Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 952 / 2013    (Γ, Civil Cases)

Θέμα
Δεδικασμένο, Ένδικο μέσο, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.




Περίληψη:
Πότε το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά. Αναιρετικός έλεγχος για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος. Δεδικασμένο. Εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε. Αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1,19,16 και 20 του Κ.Πολ.Δ., αβάσιμοι. (Επικυρώνει Εφ. Κέρκ. 158/2011)






Αριθμός 952/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Δ. Β. του Ε., και 2) Σ. Κ. του Δ., συζ. Δ. Β., κατοίκων .... Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καρπέτα και η δεύτερη παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Μ.- Θ. Μ. του Σ. και 2)Ι.- Α. Α. του Ι., κατοίκων ... . Η πρώτη ατομικά και ως κληρονόμος του Ι. Α. του Α.-Λ. και ο δεύτερος ως κληρονόμος του Ι. Α. του Α.-Λ. που απεβίωσε στις 2/1/2012, όπως αναφέρεται στην από 30/6/2012 κλήση, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σκούρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 158/2011 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/12/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 28/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 152/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, και κατά παραδοχήν της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειόντων - εναγόντων, που είχαν προτείνει οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου κατά το 1/2 ο καθένας του επίδικου ακινήτου, ήτοι ενός διαμερίσματος εμβαδού 98 τ.μ., με τα αναλογούντα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, που βρίσκεται στην πόλη της Κέρκυρας, και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, που το κατέχουν, να αποδώσουν το επίδικο στους αναιρεσείοντες. Η αγωγή αυτή είχε γίνει δεκτή με την προαναφερθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία και είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η προταθείσα ως άνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειόντων, με την αιτιολογία ότι τα περιστατικά που είχαν επικαλεστεί σχετικώς οι αναιρεσίβλητοι δεν ήταν αρκετά για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, τείνουσα στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί πολύ χρόνο, με αποτέλεσμα να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειας για τον υπόχρεο (Ολομ.ΑΠ 17/1995, 33/2005, ΑΠ 66/2004). Τα περιστατικά δε που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για το αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος υπό την προαναφερόμενη έννοια (ΑΠ 1290/2003). Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, για τον οποίο, ενόψει των περιστατικών που αναφέρονται στην αγωγή ή στην προβαλλόμενη ένσταση, τα οποία δέχεται το δικαστήριο ως αποδειχθέντα, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Ο δε αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης αναφέρονται χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Μ. Μ., που έχει ήδη αποβιώσει και κατοικούσε στην Αθήνα, ήταν δε κουνιάδος του πρώτου εναγομένου και αδελφός της δεύτερης εναγομένης, αγόρασε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1-7-1963 συμβολαίου (...) ένα οικόπεδο (...) εμβαδού 420,00 τ.μ. (που βρίσκεται στον Δήμο Κερκυραίων). Κατά το έτος 1964 ο ως άνω κύριος του οικοπέδου συμφώνησε προφορικά με τον επ' αδελφή γαμβρό του πρώτο εναγόμενο, κάτοικο …, να του πωλήσει και μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα το 1/4 (25%) εξ αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου αντί τιμήματος 35.000 δραχμών, το οποίο ήταν απολύτως εύλογο και καταβλήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο ολοσχερώς, χωρίς να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο για την αγοραπωλησία αυτή (...), λόγω της υπάρχουσας αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ αγοραστή και πωλητή (...). Ταυτόχρονα, με την ως άνω συναλλαγή, συμφώνησαν ο Μ. Μ. με τον πρώτο εναγόμενο να ανεγείρουν επί του οικοπέδου, με κοινές δαπάνες, οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο εκ της οποίας ο πρώτος εναγόμενος θα ελάμβανε το 25% των δύο ορόφων που αντιστοιχούσε σε διαμερίσματα αντίστοιχης με το εν λόγω ποσοστό εκ της ωφέλιμης επιφάνειας, καθώς επίσης και το 25% του δικαιώματος αέρος και υψούν. Σε εκτέλεση της παραπάνω συμφωνίας, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1967-1968, με δαπάνες του Μ. Μ. και φροντίδα και επίβλεψη αποκλειστικά του πρώτου εναγομένου, αφού ο Μ. Μ. διέμενε μόνιμα στην Αθήνα, ενώ ο εναγόμενος στην Κέρκυρα, κατασκευάστηκε το ισόγειο της οικοδομής, αποτελούμενο από δύο διαμερίσματα. Σε ένα εκ των δύο αυτών διαμερισμάτων αμέσως μετά την αποπεράτωσή τους εγκαταστάθηκε εξ αρχής ο πρώτος εναγόμενος με τη δεύτερη εναγομένη σύζυγό του προσωρινά, και διέμεναν συνεχώς σ' αυτό μέχρι να κατασκευασθεί και ο πρώτος όροφος. Το έτος 1972 εκδόθηκε με αίτηση και στο όνομα του Μ. Μ. η υπ' αριθ. .../21-9-1972 οικοδομική άδεια, αφού αυτός, κατά τον τίτλο κυριότητος, φερόταν ως αποκλειστικός κύριος του οικοπέδου, και κατασκευάστηκε με δαπάνες και επίβλεψη του πρώτου εναγομένου ο πρώτος όροφος, αποτελούμενος από δύο διαμερίσματα, και στη συνέχεια, κατά το έτος 1973, με φροντίδα πάλι του πρώτου εναγομένου τοποθετήθηκε σε ολόκληρη την οικοδομή κεντρική θέρμανση. Κατά το έτος 1972 που αποπερατώθηκε το ένα εκ των δύο διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου, εμβαδού 98 τ.μ., το οποίο είναι επίδικο, προσδιοριζόμενο με τα στοιχεία Α 1, στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας που συστήθηκε αργότερα ως προς την εν λόγω οικοδομή, οι εναγόμενοι εκκένωσαν το διαμέρισμα του ισογείου, στο οποίο διέμεναν συνεχώς μέχρι τότε κατόπιν συμφωνίας με τον Μ. Μ. που τους είχε παραχωρήσει άτυπα τη νομή και τη χρήση, και εγκαταστάθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα, όπου διαμένουν συνεχώς από τότε μέχρι σήμερα, πάλι μετά από παραχώρηση της νομής του άτυπα υπό του Μ. Μ., που αναγνώριζε πάντοτε τον πρώτο εναγόμενο ως συγκύριο του οικοπέδου και της κατασκευασθείσας επ' αυτού οικοδομής και με την προοπτική να συστήσουν οριζόντια ιδιοκτησία στην οικοδομή και να καταρτίσουν το συμβόλαιο μεταβίβασης της κυριότητας προς τον πρώτο εναγόμενο ανάλογης με το ανωτέρω ποσοστό του επί του οικοπέδου επιφάνειας εκ των αυτοτελών χώρων της και του εν λόγω διαμερίσματος καθώς και του αναλόγου ποσοστού συγκυριότητας που αντιστοιχεί επί του οικοπέδου. Ο πρώτος εναγόμενος και η εξ αυτού, ως σύζυγός του, έλκουσα δικαίωμα κατοχής και χρήσης του επιδίκου διαμερίσματος, διέμεναν σ' αυτό εξ αρχής και πάντοτε με την πεποίθηση ότι είναι κύριος ο πρώτος και πιστεύοντας στις διαβεβαιώσεις του Μ. Μ. ότι θα προβεί στην μεταβίβασή του με συμβολαιογραφικό έγγραφο, προέβη δε ο πρώτος σε βελτιώσεις και δαπάνες, θεωρώντας ότι είναι δικό του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν. Η οικοδομή αυτή, που αποτελείται από τέσσερα αυτοτελή διαμερίσματα και τον αέρα (δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης), δεν είχε υπαχθεί εξ αρχής στις διατάξεις του νόμου 3741/1929 "περί οριζοντίου ιδιοκτησίας" αν και το είχαν συμφωνήσει ο Μ. Μ. με τον πρώτο εναγόμενο, καθότι η πράξη αυτή περί σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας αποτελούσε νομική προϋπόθεση ώστε να δημιουργηθούν νόμιμα οι αυτοτελείς ιδιοκτησίες με τις αναλογίες τους επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων χώρων και να προβούν σε διανομή των αυτοτελών ιδιοκτησιών, ώστε να μεταβιβασθεί στον πρώτο εναγόμενο ανάλογο ποσοστό αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών με εκείνο του οικοπέδου που είχε άτυπα αγοραστεί υπ' αυτού (...). Εξαιτίας της (επακολουθήσασας κακής) κατάστασης της υγείας του Μ. Μ. (εγκεφαλικό επεισόδιο), ουδέποτε υλοποιήθηκε η ως άνω συμφωνία του με τον πρώτο εναγόμενο, καθόσον ουδέποτε ανένηψε ούτε βελτιώθηκε η υγεία του, αλλά απεβίωσε στις 28-3-1999. Η σύζυγος και επίτροπος του Μ. Μ. γνώριζε πολύ καλά τη συμφωνία του συζύγου της με τον πρώτο εναγόμενο και ότι αυτός αγόρασε άτυπα το 25% του οικοπέδου αντί τιμήματος 35.000 δραχμών το έτος 1964 και ότι ο σύζυγός της το εισέπραξε. Επίσης γνώριζε ότι αυτός διέμενε με τη δεύτερη εναγομένη στο ως άνω διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, που είναι επίδικο, από τότε που κατασκευάσθηκε (1972), με την πεποίθηση ότι είναι κύριος, και ότι αυτός (ο πρώτος εναγόμενος) επιμελήθηκε εξ αρχής για την κατασκευή ολόκληρης της οικοδομής ενώ η ίδια και ο σύζυγός της απουσίαζαν στην Αθήνα, καθώς και ότι δαπάνησε χρήματα για την κατασκευή του πρώτου ορόφου. Ενώ γνώριζε όλα αυτά και ότι ο σύζυγός της Μ. Μ. ουδέποτε αμφισβήτησε, όσο ήταν καλά στην υγεία του, το δικαίωμα του πρώτου εναγομένου επί του οικοπέδου και της μετέπειτα κατασκευασθείσας οικοδομής και επί του επιδίκου, αποφάσισε για λογαριασμό του και υπό την ιδιότητά της ως επιτρόπου αυτού να πωλήσει τα διαμερίσματα της οικοδομής καθώς και το δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης αυτής, αδιαφορώντας για τα δικαιώματα των εναγομένων και σε αντίθεση με τη θέληση του αντιπροσωπευομένου συζύγου της. Έτσι, δυνάμει του υπ' αριθ. .../26-5-1988 συμβολαίου-Πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ιωάννη Τσιώκου, που μεταγράφτηκε νόμιμα (...), και χωρίς να έχει ενημερώσει τους εναγόμενους, προέβη σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της παραπάνω οικοδομής κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929. Περαιτέρω, μεταβίβασε λόγω πώλησης (...), αρχικά το ένα διαμέρισμα του ισογείου υπό στοιχ. 1-2 στον μάρτυρά τους Π. Μ., και το υπό στοιχ. Ι - 1 διαμέρισμα του ισογείου στον ίδιο και τη σύζυγό του Γ. Ρ. του Δ. με τα υπ' αριθ. .../25-5-1989 και .../6-4-1990 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ι. Σώκου, νομίμως μεταγραφέντα στα βιβλία του υποθ/κείου Κέρκυρας. Επίσης, με το υπ' αριθ. .../1991 συμβόλαιο της αυτής συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στην δεύτερη ενάγουσα το υπό στοιχ. Α-2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, νομίμως μεταγραφέντος στα ίδια βιβλία μεταγραφών, και με το υπ' αριθ. .../5-6-1992 συμβόλαιο, το δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής στους Π. και Γ. Μ., απέμεινε δε μόνο το υπό στοιχ. Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου (επίδικο), στο οποίο διέμεναν και νεμόταν οι εναγόμενοι δυνάμει της ως άνω συμφωνίας περί μεταβίβασης της νομής του στον πρώτο επί τη προόψει σύνταξης του συμβολαίου μεταβίβασης. Η επίτροπος του Μ. Μ., προκειμένου να πωλήσει και μεταβιβάσει ελεύθερη τη χρήση και του τελευταίου αυτού διαμερίσματος, παρά το ότι γνώριζε ότι η νομή του παραχωρήθηκε για τον ανωτέρω λόγο στον πρώτο εναγόμενο υπό του οικοπεδούχου συζύγου της, ότι ο τελευταίος είχε καταβάλει το ποσό των 35.000 δραχμών στο σύζυγό της για την αγορά του 1/4 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και ότι αυτός με τη σύζυγό του κατοικούσαν εξ αρχής (έτος 1973 που κατασκευάστηκε) σ' αυτό συνεχώς, θεωρώντας ότι ανήκει κατά κυριότητα στον πρώτο, όχλησε τους εναγομένους με την από 30-10-1992 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, ζητώντας να της αποδώσουν τη χρήση του, ισχυρισθείσα ότι το κατέχουν δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου που δήθεν κατήρτισε ο υπ' αυτής εκπροσωπούμενος τότε σύζυγός της Μ. Μ.. Όλα αυτά βέβαια γίνονταν χωρίς ο ίδιος να μπορεί να τα αντιληφθεί λόγω της ανωτέρω βαρειάς ασθένειάς του, συνεπεία της οποίας ήταν και κατάκοιτος. Οι εναγόμενοι απήντησαν άμεσα στην ανωτέρω εξώδικο, διαμαρτυρόμενοι έντονα και με αγανάκτηση, με την από 30-12-1992 όμοια, απευθυνομένη στη δικαστική επίτροπο του Μ. Μ. ως εκπροσώπου του, που της επιδόθηκε νόμιμα στις 22-1-1992 (...), αρνηθέντες να παραδώσουν τη νομή και κατοχή του επιδίκου και προβάλλοντες ως λόγο της άρνησής τους ότι ο Μ. Μ. μεταβίβασε τη νομή στον πρώτο απ' αυτούς το έτος 1973, επειδή αγόρασε άτυπα το 25% του οικοπέδου επί του οποίου κτίσθηκε η οικοδομή όπου βρίσκεται το επίδικο, συνεισφέροντας στις δαπάνες κατασκευής του πρώτου ορόφου, και ότι κατοικεί σ' αυτό με τη δεύτερη εναγομένη συνεχώς από το έτος 1973 και με τη συμφωνία ότι θα του το μεταβίβαζε ο Μ. Μ. με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και το δικαίωμα του υψούν, αφού θα κατόρθωνε να εξεύρει χρήματα για την πληρωμή του φόρου. Μετά απ' αυτά, η επίτροπος του Μ. Μ. άσκησε για λογαριασμό του, εναντίον των εναγομένων, την από 26-1-1994 αγωγή απόδοσης της χρήσης του επιδίκου και καταβολής αποζημίωσης για δήθεν αυθαίρετη χρήση, ισχυρισθείσα τα ίδια, ήτοι ότι καταρτίσθηκε σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ του υπ' αυτής εκπροσωπούμενου συζύγου της και του πρώτου εναγομένου, με βάση την οποία του το είχε παραχωρήσει για το αόριστο χρόνο, κατά χρήση, η οποία (σύμβαση) είχε λήξει αφότου αυτή την κατήγγειλε για λογαριασμό του, με την ως άνω εξώδικο, ως εκπρόσωπός του. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε πρωτοδίκως με την υπ' αριθ. 51/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας ως κατ' ουσία αβάσιμη και μετά από άσκηση έφεσης κατ' αυτής υπό του αρχικά ενάγοντος Μ. Μ. (εκπροσωπηθέντος υπό της επιτρόπου συζύγου του), ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο οποίος απεβίωσε κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας (έτος 1999) και συνεχίστηκε η δίκη υπό των κληρονόμων του, απορρίφθηκε με την υπ' αριθ.162/2007 απόφαση ως αόριστη και μη νόμιμη ως εκ της μη αναφοράς στο δικόγραφο του τρόπου κτήσης κυριότητας του αρχικά ενάγοντος επί του επιδίκου και ότι αγόρασε τούτο από κύριο. Μετά από την ως άνω συμπεριφορά της συζύγου και επιτρόπου του Μ. Μ., ο πρώτος εναγόμενος αντέδρασε με την άσκηση της από 29-11-1994 αγωγής αναγνωριστικής της κυριότητάς του ενώπιον του πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος κατά ποσοστό 25% επί του οικοπέδου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθώς και επί του αυτού ποσοστού της μονόροφης με ισόγειο προαναφερόμενης οικοδομής και του δικαιώματος αέρος και υψούν, την οποία έστρεψε κατά του Μ. Μ., νομίμως εκπροσωπουμένου, και κατά των αγοραστών των λοιπών διαμερισμάτων Π. Β. Μ., Γ. Δ. Ρ., συζ. Π. Μ. και της ήδη δεύτερης ενάγουσας Σ. Κ., συζ. Δ. Β. (ήδη πρώτου ενάγοντος), που, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αυτή είχε αγοράσει δυνάμει του υπ' αριθ. .../1991 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέντος, το υπ' στοιχ. Α-2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Ειδικότερα, στην εν λόγω αγωγή ο πρώτος εναγόμενος προέβαλε τους αυτούς ισχυρισμούς με την ένδικη, ήτοι ότι αγόρασε άτυπα το 25% του οικοπέδου το έτος 1964 από τον Μ. Μ. αντί τιμήματος 35.000 δραχμών, το οποίο του κατέβαλε, και ότι συμφώνησαν από τότε να συστήσουν οριζόντια ιδιοκτησία επί της οικοδομής και να αποκτήσει αυτός ανάλογο ποσοστό επί των αυτοτελών ιδιοκτησιών (των διαμερισμάτων) και του δικαιώματος του υψούν. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι αφότου κατασκευάστηκε το ισόγειο κατοίκησε αρχικά με τη σύζυγό του (ήδη δεύτερη εναγομένη), μετά από συμφωνία και άτυπη παραχώρηση με τον οικοπεδούχο Μ. Μ., της νομής, σε ένα εκ των διαμερισμάτων του ισογείου ως οικοπεδούχος και αυτός κατά 25%, μέχρι το έτος 1972 που κατασκευάστηκαν τα δύο διαμερίσματα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, συμμετέχοντος και του ιδίου στις δαπάνες κατασκευής τους, οπότε μετοίκησε στο επίδικο διαμέρισμα με την ως άνω σύζυγό του πάλι με παραχώριση της νομής του υπό του Μ. Μ. και έκτοτε το νέμεται και το κατέχει με την πεποίθηση ότι είναι κύριος αφού είχε συμφωνήσει με τον τελευταίο εξ αρχής (έτος 1964 που αγόρασε άτυπα το 25%) του οικοπέδου), να καταρτιστεί η σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και το συμβόλαιο μεταβίβασης (βλ. την από 29-11-1994 και αρ. καταθ. 418/1994 αγωγή). Ενώ διαρκούσε η εκκρεμοδικία επί της αγωγής αυτής, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, στρεφόταν και κατά της δεύτερης ενάγουσας ως αγοράστριας του δευτέρου διαμερίσματος (Ι-2) του πρώτου ορόφου, είχε περιέλθει σε γνώση αμφοτέρων των εναγόντων, της μεν δεύτερης ως εναγομένης και του πρώτου ως συζύγου της που συμβίωνε με αυτήν, ότι ο πρώτος εναγόμενος διεκδικούσε από τότε το 25% του οικοπέδου, του δικαιώματος του υψούν και φυσικά και του επιδίκου διαμερίσματος, αφού ανέφερε αυτά στην εν λόγω αγωγή κατά της δεύτερης, καθώς επίσης γνώριζαν ότι κατοικούσε ο εναγόμενος (ενάγων σε εκείνη την αγωγή) στο επίδικο με τη δεύτερη από το έτος 1972-1973, με βάση το δικαίωμα που απέκτησε με την άτυπη πώληση του ποσοστού 25% επί του οικοπέδου, αυτοί δε (ενάγοντες) είχαν ιδία αντίληψη ότι οι εναγόμενοι κατοικούσαν στο επίδικο, συμπεριφερόμενοι ως κύριοι τουλάχιστον από του έτους 1991, που κατοικούσαν στο δεύτερο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Παρόλα αυτά όμως αγόρασαν κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου το επίδικο διαμέρισμα, στο οποίο γνώριζαν πολύ καλά ότι κατοικούσαν οι εναγόμενοι, παρά του Μ. Μ., εκπροσωπούμενου πάντοτε υπό της συζύγου του και δικαστικής επιτρόπου του Ε. Μ., αντί τιμήματος 19.000.000 δραχμών, δυνάμει του υπ' αριθ. .../ 14-2-1996 πωλητηρίου συμβολαίου της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελένης Ι. Τσιώκου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας. Μάλιστα το ζήτημα τούτο το θεωρούσαν τόσο σοβαρό, ώστε το συμβόλαιο αγοραπωλησίας τέθηκε ως διαλυτική αίρεση ότι το υπόλοιπο του τιμήματος εκ δραχμών 10.500.000 θα το κατέβαλαν οι αγοραστές (ενάγοντες) μετά την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, απορριπτικής κατ' ουσίαν, επί της ως άνω αγωγής και από την επομένη της κοινοποίησης στους αγοραστές της απόφασης αυτής (βλ. αγοραπωλητήριο συμβόλαιο). Την ύπαρξη της αίρεσης αυτής και οι ίδιοι οι ενάγοντες, καθ' υποφορά, συνομολογούν με την ένδικη αγωγή. Βέβαια η αγωγή αυτή του πρώτου εναγομένου απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την υπ' αριθ. 151/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ήτοι προ της κατάρτισης της αγοραπωλησίας του επιδίκου, όμως προ της κατάρτισης της αγοραπωλησίας του επιδίκου ασκήθηκε έφεση υπό του πρώτου εναγομένου (16-10-1995) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και έτσι αναβίωσε η εκκρεμοδικία και με την υπ' αριθ. 236/2003 οριστική απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή πάλι ως μη νόμιμη με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, μηδέποτε υπεισελθόντος του Δικαστηρίου στην ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, πέραν της γνώσης των διακατοχικών πράξεων των εναγομένων στο επίδικο, που αποδείχτηκε, τόσο του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και στη συνέχεια της δικαστικής επιτρόπου του για λογαριασμό του και των ιδίων (εναγόντων) προ της κτήσης υπ' αυτών της κυριότητας του επιδίκου δυνάμει του ως άνω συμβολαίου αγοραπωλησίας (.../1996), αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ενοχλήθηκαν οι εναγόμενοι, από του έτους 1967-1968 που κατοικούσαν στην οικοδομή αλλά και από του χρόνου που κατοικούσαν στο επίδικο διαμέρισμα, στην άσκηση της νομής και χρήσης τούτου, αν και το νέμονταν και το κατείχαν επί 20 έτη μέχρι την όχληση αυτών για πρώτη φορά (έτος 1992) δια της προαναφερθείσας εξωδίκου της συζύγου και εκπροσώπου του δικαστικά απαγορευμένου Μ. Μ. ότι το κατέχουν και το χρησιμοποιούν δήθεν δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου, ισχυρισμός που ουδέποτε στο παρελθόν είχε προβληθεί ούτε από τον Μ. Μ. ούτε από τη σύζυγό του, και ουδέποτε είχαν εναντιωθεί στην άσκηση της νομής του πρώτου εναγομένου και της δεύτερης ως έλκουσας υπ' αυτού δικαιώματα λόγω της συζυγικής τους σχέσης. Αντίθετα, η σύζυγος του Μ. Μ. γνώριζε τόσο για την άτυπη αγορά του οικοπέδου κατά το έτος 1964 όσο και για την καταβολή του τιμήματος των 35.000 δραχμών υπό του πρώτου στο σύζυγό της και τις δαπάνες συμμετοχής του στην ανέγερση της οικοδομής καθώς και για τη συμφωνία του συζύγου της με αυτόν να μεταβιβάσει στον πρώτο εναγόμενο ανάλογο ποσοστό συγκυριότητας επί όλης της οικοδομής με συμβολαιογραφικό έγγραφο, μεταβίβαση που δεν είχε γίνει μέχρι το έτος 1988 ενόσω εκείνος ήταν καλά στην υγεία του, για φορολογικούς λόγους αλλά και επειδή υπήρχε μεταξύ τους αμοιβαία εμπιστοσύνη ως εκ της στενής συγγενικής τους σχέσης, αφού η δεύτερη εναγομένη, σύζυγος του πρώτου, και ο Μ. Μ. ήταν αδέλφια, αλλά και για τη συμφωνία για τη σύσταση μεταξύ τους οριζοντίας ιδιοκτησίας και να λάβει ο πρώτος εναγόμενος στην αποκλειστική κυριότητά του το παραπάνω διαμέρισμα, στο οποίο κατοικούσε από το έτος 1972. Άλλωστε οι διακατοχικές πράξεις των εναγομένων στο επίδικο δεν αμφισβητούνται από τους ενάγοντες, δεδομένου ότι είχαν γνωστοποιηθεί τα παραπάνω περιστατικά σε ό,τι αφορά τον προ της αγοραπωλησίας του Α-2 διαμερίσματος χρόνο, με την από 29-11-1994 αναγνωριστική αγωγή του πρώτου εναγομένου, που απευθυνόταν μεταξύ άλλων και κατά της δεύτερης ενάγουσας ως προς το εν λόγω (υπό στοιχ. Α-2) διαμέρισμα, αφορώσας και το οικόπεδο και επομένως και το επίδικο, που τότε δεν είχε ακόμη πωληθεί στους ενάγοντες, αφού οι τελευταίοι κατοικούσαν στο ως άνω διπλανό διαμέρισμα από το έτος 1991 συνεχώς και συνεπώς είχαν άμεση αντίληψη των διακατοχικών πράξεων των εναγομένων στο επίδικο, συμπεριφερομένων ως κυρίων, τουλάχιστον από το έτος 1991. Παρόλα αυτά όμως αποφάσισαν να προβούν στην αγορά του επιδίκου με κίνδυνο να μην αποκτήσουν ποτέ τη νομή και χρήση του. Εκ της παραπάνω συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου τους συνάγεται σαφώς ότι υπήρξε και μακρόχρονη αδράνεια αυτού προς διεκδίκηση του επιδίκου όσο και γνώση των ιδίων (των εναγόντων) πριν αποκτήσουν το επίδικο περί της αδράνειάς του, αλλά και μακροχρόνια αδράνεια των ιδίων, αφού γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι ασκούν διακατοχικές πράξεις από το έτος 1972 μέχρι την άσκηση της αγωγής και ότι ουδέποτε προ του έτους 1992 οχλήθηκαν υπό του δικαιοπαρόχου τους σχετικά με την απόδοση της νομής του επιδίκου. Επίσης, αποδείχθηκε και η γνώση αυτών (εναγόντων) πριν αποκτήσουν το επίδικο διαμέρισμα, τουλάχιστον από τότε που αγόρασαν το δεύτερο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και διέμεναν σ' αυτό, περί των συνθηκών υπό τις οποίες κατοικούσαν οι εναγόμενοι στο επίδικο και συγκεκριμένα ότι ο πρώτος εναγόμενος το νέμεται ως κύριος βάσει του ως άνω δικαιώματος, που αποτέλεσε την αιτία για την παραχώρηση της νομής του σ' αυτόν υπό του δικαιοπαρόχου τους, καθώς και τις σοβαρές δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί για την αγορά του 25% του οικοπέδου, αλλά και για την ανέγερση του πρώτου ορόφου της οικοδομής. Τα υπ' αυτών υποστηριζόμενα ότι οι νομικοί συμπαραστάτες τους, τους διαβεβαίωναν ότι δεν υπάρχει νομικό πρόβλημα και ότι σε σύντομο χρόνο θα τους αποδοθεί η νομή και χρήση του επιδίκου, είναι παντελώς αβάσιμα και ουδόλως αναιρούν τη γνώση αυτών περί των ως άνω κρισίμων γεγονότων, εκ της οποίας συνάγεται κακοβουλία τους. Εξ άλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι και μετά τη σύσταση της υπ' αριθ. .../6-5-1989 Πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της οικοδομής, μεταγραφείσας νόμιμα στις 9-6-1989, οπότε (από του χρόνου μεταγραφής της) κατέστη νομικά δυνατή η έναρξη χρόνου νομής στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου προς κτήση του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ήτοι από 9-6-1989 μέχρι τις 27-4-2009 που αυτή (αγωγή) επιδόθηκε στους εναγομένους, οι τελευταίοι συμπλήρωσαν χρόνο νομής σχεδόν εικοσαετίας στο επίδικο, αφού υπολείπονταν ακόμη 12 ημέρες ώστε να συμπληρωθεί εικοσαετία. Υπό τα παραπάνω δεδομένα η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος υπό των εναγόντων υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτού και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική, καθόσον είχε δημιουργηθεί εύλογα στον πρώτο εναγόμενο και στη σύζυγό του, δεύτερη εναγομένη, η πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί σε βάρος τους τέτοια αγωγή, η δε ανατροπή της δημιουργηθείσας καταστάσεως θα επιφέρει σ' αυτούς δυσβάστακτες συνέπειες, αφού θα υποχρεωθούν να στερηθούν τη χρήση του επιδίκου διαμερίσματος, στο οποίο διαμένουν από το έτος 1972 και έχουν δαπανήσει χρηματικά ποσά σημαντικά για την άτυπη αγορά του 25% του οικοπέδου επί του οποίου ανεγέρθηκε η οικοδομή, αλλά και την ανέγερση του πρώτου ορόφου, όπου το επίδικο διαμέρισμα. Επομένως, αποδεικνυομένης ως ουσιαστικά βασίμου της παραδεκτά προβληθείσας στον πρώτο βαθμό, υπό των εναγομένων, καταλυτικής ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, συνοδευομένου με αίτημα απόρριψης της αγωγής, προς στοιχειοθέτηση της οποίας επικαλέστηκαν τα αυτά ως άνω περιστατικά, τα οποία είναι επαρκή, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, η ένδικη αγωγή ελέγχεται ως κατ' ουσία αβάσιμη και απορριπτέα". Τα περιστατικά αυτά, τα οποία οι αναιρεσίβλητοι είχαν προτείνει στο πρωτοβάθμιο, αλλά και στο δευτεροβάθμιο, ως εκκαλούντες, δικαστήριο και τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, καθιστούν, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσειόντων, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα τιθέμενα από τη διάταξη αυτή όρια στην άσκηση των δικαιωμάτων, και η σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων ήταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216§1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την ανωτέρω, του άρθρου 281 του ΑΚ, ορισμένη. Τα ίδια αυτά περιστατικά, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, αναφέρονται χωρίς αντιφάσεις στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης, αφού δε τα περιστατικά αυτά έχουν ως έννομη συνέπεια, σύμφωνα με το πραγματικό του ανωτέρω άρθρου 281 του ΑΚ, το οποίο καλύπτουν, να καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσειόντων την οποία και δέχθηκε το Εφετείο, το τελευταίο τούτο δικαστήριο προσέδωσε στην απόφασή του νόμιμη βάση, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του ειρημένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 281 ΑΚ), τον οποίο και εφήρμοσε το Εφετείο. Επομένως οι πρώτος, από τον αριθμό 1, και δεύτερος, από τον αριθμό 19, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση, αντιστοίχως, ότι το Εφετείο με τις ως ανωτέρω παραδοχές του και με το να κρίνει ορισμένη και κατ' ουσίαν βάσιμη την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ προταθείσα ένσταση των αναιρεσιβλήτων αφ' ενός μεν παραβίασε την ουσιαστική δικαίου αυτή διάταξη, αφ' ετέρου δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 παρ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει μεταξύ των άλλων ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, στο ζήτημα δηλαδή αν υπάρχει ή δεν υπάρχει το επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα και το οποίο επιλύεται με την απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθώς και με την απόφαση που δέχεται την αγωγή. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, με την υπ' αριθμ. 236/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου Κερκύρας, προσκομιζόμενη, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 29-11-1994 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ι. Α. κατά των εκεί εναγομένων - κυρίων των διαμερισμάτων του επίδικου ακινήτου, μεταξύ των οποίων και η ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα Σ. σύζ. Δ. Β., με την οποία (αγωγή) ζητούσε να αναγνωρισθεί συγκύριος του ακινήτου αυτού, και δη του οικοπέδου και της επ' αυτού οικοδομής, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, με την αιτιολογία (απορρίφθηκε η αγωγή) ότι υπό τα επικαλούμενα περιστατικά ο αναιρεσίβλητος -τότε ενάγων δεν είχε γίνει (συγ-) κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, όπως ισχυριζόταν με την αγωγή του. Το ουσιαστικό επομένως ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτή είναι ότι αναιρεσίβλητος δεν είχε γίνει συγκύριος του επιδίκου με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο, ζήτημα τελείως διαφορετικό από εκείνο που κρίθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή η άσκηση του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου διαμερίσματος της ρηθείσης οικοδομής, το οποίο διεκδικούν οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους, παρίσταται καταχρηστική και απαγορευμένη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ. Το τελευταίο αυτό ζήτημα δεν κρίθηκε και δεν μπορούσε να κριθεί, ως εκ του αντικειμένου της δίκης εκείνης, κατά συνέπειαν δε δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της προρρηθείσης υπ' αριθμ. 236/2003 απόφασης του Εφετείου, και το Εφετείο, που με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του δεν δέχθηκε την ύπαρξη τέτοιου δεδικασμένου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 16 του ΚΠολΔ, και ο σχετικός, από τη διάταξη αυτή, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ο δε τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με το οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υποστηρίζεται ότι το Εφετείο "από εσφαλμένη σύλληψη" του περιεχομένου της (ανωτέρω) υπ' αριθμ. 236/2003 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας απέδωσε σ' αυτήν νόμιμα εντελώς διαφορετικό από το πραγματικό της και εξέλαβε την απόφαση αυτή "ως μη επιληφθείσα της ουσίας και ως εκ τούτου μη δεσμευτική για τα κριθέντα θέματα", και ότι έτσι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της απόφασης αυτής (236/2003) και παρέβλεψε το υπάρχον δεδικασμένο, είναι (ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου) απορριπτέος ως απαράδεκτος, αναφερόμενος και μόνον στην ανέλεγκτη, κατά την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δη στην εκτίμηση του περιεχομένου της ανωτέρω αποφάσεως, ως εγγράφου, τούτο δε πέραν του γεγονότος ότι ο λόγος αυτός στηρίζεται και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η απόφαση αυτή (836/2003) δεν παράγει δεδικασμένο για την παρούσα δίκη.-
IV.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2011 αίτηση των Δ. Β. και Σ. Κ.-Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 158/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ