ργους Μαρίας Συνοδινού. Όμως η πληρεξουσιότητα αυτή έπαψε να ισχύει κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αφού παρήλθαν πέντε χρόνια από τη χορήγησή της. Επομένως ο τρίτος αναιρεσείων δεν εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο και αφού η μεταξύ των αναιρεσειόντων σχέση ως συγκυρίων ανάγεται σε απλή ομοδικία, η υπόθεση πρέπει να χωριστεί ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα και αφού αυτός δεν έχει κλητευθεί νόμιμα από τους παρισταμένους διαδίκους πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους υπολοίπους διαδίκους, που εκπροσωπούνται από πληρεξουσίους δικηγόρους. Επειδή, κατά το άρθρο 502 παρ.1 ΚΠολΔ, δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ή εκείνος που άσκησε κυρία παρέμβαση, εφόσον δικάστηκε ερήμην, οι καθολικοί διάδοχοί τους, καθώς και οι μετά την άσκηση της αγωγής ειδικοί διάδοχοί τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο τρίτος αναιρεσίβλητος Σ. Σ. δικάστηκε ερήμην στην κατ' έφεση δίκη. Όμως δεν αποδεικνύεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον ως άνω ερήμην δικασθέντα εκκαλούντα, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ.2 ΚΠολΔ γι' αυτόν κάτοικο εξωτερικού η εξήντα ημερών προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά τον τρίτο αναιρεσίβλητο ασκήθηκε κατ' αποφάσεως, που υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και ως εκ τούτου δεν είναι τελεσίδικη και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ.1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου εφέσεως κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματά του το Πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει, όπως εκείνο και να λύσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Εάν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες έχουν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Την εξουσία αυτή και υποχρέωση έχει το Εφετείο και όταν δικάζει μετ' αναίρεση ως δικαστήριο παραπομπής (αρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), στο οποίο η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (άρθρα 581 § 2, 579 § 1 ΚΠολΔ.). Επομένως και τότε το Εφετείο, εάν δεχθεί την έφεση, εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και απορρίψει αίτημα της αγωγής κατά την κυρία βάση της, ως προς την οποία είχε χωρήσει αναίρεση της πρώτης αποφάσεώς του και το αίτημα αυτό στηρίζεται, κατά την αγωγή και σε άλλη (επικουρική) βάση, την οποία δεν είχε εξετάσει το πρωτόδικο δικαστήριο, διότι είχε δεχθεί το ίδιο αίτημα κατά την κυρία βάση του, πρέπει να δικάσει και χωρίς έφεση του ενάγοντος, ο οποίος είχε νικήσει πρωτοδίκως, το αίτημα τούτο κατά την επικουρική βάση του. Η παράλειψη δε της έρευνας αυτής συνιστά την από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης παραδεκτώς προταθέντων πραγμάτων υπ' όψη, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι το Εφετείο κατά παραδοχή έφεσης των εφεσιβλήτων, ενώ απέρριψε την ένδικη αγωγή τους ως προς τη βάση της αρνητικής της κυριότητας αγωγή (άρθρο 1108 ΑΚ), επειδή δεν αποδείχθηκε η επικαλουμένη από τους ενάγοντες διατάραξη της συγκυριότητάς τους στην επίδικη εδαφική λωρίδα, παρέλειψε να εξετάσει τις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως σωρευομένη αναγνωριστική συγκυριότητα των αναιρεσειόντων αγωγή καθώς και την επικουρικά σωρευομένη διεκδικητική αγωγή. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής σ' αυτήν σωρευόταν α) αρνητική της κυριότητας αγωγή, και β) αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, ενώ στην αγωγή αν και υπήρχε αίτημα επικουρικό που προσήκει σε διεκδικητική αγωγή δεν περιείχετο βάση σχετική με διεκδικητική αγωγή. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από παραδοχή της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση η οποία είχε κάνει δεκτή την αρνητική της κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων και απέρριψε την αγωγή κατά την εξετασθείσα πρωτοδίκως ως άνω βάση της αρνητικής αγωγής, διότι δεν αποδείχθηκε η επικαλουμένη από τους ενάγοντες διατάραξη της συγκυριότητας τους στην επίδικη εδαφική λωρίδα του ακινήτου τους και δεν εξέτασε τη σωρευόμενη κατά τα ανωτέρω αναγνωριστική αγωγή της συγκυριότητας των εναγόντων, επειδή η εκκαλουμένη απόφαση δεν πλήττεται γι' αυτό με έφεση από τους ενάγοντες. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η βάση της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής εξετάστηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν ερεύνησε την αναγνωριστική βάση και αίτημα της αγωγής, επειδή δεν πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση με λόγο έφεσης από τους ενάγοντες και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αντιφατικότητάς του με τους δύο προηγούμενους λόγους, διότι δεν είναι νοητό το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και να άφησε αίτηση αδίκαστη και παράλληλα να κηρύσσει παρά το νόμο απαράδεκτο. Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει οι ηττηθέντες, κανονικά παριστάμενοι αναιρεσείοντες, να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Σ. Ν. Σ..
Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 28-6-2011 αίτηση για αναίρεση της 890/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή