Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1511 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ηθική αυτουργία, Συνέργεια, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, συμβολαιογράφου και της ηθικής αυτουργίας σε άμεση συνεργεία σε ψευδή βεβαίωση, με σκοπό την προσπόριση οφέλους σε τρίτο που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ (ψευδής κατά περιεχόμενο δημόσια διαθήκη). Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας Δεν αποτελούν, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1511/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 173/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .

Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 289/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 112/1.4.09 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Nαυπλίου με το 173/2008 βούλευμα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος Χ1, κάτοικος ..., κατά του 402/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Ναυπλίου, με το οποίο ο εκκαλών κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών "για κακουργήματα", για να δικαστεί ως υπαίτιος ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και άμεση αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης ή περιγραφική απλώς αναφορά αυτών δεν αρκεί. Ειδικότερα για την πληρότητα των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, και προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία της απόφασης ή του βουλεύματος και αν υπάρχει αιτιολογία, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης. Οι ανύπαρκτοι λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την έκθεση, όπως με υπόμνημα του αναιρεσείοντος, ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων και δεν είναι δυνατή η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών από τον ’ρειο Πάγο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 3 και 511 ΚΠΔ, οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2002 και 19/2001, ΑΠ 1643/2003). Στη προκειμένη περίπτωση στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε εμπροθέσμως από τον κατηγορούμενο και για την οποία συντάχθηκε η 4/29-1-2009 έκθεση αναιρέσεως από την αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου, αναφέρονται ως λόγοι αναίρεσης τα εξής: "Καθώς προκύπτει από την ασκηθείσα έφεση μου κατά του πρωτοβάθμιου βουλεύματος συμπεριέλαβα εις αυτήν τους κατωτέρω λόγους: 1) Ο εγκαλών εμένα με την έγκληση του με το αντιφατικό και αλλοπρόσαλλο δόλιον εις το ψεύδος κατασκεύασμα της αποκαλύπτεται ένας αλλοπρόσαλλος και αναξιόπιστος συνθέτης του δολίως ψευδεστάτου περιεχομένου της εγκλήσεώς του. Και ιδού αμέσως κατωτέρω η αναμφισβήτητη αλήθεια του γενονότος αυτού. 1) Λέγει στην έγκληση του και στην σελίδα 3 αυτής επί λέξει ότι : "Ουδέποτε η φερομένη ως διαθέτης ΑΑ εμφανίσθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου ’ργους Αικατερίνης Καλαλά-Καμπόσου". Και συνεχίζει ο εγκαλών στην αυτή σελίδα 3 της εγκλήσεώς του επί λέξει "Ουδείς δε μάρτυρας συνέπραξε κατά την σύνταξη της {εννοεί της διαθήκης) υπό την έννοια ότι ουδέποτε η θανούσα και δη στις 27-8-2000 εδήλωσε την τελευταία αυτής βούληση ώστε να παρίστανται μάρτυρες". Και τώρα η αναφορά μου σε άλλο κεφάλαιο της εγκλήσεώς και ειδικώτερον στις σελίδες 6 και 7 αυτής.2) Λέγει ο εγκαλών στην σελίδα 6 αυτής επί λέξει ότι : "Η 2α μηνυομένη συμβολαιογράφος μολονότι αντελήφθη την παραπάνω πασιφανή κατάσταση της ΑΑ {η οποία θα ήτο εντελώς αντιληπτή και σε ένα μικρό παιδί} εξ αιτίας του ότι είχε στερηθεί παντελώς της χρήσεως του λογικού και της συνειδήσεως λόγω αυτής της καταστάσεως της δεν μπορούσε να προβεί στην έκφραση και διατύπωση δηλώσεως της τελευταίας βουλήσεως της, παρά ταύτα προέβη {εννοεί την συμβολαιογράφο} στην σύνταξη της επίδικης διαθήκης και εβεβαίωσε τα όσα λέγει ότι εβεβαίωσε". Και τώρα η αναφορά μου στην σελίδα 7 της εγκλήσεως, στην οποία ο εγκαλών λέγει επί λέξει ότι "Οι 3ος, 4ος και 5ος των μηνυομένων μολονότι αντελήφθησαν την ανωτέρω κατάσταση [εννοεί της ΑΑ] εξ αιτίας της οποίας δεν μπορούσε να συντάξει διαθήκη, εν τούτοις παραστάθηκαν ως μάρτυρες κατά την σύνταξη της και την υπέγραψαν παρέχον τες συνδρομή κλπ". Και στην συνέχεια ο εγκαλών στην αυτήν ως άνω σελίδα της εγκλήσεως του λέγει επί λέξει ότι "Η επίδικη διαθήκη δεν θα καταρτιζόταν αν οι ανωτέρω μηνυόμενοι {εννοεί τους μάρτυρες της διαθήκης} δεν είχαν συμπράξει σε αυτήν ως μάρτυρες όπως ώφειλαν να πράξουν ευθύς αμέσως μόλις βρέθηκαν ενώπιον της ορατής και αντιληπτής από οποιονδήποτε τρίτο της αδυναμίας της διαθέτιδος ΑΑδια την σύνταξη της διαθήκης". Έχομεν συνεπώς ενώπιον μας μιας έγκληση με τα δύο ως άνω μέρη αυτής που αθροίζονται σωρευτικώς αντιφάσκοντα. Κατά το ένα μέρος αυτής ούτε η διαθέτιδα ούτε οι μάρτυρες εμφανίσθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου για να εμφανίζεται η συμβολαιογράφος να συντάσσει την επίδικη διαθήκη μόνη της χωρίς την εμφάνιση της ΑΑ ως διαθέτιδας και χωρίς την εμφάνιση των μαρτύρων. Κατά το άλλο μέρος της αυτής εγκλήσεως εμφανίσθησαν και η διαθέτιδα και οι μάρτυρες ενώπιον της συμβολαιογράφου και ενώ οι εμφανισθέντες αντιληφθήκανε την πασιφανή κατάσταση της αδυναμίας της διαθέτιδας να συντάξει διαθήκη, παρά ταύτα οι μάρτυρες παρέστησαν στην σύνταξη της. Αυτή η έγκληση με τα δύο αντιφάσκοντα μεταξύ τους ουσιώδη ψεύδη περιήλθε στα χέρια του Κου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, ο οποίος ώφειλε να ακολουθήσει την κατωτέρω δικονομική μεταχείριση, την οποία επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 478 § 1 και 2 β' Κ.Ποιν.Δικ., καθήν ο κάθε κ. Εισαγγελεύς οφείλει να εξετάσει εκτός των άλλων και το εάν η έγκληση στηρίζεται στον νόμο, αν είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, ή αν είναι προφανώς αβάσιμη. Τα δύο ως άνω αθροιστικά ουσιωδέστατα ψεύδη της εγκλήσεως αντιφάσκοντα μεταξύ τους καθιστούν αυτό το αντιφατικό και δολίως ψευδέστατο κατασκεύασμα της εγκλήσεως όλως ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, επίσης όλως αόριστο αφού οι αντιφατικότητες αναιρούν άλληλες ως αντιτιθέμενες μεταξύ τους και προφανέστατα αβάσιμες, αφού οι αντιφατικότητες διαψεύδουν αλλήλας. Δηλαδή ο εγκαλών με εγκαλεί για δύο αξιόποινες πράξεις που δεν μπορούν να συνυπάρξουν ως αναιρούσας αλλήλας και η τοιαύτη αναίρεση καθιστά κενή αντικειμένου την έγκληση. Ώφειλε συνεπώς ο κ. Εισαγγελεύς να απορρίψει με διάταξη του την έγκληση. Και αντιστοίχως το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα για την ταυτότητα του ιδίου λόγου ώφειλε να κάνει δεκτή την έφεση μου. Και όχι μόνο τούτο δεν έπραξε αλλά ούτε καν άγγιξε τον λόγον αυτόν της εφέσεως μου ωσεί να τον εξέλαβε ως ανύπαρκτον για να είναι ανύπαρκτη και η εν αναφορά προς αυτόν σχετική αιτιολογία. 2) Και τώρα η αναφορά μου στο πρωτοβάθμιο παραπεμπτικό βούλευμα. Τούτο παραπέμπει την συμβολαιογράφο ότι εν γνώσει της εβεβαίωσε ψευδώς ότι η ως άνω διαθέτης κατά τον χρόνον της συντάξεως της διαθήκης είχε συνείδηση των πράξεων της κλπ. Και στην συνέχεια ότι συνέπραξαν ως μάρτυρες στην σύνταξη της διαθήκης, παρασιωπώντας το γεγονός του ότι η διαθέτης ΑΑ δεν ήτο ικανή να προβεί στην έκφραση και διατύπωση της τελευταίας βούλησης της. Και ότι εγώ εις τούτο ηθικός αυτουργός. Αυτή, όμως, η κατηγορία για την οποία υε παραπέμπει το Βούλευμα διαψεύδεται από τον ίδιον τον εγκαλούντα με το άλλο ψεύδος της εγκλήσεως καθό ούτε μάρτυρες, ούτε η διαθέτιδα εμφανίσθηκαν στην συμβολαιογράφο δια να αίρεται από αυτό το μέρος του Βουλεύματος η αποδιδομένη σε μένα κατηγορία. Ανακύπτει όμως και ένα άλλο κρίσιμο θέμα εν προκειμένω, που συνίσταται με ποίο κριτήριο το προσβαλλόμενο Βούλευμα επέλεξε από τις αντιφάσκουσες και αναιρούσας αλλήλας πράξεις της εγκλήσεως των ανωτέρω. Και αυτό το κρισιμώτατο ουσιαστικό γεγονός, προκύπτον από την ιδία έγκληση, που και αυτό απετέλεσε λόγον της εφέσεως μου, ουδέ καν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τον εξέλαβε ως υπαρκτόν γι' αυτό και ανύπαρκτη οιαδήποτε σχετική αιτιολογία. 3ος λόγος της εφέσεως μου, που είναι ένα άλλο κρισιμώτατο γεγονός της εκ δόλου αναξιοπιστίας του εγκαλούντος και του πολλοστού δόλου αυτού να επιδιώξει να επιτύχει μια άδικη καταδίκη εμού και των λοιπών εν γνώσει του ότι εγώ και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί μου είμαστε αθώοι. Προσοχή ιδιαίτερη επικαλούμαι στο γεγονός του ότι αυτή η έγκληση του εγκαλούντος δεν είναι εκ προθέσεως μόνον αυτού εγκληματικό κατασκεύασμα να επιτύχει την καταδίκη αθώων, αλλά είναι εγκληματική συναπόφαση δόλια και όλων των λοιπών δια να εμφανισθεί ο ένας ο εγκαλών και οι λοιποί ως μάρτυρες εις το αδίστακτο εγκληματικό ψεύδος. Και ιδού η απόδειξη που υποχρεώνει το Συμβούλιο Εφετών όχι μόνον νομικώς και δικονομικώς, αλλά πρωτίστως και ηθικώς, διότι οι ηθικές επιταγές διαπνέουν όλα το δίκαιο των προηγμένων Ευρωπαϊκών χωρών. Αλλά και ως προς αυτό ανύπαρκτη η σχετική αιτιολογία του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος. Ξαναεγκύπτω στην έγκληση και η αναφορά μου στην σελίδα 2 αυτής, καθήν λέγει ο εγκαλών και οι λοιποί ουσιαστικοί εγκαλούντες ότι η διαθήκη είναι δήθεν πλαστή και ότι τον ψευδοϊσχυρισμόν του αυτόν στηρίζει εις το ότι αναγράφεται στην δημοσία διαθήκη επί λέξει ότι "Στο ... στις 27 Αυγούστου 2000 και στην οικία της ΑΑ επί της οδού ... 19.". Και συνεχίζει ο εγκαλών και οι ουσιαστικοί εγκαλούντες λοιποί στην έγκληση του και στην εν συνεχεία σελίδα επί λέξει ότι "Ωστόσο η κατοικία και η ιδιοκτησία της αποβιωσάσης ΑΑ ουδέποτε βρίσκονταν στην ανωτέρω διεύθυνση και επί της οδού ... 19, αλλά βρισκόταν πάντοτε επί της οδού ... 23". Και συνεχίζει ο εγκαλών και οι λοιποί ουσιαστικοί εγκαλούντες στην έγκληση επί λέξει ότι "Αντιθέτως επί της οδού ... 19 όπου βεβαίωσε η συμβολαιογράφος ότι μετέβη κείται διώροφο ακίνητο αγνώστων ιδιοκτητών και πάντως όχι της ιδιοκτησίας της αποβιωσάσης, στο ισόγειο του οποίου υπάρχει και υπήρχε και κατά τον χρόνο που φέρεται ότι συνετάγη η ένδικη διαθήκη εμπορικό κατάστημα, ενώ στον πρώτο όροφο υπάρχει κατοικία αγνώστων". Και συνεχίζει ο εγκαλών και οι υποκρυπτόμενοι όπισθεν αυτού και μετ' αυτού από κοινού βυσσοδομούντες, ραδιουργούντες και δολοπλοκούντες στην ίδια σελίδα της έγκλησης επί λέξει ότι "Με βάση τα ανωτέρω ουδέποτε η φερομένη ως διαθέτις ΑΑ εμφανίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Καμπόσου-Καλαλά. Ουδέποτε εξέφρασε την επιθυμία να συντάξει διαθήκη. Ουδέποτε συνέταξε διαθήκη. Ουδείς μάρτυρας συνέπραξε κατά την σύνταξη της". Προσοχή και επαναλαμβάνω προσοχή εις το ότι ο εγκαλών και οι συνωμοτούντες με αυτόν εις την σύλληψη και την κατασκευή ψευδών κατασκευασμάτων για να εγκλείσουν αθώους στην φυλακή εις τα ανωτέρω επί λέξει εκτιθέμενα της βρωμερής και της δυσωδεστάτης συνωμοσίας τους στηρίζουν τα βρωμερότατα ψευδέστατα γεγονότα του ότι η διαθέτιδα ΑΑ ουδέποτε εμφανίσθηκε στην συμβολαιογράφο, ουδέποτε αυτή [η διαθέτιδα] εξέφρασε την επιθυμία να συντάξει διαθήκη, ουδέποτε συνέταξε και ουδείς μάρτυρας συνέπραξε κατά την σύνταξη της. Αυτά τα ανωτέρω, εάν εγώ παρότι επεδόθην στο καταπονητικό και αβέβαιο έργο της εναγώνιας έρευνας και δεν ανεύρισκα στοιχεία όλοι, εγώ, η συμβολαιογράφος και οι λοιποί μάρτυρες θα καταντούσαμεν στην φυλακή των κακουργηματικών ποινών. ’ρχισα με πολλήν αγωνία να ερευνώ την αλληλογραφία της μακαρίτισσας διαθέτιδας α' θείας μου μήπως ανεύρω κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το σπίτι της είχε κάποτε αριθμό 19 και ότι με νέα αρίθμηση ο αριθμός 19 αντικατεστάθη με τον αριθμό 23. Στην έρευνα αυτής της αγωνίας της κολάσεως καταλαμβανόμουνα από ποταμούς κρύων ιδρωτών, έτρεμα ολόκληρος, ένοιωθα τους κτύπους της καρδιάς μου βροντερούς και πολλαπλασιαζόμενους τόσον βροντερούς ώστε να τους αισθάνομαι και να τους ακούω στα αυτιά μου. ’λλοτε τους ένοιωθα διακοπτόμενους και να καταλαμβάνομαι από τάσεις λιποθυμιακές μέχρις ότου μετά από ώρες ερευνών και αναζητήσεων ανεύρα βοηθούσης και της θείας Προνοίας ένα φάκελο με σφραγίδες ταχυδρομείου με αποστολέα, ΠΡΟΣΟΧΗ με αποστολέα, τον ίδιο τον εγκαλούντα Ψ απευθυνόμενο προς τον ΒΒ σύζυγον της διαθέτιδας ΚΑΤΟΙΚΟΝ ..., ... 19. Γράφω πως έχει επί λέξει ο φάκελος αυτός "Αποστολεύς Ψ ... ... . Προς τον "Κον ..., ... 19 ...". Μέσα στο φάκελο αυτόν υπήρχε ευχετήρια κάρτα Χριστουγέννων και με ιδιόχειρη γραφή επί λέξει "Αγαπητοί μας θείοι ευχόμαστε χρόνια πολλά και ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος. Με αγάπη Γιώργος - Τασούλα.". Ο Γιώργος είναι ο Ψ και η Τασούλα η σύζυγος του. ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ ανεύρα και άλλο φάκελλο, που φέρει την σφραγίδα του ταχυδρομείου Chicago, με αποστολέα τον ΓΓ, κάτοικο Norridoje ILL, το ILL σημαίνει Illinois , που είναι το όνομα μιας πολιτείας των Η.ΠΑ, που απευθύνεται προς την ΑΑ ως αποδέκτιδα, που κατοικεί στην οδό ... 19, Greece. Ιδού πως αναγράφεται εις τον φάκελο αυτό "Κυρία ΑΑ ... 19, Greece". Στον φάκελο αυτόν αναγράφεται επί λέξει "U.S. Air Mail 31", που σημαίνει αεροπορικό ταχυδρομείο των Ηνωμένων Πολιτειών "31 cents". To 31 cents είναι η αξία του γραμματοσήμου. Επίσης με την βοήθεια της ΘΕΙΑΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ανεύρα έγγραφη δήλωση του Ο.Τ.Ε. Α.Ε. "περί καταρτίσεως συμβάσεως συνδρομητού προς τον σύζυγον της διαθέτιδος ΒΒ, έμπορο ... 19 ...". Καθήν ο Ο.Τ.Ε. με την έγγραφη δήλωσή του αποδέχεται την αίτηση του συζύγου της διαθέτιδος ΒΒ και παρέχει προς χρήση του υπό τον αριθμό κλήσεως 7968 του αστικού τηλεφωνικού δικτύου απλή τηλεφωνική σύνδεση εγκαθισταμένη ενταύθα εις οδό (4) ... υπ' αριθ. 19. Ανοίγω και τον τότε τηλεφωνικό κατάλογο, από τύχη ανευρεθείς, η οικία της διαθέτιδας οδός ... 19. Ερευνώ τα σκουπίδια των πεταμένων τηλεφωνικών καταλόγων του Ο.Τ.Ε. μήπως ανεύρω και άλλους. Με την ΘΕΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ και την εύνοια αυτής ανεύρα και τηλεφωνικόν κατάλογο του έτους 2001 και του έτους 2003, στους οποίους και πάλιν η ΑΑ ως κάτοικος ..., ... 19. Και τώρα η αναφορά μου στο προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα. Δέχεται ότι η ΑΑ έμενε στην οδό ... 19 στο ..., αλλά ότι έπειτα από καινούργια αρίθμηση που επραγματοποίησε ο Δήμος απέκτησε τον αριθμό 23. Βλέπ. αντίγραφο Χρυσού Οδηγού έτους 2003. Το λάθος, όμως, του βουλεύματος αυτού, λάθος μη αναμενόμενο, λάθος που δεν μπορούσε να το διανοηθεί κανείς, είναι η παράλειψη του να εκτιμήσει το γεγονός της παλιάνθρωπης συμπεριφοράς της αντίδικης πλευράς, που, αν εγώ δεν ανεύρισκα στοιχεία, ήτο πλέον ή βέβαιο ότι και εγώ και οι μάρτυρες και η συμβολαιογράφος θα σαπίζαμε στις φυλακές, αφού ως αποδεικνύω ανωτέρω με έγγραφα στοιχεία προερχόμενα από τον εγκαλούντα αποδεικνύω ότι εν γνώσει αυτού του εγκαλούντος και από δολιότατη πρόθεση του ισχυρίσθη το ψεύδος του ότι η διαθέτιδα ποτέ δεν κατοικούσε στην οδό ... 19, αλλά στην οδό ... 23 και ότι επειδή η συμβολαιογράφος γράφει στην διαθήκη ότι μετέβη στην οδό ... 19, όπου ως λέγει στην έγκληση του δεν κατοικούσε ποτέ η διαθέτιδα, εμφανίζεται πλέον ως δήθεν γεγονός το ψεύδος της εγκλήσεως του ότι ούτε η διαθέτιδα εμφανίσθηκε στην συμβολαιογράφο, αφού αύτη [η διαθέτιδα] δεν κατοικούσε ποτέ στην οδό ... 19, ούτε και οι μάρτυρες, αφού στην οδό ... 19 κατοικούσαν τρίτοι άγνωστοι. Και αυτή η σύλληψη του βρωμερού και δυσωδεστάτου ψεύδους από κοινού μετά των λοιπών για να εγκλείσουν εμένα, την συμβολαιογράφο και τους μάρτυρες στην φυλακή εν γνώσει τους ότι όλοι αυτοί και εγώ είμεθα αθώοι. Και αντί το βούλευμα να αχθεί εις την ασφαλή - ασφαλέστατη βεβαιότητα εκ των ανωτέρω γεγονότων ότι ο εγκαλών και οι λοιποί βυσσοδομήσαντες με αυτόν με βάση τις ανωτέρω βρωμερές συμπεριφορές του και τις δυσωδέστατες δολιότατες προθέσεις τους επιδίωξαν να εγκλείσουν αθώους στις φυλακές. Που αυτές οι συμπεριφορές τους τους αναδεικνύουν εις υπέρτατο βαθμό αναξιόπιστους, παρά ταύτα το βούλευμα παραπέμπει εμέ και τους λοιπούς για κακούργημα. Το λάθος του βουλεύματος είναι ότι ανήγαγε την αναξιοπιστία σε αξιοπιστία. Και τα λέγω αυτά για να επιστήσω στο μελλοντικό βούλευμα που θα εκδοθεί συνεπεία της παρούσης εφέσεως μου, την προσοχή εις το ότι παρακαλώ, αιτούμαι, ζητώ και αξιώνω να εκτιμήσει τα παραπάνω γεγονότα. Και το αξιώνω καθ' υπέρτατη ηθική επιταγή του να μη οδηγούνται άνθρωποι στην φυλακή, καίτοι αθώοι. Η οποία αυτή υπέρτατη επιταγή υπαγορεύει, διατάσσει και υποχρεώνει την εκτίμηση των ανωτέρω γεγονότων. Δεν μπορώ ψυχικά - δεν έχω το ψυχικό σθένος να υποφέρω από τυχόν επανάληψη της παραλείψεως εκτιμήσεως των ανωτέρω γεγονότων. Τούτο εν τέλει λέγω ότι εγώ με το ανακριτικό απολογητικό μου υπόμνημα κατεμήνυσα τον εγκαλούντα και τους λοιπούς δια τις ανωτέρω κατάπτυστες και έχθιστες συμπεριφορές τους. Το βούλευμα, όμως, το εκκαλούμενο παρέλειψε ακόμη να διατυπώσει σε εαυτό σε ποίον σημείο - στάδιο ευρίσκεται η μήνυση μου". Παρά ταύτα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ουδέ καν αντελήφθη την ύπαρξη και του λόγου αυτού της εφέσεώς μου για να καθίσταται ανύπαρκτη και η σχετική αιτιολογία. 4ος ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ. Το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται εις την ως λέγει από 7-11-2003 βεβαίωση του διευθυντού της παθολογικής κλινικής του Νοσοκομείου ’ργους. Δεν αντελήφθη, όμως, το βούλευμα ότι αυτή η βεβαίωση αναφέρεται εις τον χρόνο νοσηλείας της διαθέτιδας από 21-3-2001 μέχρι 23-3-2001. Ήτοι εις χρόνο μετά από ένα ολόκληρο επτάμηνο από την σύνταξη της διαθήκης, η οποία συνετάγη στις 27 Αυγούστου 2000, για να μη έχει καμία σχέση με τον χρόνο της συντάξεως της διαθήκης. Λέγει περαιτέρω η αυτή ιατρική βεβαίωση ότι η διαθέτιδα είχε υποστεί τον Απρίλιο του 2000 παροδικό εγκεφαλικό επεισόδιο και βαρύτερο αγγειακό επεισόδιο τον Αύγουστο του 2000. Το πρώτο ήτανε παροδικό, που σημαίνει ότι το παροδικό έπαυσε να υπάρχει για να είναι αδόκιμη η λέξη "βαρύτερο" τον Αύγουστο για να αρμόζει η λέξη ολιγότερο ελαφρύ. Αλλά και εν πάση περιπτώσει από αυτό του Αυγούστου λέγει η εν λόγω ιατρική βεβαίωση ότι προέκυψε ημιπάρεση, η οποία είναι τελείως άσχετη με τον εγκέφαλο. Έχω προσκομίσει και υπάρχουν στην δικογραφία αντίγραφα από ιατρικά συγγράμματα "Νευρολογίας". Καθά συγγράμματα και σελίδες η ημιπάρεση είναι διαταραχή της εκούσιας μυϊκής κινητικότητος. Πάρεση είναι η απλή μείωση της ικανότητας προς κίνηση. Η ημιπάρεση, ως έλασσον της παρέσεως, χαρακτηρίζεται η απλή μείωση της μυϊκής κινητικότητος, για να στερείται το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα μιας έστω και στοιχειώδους ορθής αιτιολογίας, η οποία τοιαύτη μη ορθότητα ισοδυναμεί με ολοκληρωτική ανυπαρξία αιτιολογίας και ειδικώτερα ειδικής αιτιολογίας. 5ος ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ. Και τώρα η επαναφορά μου στον 1° Λόγο του παρόντος αναιρετηρίου με σκοπό την παράθεση του με τον απλούστερο τρόπο. Λέγει στην έγκληση του ο εγκαλών και στην σελίδα 3 αυτής επί λέξει : "Ουδέποτε η φερομένη ως διαθέτις ΑΑ εμφανίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργούς Αικατερίνης Καλαλά-Καμπόσου". Και συνεχίζει ο εγκαλών στην αυτή σελίδα 3 της εγκλήσεως του επί λέξει : "Ουδέποτε δε μάρτυρας συνέπραξε κατά την σύνταξη της (της διαθήκης) υπό την έννοια ότι ουδέποτε η θανούσα και δη στις 27-8-2000 εδήλωσε την τελευταία αυτής βούληση ώστε να παρίστανται μάρτυρες". Β) Λέγει ο εγκαλών στην σελίδα 6 της αυτής εγκλήσεως του επί λέξει ότι: "Η 2α μηνυομένη συμβόλαιογράφος μολονότι αντελήφθη την πασιφανή κατάσταση της ΑΑ [η οποία θα ήτο εντελώς αντιληπτή και σε ένα μικρό παιδί], εξ αιτίας είχε στερηθεί παντελώς της χρήσεως του λογικού και της συνειδήσεως, λόγω αυτής της καταστάσεως της δεν μπορούσε να προβεί στην έκφραση και διατύπωση δηλώσεως της τελευταίας βουλήσεως της, παρά ταύτα προέβη (εννοεί την συμβολαιογράφο) στην σύνταξη της επίδικης και εβεβαίωσε τα όσα επί λέξει εβεβαίωσε". Κατά το κεφάλαιο "Α" και συνοπτικότατα η διαθέτις ουδέποτε εμφανίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ’ργους. 12 Κατά το κεφάλαιο "Β" εμφανίσθηκε, αλλά δεν ήτο ικανή να προβεί στην έκφραση και διατύπωση της βουλήσεως της. Το ένα κεφάλαιο αντιφάσκει προς το άλλο και το άλλο προς το πρώτο. Λόγω της αντιφάσεως τους δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Η ύπαρξη του ενός αποκλείει το άλλο και αντιστρόφως. Η Εισαγγελική πρόταση μεταξύ των δύο αντιφασκουσών φερομένων στην έγκληση ως αξιοποίνων πράξεων, επέλεξε του "Β" κεφαλαίου χωρίς να διαλαμβάνει στην πρόταση του με ποια κριτήρια εχώρησε εις την τοιαύτην επιλογή. Παρακαλώ όπως επαναϋποβληθεί με απόφαση του Υμετέρου Συμβουλίου η υπόθεση στον Kο Εισαγγελέα για να την συμπληρώσει με την παράθεση των κριτηρίων της ως άνω επιλογής του για να μου παρασχεθεί έτσι η δυνατότητα να ασκήσω το δικαίωμα της υπερασπίσεως μου. Κεφάλαιο "Γ" Λέγει ο εγκαλών στην έγκληση του και στην σελίδα 7 αυτής επί λέξει ότι: "Οι 3ος, 4ος και 5ος των μηνυομένων μολονότι αντελήφθησαν την ανωτέρω κατάσταση [εννοεί της ΑΑ], εξ αιτίας της οποίας δεν μπορούσε να συντάξει διαθήκη, εντούτοις παραστάθηκαν ως μάρτυρες κατά την σύνταξη της και την υπέγραψαν παρέχοντες συνδρομή κ.λ.π.". Κατά το κεφάλαιο "Α" της εγκλήσεως οι μάρτυρες δεν παραστάθηκεν καθόλου στην σύνταξη της διαθήκης. Κατά το κεφάλαιο "Γ" παραστάθηκαν. Η Εισαγγελική Πρόταση επέλεξε από τα δύο αντιτιθέμενα αυτά κεφάλαια Α και Γ το "Γ" της εμφανίσεως - παραστάσεως των μαρτύρων, που το ένα αποκλείει το άλλο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συνυπάρξουν, αφού η μη εμφάνιση των μαρτύρων αποκλείει την εμφάνιση αυτών και αντιστρόφως, επέλεξε το κεφάλαιο "Γ" της εμφανίσεως - παραστάσεως των μαρτύρων. Και δια τον λόγον τούτον επιβάλλεται η επανυποβολή του φακέλου της υποθέσεως στον Κον Εισαγγελέα της προτάσεως για να προσδιορίσει τα κριτήρια της τοιαύτης ως άνω επιλογής του. Και τούτο είναι επιβαλλόμενο για να προσκτήσομαι την δυνατότητα της εμαυτού υπερασπίσεως μου. Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να προσθέσω, αλλά και αναγκαίο κατά τον νόμον (Κ.Ποιν.Δικονομία) ότι η εναντίον μου κατηγορία με την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη συνίσταται και από τα δύο ως άνω σκέλη και της μη εμφανίσεως διαθετιδας και μαρτύρων και της διαθετιδας στην συμβολαιογράφο και της εμφανίσεως αυτών. Και τώρα η αναφορά μου στο άρθρο 43 § 1 εδ. β' Κ.Ποιν.Δικ. και στο άρθρο 47 § 1 και 2. Ως προς την διάταξη του άρθρου 43 § 1 Κ. Ποιν. Δικ. αν η μήνυση ή αναφορά δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, ο Εισαγγελεύς την αρχειοθετεί και υποβάλλει αντίγραφο στον Εισαγγελέα Εφετών αναφέροντας τους λόγους που τον ωδήγησαν να μην κινήσει την ποινική δίωξη. Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 47 § 1 και 2 Κ. Ποιν. Δικ. όταν ο Εισαγγελεύς κρίνει ότι η έγκληση δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ή πεισθεί ότι είναι προφανώς ψευδής στην ουσία της, την απορρίπτει με διάταξη του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα. Η προκειμένη είναι έγκληση, αφού υποβάλλεται από τον φερόμενο ως παθόντα έστω και αν η φερόμενη πράξη διώκεται και αυτεπαγγέλτως. Η εν λόγω έγκληση είναι προφανέστατα ψευδής στην ουσία της, αφού αποκλείεται η συνύπαρξη της ανωτέρω εμφανίσεως και μη εμφανίσεως, αφού η μη εμφάνιση της διαθέτιδος και μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου αποκλείει την εμφάνιση αυτών και η εμφάνιση αποκλείει την μη εμφάνιση αυτών. Η έγκληση ή η μήνυση είναι προφανώς ψευδής στην ουσία της όταν το περιεχόμενο της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εις την συγκεκριμένη περίπτωση η ανταπόκριση της εγκλήσεως στην πραγματικότητα είναι φύσει και θέσει αδύνατη. Και τούτο διότι η μη εμφάνιση δεν είναι ταυτόσημη με την εμφάνιση και η εμφάνιση δεν είναι ταυτόσημη με την μη εμφάνιση. Και ακόμη η μία αποκλείει την άλλη και αντιστρόφως. Η μία διαψεύδει την άλλη και όχι μόνο την διαψεύδει αλλά και την αποκλείει για να μη είναι ανθρωπίνως δυνατή η συνύπαρξη τους. Προφανέστατα συνεπώς ουσιαστικά αβάσιμη η έγκληση από την ίδια την έγκληση. Στην περίπτωση αυτή συντρέχει και ένα άλλο πρόσθετο στοιχείο δια την ταυτότητα του ιδίου λόγου και αυτό το όλως ανεπίδεκτο της δικαστικής εκτιμήσεως της εγκλήσεως. Στο σημείο αυτό είναι νομικά αναγκαίο να προσθέσω ότι με την κίνηση της ποινικής διώξεως προσδιορίζεται το αντικείμενο της ποινικής δίκης, που περιέχεται στην Εισαγγελική Παραγγελία για την άσκηση της ποινικής διώξεως. Αυτό σημαίνει ότι η περαιτέρω πορεία της ποινικής δίκης τόσον κατά την ανακριτική διερεύνηση όσον και κατά την ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου και του Δικαστηρίου διαδικασία, η διαδικασία αυτή είναι δέσμια του αντικειμένου που καταγράφηκε στην δίωξη για να, εκτός των άλλων, είναι ανεπίτρεπτη, η μεταβολή της κατηγορίας και συνεπώς η διχοτόμηση της. Και έτσι το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα με παραπέμπει σε δίκη για δήθεν έγκλημα που και γι' αυτό το δήθεν έγκλημα δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση.
Συνεπώς το προσβαλλόμενο αναιρετικά βούλευμα, εν αναφορά προς τους λόγους της εφέσεως μου, πάσχει προσθέτως από έλλειψη όχι μόνο ειδικής αιτιολογίας αλλά και ανυπαρξία οιασδήποτε αιτιολογίας με το να κρίνει απορριπτέα την έφεσή μου χωρίς καμία αιτιολογία προς τον κάθε ένα λόγο της εφέσεως μου, για να καθίσταται αφεαυτού αναιρετέον" (βλ. έκθεση αναίρεσης).
ΙΙΙ. Υπό αυτό το περιεχόμενο η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ., αφού σ'αυτήν δεν αναφέρεται ούτε ένας σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης. Από το περιεχόμενο των λόγων αναίρεσης περί "έλλειψης αιτιολογίας", προκύπτει σαφώς ότι εκείνο που επιχειρείται είναι η αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Συμβουλίου επί των αποδείξεων, παρόλη δε την εκτεταμένη, αλλά και ασαφή έκθεση των επί της υποθέσεως απόψεων του αναιρεσείοντος, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η "έλλειψη αιτιολογίας", σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος.
ΙV. Επικουρικώς όμως και στην περίπτωση που η αναίρεση κριθεί ως τυπικά δεκτή, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί το Συμβούλιο, με καθολική και παραδεκτή αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση που έχει ενσωματωθεί στο βούλευμα, δέχεται τα εξής: Από την προκαταρκτική εξέταση και από την κύρια ανάκριση, που ενεργήθηκε και περατώθηκε νομότυπα και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Απρίλιο του έτους 2000, η υπερήλικη ΑΑ, γεννηθείσα το 1917, υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε ραγδαία, με αποτέλεσμα στις 14-8-2000 να υποστεί και νέο, βαρύτερο αυτή τη φορά, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, και να εμφανίσει δεξιά ημιπληγία και οργανικό ψυχοσύνδρομο (βλ. την από 7-11-2003 ιατρική βεβαίωση του Δ/ντή της παθολογικής κλινικής Νοσοκομείου ’ργους), να παρουσιάζει κακή επικοινωνία με το περιβάλλον - σε επίπεδο συνειδήσεως - η οποία επιδεινώθηκε προοδευτικά. Η ίδια, καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής και μέχρι του θανάτου της, που επήλθε την 23η-6-2003, δεν ανέκτησε πνευματική διαύγεια και, ένεκα του γεγονότος αυτού, δεν ήταν σε θέση να τελέσει οποιαδήποτε νομική πράξη, αλλά αντίθετα βρισκόταν σε ημιπαράλυτη κατάσταση, αποκρινόμενη σ' όσους την επισκέπτονταν με άναρθρες κραυγές. Μόλις δύο εβδομάδες περίπου μετά το δεύτερο αυτό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο ήταν ισχυρότερο από το πρώτο, και συγκεκριμένα την 27-8-2000, η κατηγορουμένη, συμβολαιογράφος ’ργους, Αικατερίνη Καλαλά, μετέβη στην οικία της ανωτέρω ΑΑ, που βρισκόταν στην οδό ... αρ. 23 στο ... (οδός η οποία έφερε αρχικά τον οικοδομκό αριθμό 19, αλλά έπειτα από καινούργια αρίθμηση που πραγματοποίησε ο Δήμος δόθηκε ο αριθμός 23-βλ. αντίγραφο Χρυσού Οδηγού έτους 2003) και συνέταξε τη με αριθμό ... δημόσια διαθήκη, στην οποία αφού βεβαιώνεται ότι η διαθέτις "έχει σώας τας φρένας, τον νουν υγιή και πλήρεις τις αισθήσεις της", αναφέρεται στην συνέχεια ότι αυτή δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι επιθυμεί να συντάξει τη διαθήκη της και εκφράζει την τελευταία βούληση της, λέγοντας προφορικά ότι εγκαθιστά μοναδικό και καθολικό κληρονόμο της τον πρώτο κατηγορούμενο ανηψιό της Χ1 και στη συνέχεια βεβαιώνεται από την συντάξασα συμβολαιογράφο ότι η διαθήκη αναγνώσθηκε από αυτήν στην διαθέτιδα με τη σημείωση ότι αδυνατούσε να υπογράψει λόγω αδυναμίας της χειρός της. Με το υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο δε της ιδίας ως διαθέτιδος, που συντάχθηκε ενώπιον της προαναφερόμενης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου δήλωσε ότι διόρισε πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της, πάλι τον ανηψιό της και εδώ κατηγορούμενο Χ1, στον οποίο έδωσε εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να εισπράττει την σύνταξη της (αναπηρική και σύνταξη των εμπόρων), πρόσθετες παροχές, δώρα, μισθώματα και άλλα χρήματα. Ως μάρτυρες στη σύνταξη, εκ μέρους της κατηγορουμένης συμβολαιογράφου, της ως άνω διαθήκης και του πληρεξουσίου συνέπραξαν οι κατηγορούμενοι Χ2, ΔΔ και ΕΕ. Η κλινική εικόνα της ασθενούς ήταν, κατά το χρόνο σύνταξης της παραπάνω διαθήκης, η προαναφερθείσα και η βαριά κατάσταση της υγείας της ήταν αμέσως αντιληπτή από οιονδήποτε. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι συμπράξαντες ως μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, αντιλήφθηκαν κατά τη σύνταξη της διαθήκης την έκδηλη αδυναμία έλλογης επικοινωνίας και συνεννοήσεως της διαθέτιδος με την κατηγορουμένη συμβολαιογράφο. Κατά συνέπεια, τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνει η κατηγορούμενη συμβολαιογράφος ’ργους, σχετικά με την πνευματική κατάσταση της διαθέτιδος ΑΑ, αφενός μεν στην ως άνω με αριθμό ... δημόσια διαθήκη αυτής, και αφετέρου στο υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο, ως δηλώσεις της διαθέτιδος, ήταν παντελώς ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ήταν ψευδή, αφού η διαθέτις, κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης, δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, η δε πράξη της αυτή είχε έννομες συνέπειες, αφού, δυνάμει της δημόσιας αυτής διαθήκης, η οποία στη συνέχεια δημοσιεύθηκε κατόπιν του υπ' αριθ. 257/4-9-2003 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο ανωτέρω ανηψιός της διαθέτιδος και τετιμημένος με τη διαθήκη, απέκτησε δικαίωμα διαχείρισης, νομής και κυριότητας επί ακίνητης περιουσίας, αξίας άνω των τριακοσίων τριάντα χιλιάδων 330.000 ευρώ (αποτελούμενη μεταξύ άλλων και από ένα ακίνητο στο ..., στην οδό ... αρ. 23, συνολικού εμβαδού 273,50 τ.μ.), αποκλείοντας ταυτόχρονα τους εγγύτερους συγγενείς της παραπάνω από την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή αυτής. Στην άνω πράξη η κατηγορούμενη συμβολαιογράφος προέβη ύστερα από προτροπές και παραινέσεις και προφανώς υποσχέσεις αμοιβής του εξαρτώντος σχετικό άμεσο συμφέρον κληρονόμου κατηγορουμένου Χ1, βοηθήθηκε δε από τους συμπράττοντες ως μάρτυρες λοιπούς κατηγορουμένους, των οποίων η συνδρομή ήταν άμεση, αφού εάν αποχωρούσαν προ της ορατής και αντιληπτής αδυναμίας της διαθέτιδος, δεν θα ήταν δυνατή η σύνταξη της διαθήκης. Όταν τούτο έγινε αντιληπτό από τους νόμιμους κληρονόμους της αποβιώσασας Ψ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, αυτοί, αφενός μεν στις 18-12-2003 κατέθεσαν αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία, εκτός των άλλων, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίμαχης δημόσιας διαθήκης της ΑΑ, καθόσον αυτή κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεων της, εξαιτίας της ασθένειας από την οποία έπασχε, αφετέρου δε, ο πρώτος εξ αυτών υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου την από 27-2-2004 έγκληση του, με την οποία ζητούσε την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων. Ότι τα περιστατικά έλαβαν χώρα έτσι όπως παραπάνω εκτίθεται, προκύπτει κυρίως από την προαναφερθείσα από 7-11-2003 ιατρική βεβαίωση, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ψ, ΖΖ, ΘΘ, ΚΚ και ΛΛ, εκ των οποίων, ο μεν ΚΚ υπήρξε μισθωτής καταστήματος της διαθέτιδος στην ίδια οικοδομή με την οικία της, η δε ΛΛ φρόντιζε καθημερινά την άρρωστη μέχρι του θανάτου της, χωρίς και οι δύο αυτοί μάρτυρες να έχουν οποιαδήποτε συγγενική σχέση με τους αντιδίκους. Βεβαίως υπάρχουν στην δικογραφία και καταθέσεις μαρτύρων με αντίθετο περιεχόμενο, που στηρίζουν δηλαδή την άποψη των κατηγορουμένων ότι η διαθέτις είχε πλήρη πνευματική διαύγεια κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, λόγος που επιβάλλει και αυτός να αχθεί η υπόθεση στην διά ζώσης διαδικασία του ακροατηρίου. Χρειάζεται να επισημανθεί τέλος ότι η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους κατηγορουμένους από 22-8-2000 ιατρική γνωμάτευση της ..., ιατρού παθολόγου-πνευμονολόγου, που φέρεται ότι συντάχθηκε λίγες ημέρες πριν την κατάρτιση των δυο επίμαχων συμβολαιογραφικών πράξεων και στην οποία η συντάκτις γιατρός βεβαιώνει ότι η ΑΑ είναι ικανή για δικαιοπραξία, δεν αποτελεί, χωρίς άλλο, πειστικό επιχείρημα για την αξιοπιστία του περιεχομένου της και την ημερομηνία έκδοσης της, διότι η ως άνω έγγραφη ιατρική γνωμάτευση, δεν μνημονεύεται στο περιεχόμενο αυτής (της διαθήκης) και στο συνταχθέν την ίδια ημέρα υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο, όπως θα ήταν εύλογο και επιβεβλημένο, ενόψει των συνθηκών σύνταξης των παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων. Διαφορετικά, εύλογα διερωτάται κανείς, ποιος ήταν ο λόγος έκδοσης της; Από όσα παραπάνω εκτέθηκαν, συνάγεται ότι προκύπτουν σε βάρος των εκκαλούντων επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον τους για τα παραπάνω αναφερθέντα εγκλήματα και ορθώς κατά συνέπεια το προσβαλλόμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση κατά τα λοιπά αναφέρομαι, αποφάνθηκε ότι πρέπει οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου που είναι το Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, για να δικαστούν για την πράξη αυτή. Ως εκ τούτου πρέπει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 317, 318, 319 και 481 ΚΠΔ, να απορριφθούν οι κρινόμενες εφέσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Και πρέπει επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 55 παρ. 1 Ν. 3160/03, να επιβληθούν στους εκκαλούντες τα προβλεπόμενα από τον νόμο δικαστικά έξοδα, λόγω απορρίψεως των εφέσεών τους. Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση κατά την ανέλεγκτη κρίση του και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση και κακουργηματική άμεση συνέργεια κατά συρροή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α', γ', 26 § 1, 27, 46 § ια,β, 94, 98 § 1 και 242 § § 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ή με άλλον τρόπο. Πρέπει συνεπώς η αναίρεση, που ως μοναδικό λόγο επικαλείται την "έλλειψη αιτιολογίας" να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο (άρθρ. 583 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως και επικουρικώς ως ουσιαστικά αβάσιμη η 4/29-1-2009 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1, κάτοικο ..., κατά του 173/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 24-3-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη 4/29-1-2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του 173/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η 12/12-6-2008 έφεσή του, κατά του 402/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου μαζί με άλλους τέσσερες συγκατηγορουμένους του για να δικαστεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας της ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό την προσπόριση οφέλους σε τρίτο που υπεβαίνει τις 73.000 ευρώ, (13α, 26 παρ.1, 27, 46 παρ.1α παρ.β, 98, 242 παρ.3 του ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α'και 263A του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Ψευδές είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές, που έπρεπε όμως να αναφερθεί, όπως είναι και εκείνο που ενώ κατά τον χρόνο της συντάξεως της δημόσιας διαθήκης, ο διαθέτης πάσχει πνευματικώς κατά τρόπον έκδηλο και δεν έχει συνείδηση των πράξεών του, ή δεν έχει τη χρήση του λογικού, ώστε είναι ανίκανος να προβεί στην έκφραση και διατύπωση της τελευταίας βουλήσεως του, κατά το άρθρο 1719 παρ. 4 του ΑΚ, βεβαιούται στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη ψευδώς ότι ο διαθέτης έχει σώες τις φρένες και ελεύθερη τη βούλησή του. Ψευδής, επίσης, βεβαίωση διαπράττεται και από τον συμβολαιογράφο που παραλείπει εκ προθέσεως την καταχώρηση στο συντασσόμενο από τον ίδιο δημόσιο έγγραφο περιστατικού που υποπίπτει στην αντίληψη του και μπορεί κατά τους ορισμούς του νόμου να επηρεάσει το κύρος της υπ' αυτού βεβαιούμενης δηλώσεως και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενη της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Κατά την παρ. 3 του πιο πάνω άρθρου 242 του ΠΚ , αν ο υπαίτιος του προαναφερόμενου εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε . Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 173/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκληρου παραπομπή στη εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από τα αποδειχθέντα μέσα τα οποία μνημονεύει και αξιολογεί, προέκυψαν τα ακόλουθα: "... Τον Απρίλιο του έτους 2000, η υπερήλικη ΑΑ, γεννηθείσα το 1917, υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε ραγδαία, με αποτέλεσμα στις 14-8-2000 να υποστεί και νέο, βαρύτερο αυτή τη φορά, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, και να εμφανίσει δεξιά ημιπληγία και οργανικό ψυχοσύνδρομο (βλ. την από 7-11-2003 ιατρική βεβαίωση του Δ/ντή της παθολογικής κλινικής Νοσοκομείου ’ργους), να παρουσιάζει κακή επικοινωνία με το περιβάλλον - σε επίπεδο συνειδήσεως - η οποία επιδεινώθηκε προοδευτικά. Η ίδια, καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής και μέχρι του θανάτου της, που επήλθε την 23η-6-2003, δεν ανέκτησε πνευματική διαύγεια και, ένεκα του γεγονότος αυτού, δεν ήταν σε θέση να τελέσει οποιαδήποτε νομική πράξη, αλλά αντίθετα βρισκόταν σε ημιπαράλυτη κατάσταση, αποκρινόμενη σ' όσους την επισκέπτονταν με άναρθρες κραυγές. Μόλις δύο εβδομάδες περίπου μετά το δεύτερο αυτό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο ήταν ισχυρότερο από το πρώτο, και συγκεκριμένα την 27-8-2000, η κατηγορουμένη, συμβολαιογράφος ’ργους, Αικατερίνη Καλαλά, μετέβη στην οικία της ανωτέρω ΑΑ, που βρισκόταν στην οδό ... αρ. 23 στο ’ργος (οδός η οποία έφερε αρχικά τον οικοδομικό αριθμό 19, αλλά έπειτα από καινούργια αρίθμηση που πραγματοποίησε ο Δήμος δόθηκε ο αριθμός 23 - βλ. αντίγραφο Χρυσού Οδηγού έτους 2003) και συνέταξε τη με αριθμό ... δημόσια διαθήκη, στην οποία αφού βεβαιώνεται ότι η διαθέτις "έχει σώας τας φρένας, τον νουν υγιή και πλήρεις τις αισθήσεις της", αναφέρεται στην συνέχεια ότι αυτή δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι επιθυμεί να συντάξει τη διαθήκη της και εκφράζει την τελευταία βούληση της, λέγοντας προφορικά ότι εγκαθιστά μοναδικό και καθολικό κληρονόμο της τον πρώτο κατηγορούμενο ανηψιό της Χ1 και στη συνέχεια βεβαιώνεται από την συντάξασα συμβολαιογράφο ότι η διαθήκη αναγνώσθηκε από αυτήν στην διαθέτιδα με τη σημείωση ότι αδυνατούσε να υπογράψει λόγω αδυναμίας της χειρός της. Με το υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο δε της ιδίας ως διαθέτιδος, που συντάχθηκε ενώπιον της προαναφερόμενης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου δήλωσε ότι διόρισε πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της, πάλι τον ανηψιό της και εδώ κατηγορούμενο Χ1, στον οποίο έδωσε εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να εισπράττει την σύνταξη της (αναπηρική και σύνταξη των εμπόρων), πρόσθετες παροχές, δώρα, μισθώματα και άλλα χρήματα. Ως μάρτυρες στη σύνταξη, εκ μέρους της κατηγορουμένης συμβολαιογράφου, της ως άνω διαθήκης και του πληρεξουσίου συνέπραξαν οι κατηγορούμενοι Χ2, ΔΔ και ΕΕ. Η κλινική εικόνα της ασθενούς ήταν, κατά το χρόνο σύνταξης της παραπάνω διαθήκης, η προαναφερθείσα και η βαριά κατάσταση της υγείας της ήταν αμέσως αντιληπτή από οιονδήποτε. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι συμπράξαντες ως μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, αντιλήφθηκαν κατά τη σύνταξη της διαθήκης την έκδηλη αδυναμία έλλογης επικοινωνίας και συνεννοήσεως της διαθέτιδος με την κατηγορουμένη συμβολαιογράφο. Κατά συνέπεια, τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνει η κατηγορούμενη συμβολαιογράφος ’ργους, σχετικά με την πνευματική κατάσταση της διαθέτιδος ΑΑ, αφενός μεν στην ως άνω με αριθμό ... δημόσια διαθήκη αυτής, και αφετέρου στο υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο, ως δηλώσεις της διαθέτιδος, ήταν παντελώς ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ήταν ψευδή, αφού η διαθέτις, κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης, δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, η δε πράξη της αυτή είχε έννομες συνέπειες, αφού, δυνάμει της δημόσιας αυτής διαθήκης, η οποία στη συνέχεια δημοσιεύθηκε κατόπιν του υπ' αριθ. 257/4-9-2003 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο ανωτέρω ανηψιός της διαθέτιδος και τετιμημένος με τη διαθήκη, απέκτησε δικαίωμα διαχείρισης, νομής και κυριότητας επί ακίνητης περιουσίας, αξίας άνω των τριακοσίων τριάντα χιλιάδων 330.000 ευρώ (αποτελούμενη μεταξύ άλλων και από ένα ακίνητο στο ..., στην οδό ... αρ. 23, συνολικού εμβαδού 273,50 τ.μ.), αποκλείοντας ταυτόχρονα τους εγγύτερους συγγενείς της παραπάνω από την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή αυτής. Στην άνω πράξη η κατηγορούμενη συμβολαιογράφος προέβη ύστερα από προτροπές και παραινέσεις και προφανώς υποσχέσεις αμοιβής του εξαρτώντος σχετικό άμεσο συμφέρον κληρονόμου κατηγορουμένου Χ1, βοηθήθηκε δε από τους συμπράττοντες ως μάρτυρες λοιπούς κατηγορουμένους, των οποίων η συνδρομή ήταν άμεση, αφού εάν αποχωρούσαν προ της ορατής και αντιληπτής αδυναμίας της διαθέτιδος, δεν θα ήταν δυνατή η σύνταξη της διαθήκης. Όταν τούτο έγινε αντιληπτό από τους νόμιμους κληρονόμους της αποβιώσασας Ψ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, αυτοί, αφενός μεν στις 18-12-2003 κατέθεσαν αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία, εκτός των άλλων, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίμαχης δημόσιας διαθήκης της ΑΑ, καθόσον αυτή κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεων της, εξαιτίας της ασθένειας από την οποία έπασχε, αφετέρου δε, ο πρώτος εξ αυτών υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου την από 27-2-2004 έγκληση του, με την οποία ζητούσε την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων. Ότι τα περιστατικά έλαβαν χώρα έτσι όπως παραπάνω εκτίθεται, προκύπτει κυρίως από την προαναφερθείσα από 7-11-2003 ιατρική βεβαίωση, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΣΤ, ΖΖ, ΘΘ, ΚΚ και ΛΛ, εκ των οποίων, ο μεν ΚΚ υπήρξε μισθωτής καταστήματος της διαθέτιδος στην ίδια οικοδομή με την οικία της, η δε ΛΛ φρόντιζε καθημερινά την άρρωστη μέχρι του θανάτου της, χωρίς και οι δύο αυτοί μάρτυρες να έχουν οποιαδήποτε συγγενική σχέση με τους αντιδίκους. Βεβαίως υπάρχουν στην δικογραφία και καταθέσεις μαρτύρων με αντίθετο περιεχόμενο, που στηρίζουν δηλαδή την άποψη των κατηγορουμένων ότι η διαθέτις είχε πλήρη πνευματική διαύγεια κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, λόγος που επιβάλλει και αυτός να αχθεί η υπόθεση στην διά ζώσης διαδικασία του ακροατηρίου. Χρειάζεται να επισημανθεί τέλος ότι η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους κατηγορουμένους από 22-8-2000 ιατρική γνωμάτευση της ..., ιατρού παθολόγου-πνευμονολόγου, που φέρεται ότι συντάχθηκε λίγες ημέρες πριν την κατάρτιση των δύο επίμαχων συμβολαιογραφικών πράξεων και στην οποία η συντάκτις γιατρός βεβαιώνει ότι η ΑΑ είναι ικανή για δικαιοπραξία, δεν αποτελεί, χωρίς άλλο, πειστικό επιχείρημα για την αξιοπιστία του περιεχομένου της και την ημερομηνία έκδοσης της, διότι η ως άνω έγγραφη ιατρική γνωμάτευση, δεν μνημονεύεται στο περιεχόμενο αυτής (της διαθήκης) και στο συνταχθέν την ίδια ημέρα υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο, όπως θα ήταν εύλογο και επιβεβλημένο, ενόψει των συνθηκών σύνταξης των παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων. Διαφορετικά, εύλογα διερωτάται κανείς, ποιός ήταν ο λόγος έκδοσης της; ...". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για το κακούργημα της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε άμεση συνέργεια σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση.
IV. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθική αυτουργία στις κατ' εξακολούθηση ψευδείς βεβαιώσεις που τέλεσε η συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος, Αικατερίνη Καλαλά, με την ιδιότητα της συμβολαιογράφου, και της ηθικής αυτουργίας της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση, που τέλεσαν οι επίσης συγκατηγορούμενοι αυτού Χ2, ΔΔ και ΕΕ, με σκοπό, σε όλες τις περιπτώσεις, την προσπόριση οφέλους σε τρίτο που υπεβαίνει τις 73.000. ευρώ, πράξεις οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούται, από τις διατάξεις των άρθρων 13α, 26 παρ.1, 27, 46 παρ.1α παρ.β, 94, 98, 242 παρ.3 του ΠΚ. και για τις οποίες κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του. Κατά συνέπεια είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι περιεχόμενοι στην κρινόμενη αίτηση από το άρθρο 484 παρ.1 περ. δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων ότι το περιεχόμενο της κατ'αυτού εγκλήσεως, είναι ψευδές και αντιφατικό, για τους λόγους που αναφέρει στην αίτησή του, όπως το περιεχόμενο αυτής διαλαμβάνεται στην ενσωματωμένη στην παρούσα απόφαση εισαγγελική πρόταση, και ότι η αναλήθεια των κατ'αυτού κατηγοριών προκύπτει από την εκτενώς αναφερόμενη στην αίτησή του επιχειρηματολογία, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών. Ειδικότερα, απαραδέκτως προβάλλονται οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στην κατ' αυτού έγκληση αναφέρεται, αντιφατικά, ότι η διαθέτης ΑΑ ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον της κατηγορουμένης συμβολαιογράφου Αικατερίνης Καλαλά και ουδείς μάρτυρας συνέπραξε στη σύνταξη της διαθήκης, ενώ, ταυτόχρονα στην ίδια έγκληση αναφέρεται ότι η συμβολαιογράφος και οι μάρτυρες (λοιποί κατηγορούμενοι), ενώ αντελήφθησαν της κατάσταση της διαθέτιδος, συνέπραξαν στην κατάρτιση της διαθήκης και περατέρω ότι αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδές το αναφερόμενο στην έγκληση ότι η διαθέτις ουδέποτε διέμενε στην οδό ... 19, αλλά διέμενε πάντοτε στην οδό ... 23 (ενώ επρόκειτο για την ίδια διεύθυνση που αναριθμήθηκε) και συνεπώς, κατά τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, η κατ' αυτού έγκληση- μήνυση, ήταν πρόδηλα ψευδής και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και έπρεπε να απορριφθεί και να τεθεί στο αρχείο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, και ότι, παραταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδέν διέλαβε σχετικά με όσα αντιφατικά και ψευδή αναφέρονται στην πιο πάνω έγκληση και ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αντελήφθη ότι, η από 7/11/2003 βεβαίωση του διευθυντού της παθολογικής κλινικής του Νοσοκομείου ’ργους, αναφέρεται σε χρόνο νοσηλείας της διαθέτιδος που δεν είναι κρίσιμος. Οι αιτιάσεις αυτές προβάλλονται απαραδέκτως, καθόσον το Συμβούλιο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία ως προς την βασιμότητα ή όχι των όσων αναφέρονται στην κατά του αναιρεσείοντος έγκληση- μήνυση, όπως και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αρκεί ότι έλαβε υπόψη του αυτή, όπως και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Η τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών αυτών μέσων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Τέλος οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες, όπως αυτός αναφέρει στην αίτησή του, "το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα με παραπέμπει σε δίκη για δήθεν έγκλημα που και γι' αυτό το δήθεν έγκλημα δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση" (για το λόγο, όπως εκτιμάται, ότι η ποινική κατ' αυτού δίωξη δεν ασκήθηκε με βάση τα αναφερόμενα στην έγκληση πραγματικά περιστατικά), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, προεχόντως, διότι, για την άσκηση ποινικής διώξεως για τις κακουργηματικές πράξεις για τις οποίες παραπέμπεται ο αναιρεσείων, δεν απαιτείται προηγούμενη έγκληση του παθόντος. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την κρινόμενη 4/29-1-2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του 173/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή