Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1227 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Δύο αναιρέσεις του ιδίου κατά της αυτής απόφασης. Παραδεκτή η εμπρόθεσμη δεύτερη, που θεωρείται ότι συμπληρώνει την πρώτη, εφόσον αυτή δεν έχει κριθεί. Συνερευνούνται λόγω συναφείας. Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων. Απορρίπτει τις δύο ως ανυποστήρικτες. Παράβαση Νόμου περί Ναρκωτικών (αγορά, πώληση και κατοχή). Άρθρο 20 ΚΝΝ. Παράνομη οπλοκατοχή κλπ. Αιτιολογία συγκατοχής. Δόλος. Έγγραφα. Προσδιορισμός ταυτότητας (εγγράφων). Οι φωτογραφίες τα σχεδιαγράμματα κλπ απεικονίσεις δεν “αναγιγνώσκονται”, αλλά επισκοπούνται. Όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι “αναγνώσθηκε” σχεδιάγραμμα κλπ έχει την έννοια της επισκοπήσεως. Λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη καταθέσεως μάρτυρα, που δεν εξετάστηκε (αβάσιμος). Ως πώληση ή αγορά ναρκωτικών, θεωρείται η αγοραπωλησία του άρθρου 513 του Α.Κ. Έννοια. Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση των πιο πάνω εγκλημάτων [45 ΠΚ]. Πότε υπάρχει συγκατοχή. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας τούτων (βάρος), β) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, εκτός αν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος και δ) των στοιχείων της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Απορρίπτεται η αναίρεση.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1227/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κρατουμένης στη Κλειστή Κεντρική Φυλακή Γυναικών Κορυδαλλού, 2. Χ2, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που εκπροσωπήθηκα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπανορρήγα, 3. Χ3 και 4. Χ4, κρατουμένων στη Κλειστή Φυλακή Πατρών, που δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως της 1442/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Σεπτεμβρίου 2007 και 29 Αυγούστου και 5 Σεπτεμβρίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1615/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων που εκπροσωπήθηκαν, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν εν μέρει δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης των πιο πάνω και να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι από 9 Ιουλίου 2007 και 4 Ιουνίου 2007 αιτήσεις αναίρεσης των Χ3 και Χ4.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 514 εδ. γ ΚΠΔ, δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί , παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ2, άσκησε εμπροθέσμως, στις 29/8/2007, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Τσοβόλα, την 104/2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως, κατά της 1442/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και, ακολούθως, στις 5/9/2007, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ευτύχιου Αλιγιζάκη, άσκησε την 105/2007 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά της ιδίας πιο πάνω σε βάρος του εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης 10/ημερης προθεσμίας των άρθρων 473 παρ. 1α και 4 και 507παρ 1 ΚΠΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από το Εφετείο Αθηνών ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 27-7-2007 και πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, διότι έχουν πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια. Περαιτέρω, μαζί με την κρινόμενη πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς, 1) η από 13-9-2007 (με αριθ. πρωτ. 8149/14-9-2007) αίτηση (δήλωση) της Χ1 και οι 60/4-6-2007 και 75/9-7-2007 (99/17-7-2007 και 101/23-7-2007, αντίστοιχα) αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεων των Χ4 και Χ3, αντίστοιχα, κρατουμένων της Κλειστής Φυλακής Πατρών, κατά της αυτής 1442/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ.α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία ...... δύο αποδεικτικά επιδόσεως του αρμόδιου υπαλλήλου της Κ. Φυλακής Πατρών ..., οι αναιρεσείοντες Χ4 και Χ3, αντίστοιχα, κρατούμενοι των Φυλακών Πατρών, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν δια του συνηγόρου τους στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως αυτών, πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες (άρθρο 583 παρ.1).


ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επιδείχθηκαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως είναι οι χάρτες, απεικονίσεις, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα, δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, προς τους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτόν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.
Συνεπώς, είναι προφανές, ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι "αναγνώσθηκε" φωτογραφία ή σχεδιάγραμμα, η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκοπήσεως του εγγράφου τούτου από τους παράγοντες της δίκης, μετά προηγούμενη επίδειξή του εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση της υποθέσεως.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν, από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε ,δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ,ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1442/2007 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και " ...31. Τέσσερις φωτογραφίες...". Με την πιο πάνω αναφορά των φωτογραφιών αυτών, ενόψει και τη αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους ("πότε λήφθησαν, τι απεικονίζεται με αυτές, αν επισκοπήθηκαν κλπ), αφού, με την γενόμενη επισκόπησή τους, κατέστησαν γνωστές κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη τους το πιο πάνω, με αριθμό 31 αριθμούμενο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναί Χ2, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίσης του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα (φωτογραφίες), που επιδείχθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙV. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 ( άρθρο 20 παρ.1 περ.β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων , πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή , που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση των άνω εγκλημάτων [45 ΠΚ], συνεπώς και του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Υπάρχει δε συγκατοχή όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας και η δυνατότητα σε όλους τους δράστες - συναυτουργούς άσκησης αυτής της φυσικής εξουσίασης με τη δυνατότητα διαπιστώσεως οποτεδήποτε της ύπαρξής της, και της κατά τη βούλησή τους διάθεσής της, χωρίς στην περίπτωση αυτή να απαιτείται για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο προσδιορισμός και της εκτάσεως της φυσικής εξουσίασης που καθένας έχει επί των ουσιών αυτών. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, και [δ] της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1442/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Α) Οι δύο πρώτοι από αυτούς (Χ2 και Χ1), α) με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, της αγοράς απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα ηρωίνης και κοκαΐνης, με σκοπό την εμπορία, και χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, στην Αθήνα ή σε άλλο σημείο της ευρύτερης περιοχής της ......, σε χρόνους που δεν διακριβώθηκαν επακριβώς οπωσδήποτε πάντως, κατά τον τελευταίο μήνα πριν τη σύλληψη τους, η οποία έλαβε χώρα την 10.3.2004 και εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, ενεργώντας από κοινού, με κοινή απόφαση και δράση, αγόρασαν, με σκοπό την εμπορία από άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα ηρωίνης και κοκαΐνης, αντί αγνώστων ανταλλαγμάτων, μέρος δε από τις ποσότητες των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών, που αγόραζαν, για μεταπώληση, οι ως άνω κατηγορούμενοι αποτελούσαν και οι κατωτέρω ποσότητες: 1) κοκαΐνης 385 γραμμαρίων και 2) ηρωίνης 88 γραμμαρίων, που βρέθηκαν στην κατοχή τους, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, κατά την ημέρα της σύλληψης τους, Β) με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και δη της κατοχής απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την εμπορία, ενεργώντας από κοινού, μετά από συναπόφαση: 1) μέσα στον τελευταίο μήνα, πριν την, κατά τα άνω, σύλληψή τους, στην Αθήνα ή σε άλλα σημεία της ευρύτερης περιοχής της .... κατείχαν, με την έννοια της δυνατότητας φυσικής εξουσίασης, όποτε ήθελαν, άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα ηρωίνης και κοκαΐνης, κάθε φορά, τις οποίες αγόραζαν, κατά τα ανωτέρω, αντί αγνώστου ανταλλάγματος, από άγνωστα πρόσωπα, 2) στο ..... Αττικής, την 10.3.2004 και περί ώρα 21.30, κατελήφθησαν να κατέχουν από κοινού καθώς και με τους συγκατηγορουμένους τους Χ3 και Χ4 απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την εμπορία. Ειδικότερα, κατείχαν, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή ελέγχου της ύπαρξης τους και με σκοπό την εμπορία κοκαΐνης, συνολικού βάρους 364 γραμμαρίων και ηρωίνη, συνολικού βάρους 88 γραμμαρίων, περίπου. Τις ποσότητες αυτές ναρκωτικών κατείχαν επιμελώς κρυμμένες, μέσα σε σωρό τούβλων, δίπλα στην πόρτα εισόδου του δώματος, της επί της οδού ..., αριθμ. ... πολυκατοικίας, στο ... Αττικής και συσκευασμένες, της μεν κοκαΐνης σε 18 αυτοσχέδιες συσκευασίες, σε στερεή μορφή, της δε ηρωίνης σε δύο αυτοσχέδιες συσκευασίες, γ) στο ... Αττικής και στη συμβολή των οδών ... και ....., την 10.3.2004 και περί ώραν 21.00, κατελήφθησαν να κατέχουν από κοινού και με την έννοια της ανά πάσα στιγμή φυσικής εξουσίας αυτής, απαγορευμένη από το νόμο ναρκωτική ουσία και ειδικότερα δύο αυτοσχέδιες συσκευασίες με κοκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους 21 γραμμαρίων, τις οποίες έφερε στην τσάντα της η από τους κατηγορουμένους Χ1, 3) με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και ειδικότερα της πώλησης απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, με την Χ1 στην Αθήνα ή σε άλλα σημεία της ευρύτερης περιοχής της ......, μέσα στο τελευταίο, πριν από τη σύλληψη τους (10.3.2004) μήνα, σε χρόνους, που δεν εξακριβώθηκαν ειδικότερα, πωλούσαν σε άγνωστα άτομα, άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα ηρωίνης και κοκαΐνης, αντί αγνώστων χρηματικών ποσών κάθε φορά ή άλλου είδους ανταλλαγμάτων, τουλάχιστον όμως αντί 3.760 ΕΥΡΩ, ποσό που βρέθηκε πάνω τους, κατά τη σύλληψη τους και δεν μπόρεσαν επαρκώς να δικαιολογήσουν την πηγή προέλευσης του 4) οι δύο, ως άνω πρώτοι κατηγορούμενοι (Χ2, Χ1), α) στην Αθήνα,την 10-3-2004 και περί ώρα 22.30', μέσα στο επί της οδού ...., στον ...... Αττικής, διαμέρισμά τους, όπου συγκατοικούσαν, κατείχαν, με την έννοια της δυνατότητας εξουσίασης ανά πάσα στιγμή, όπλα και πυρομαχικά, πρόσφορα για άμυνα και επίθεση και ειδικότερα κατείχαν χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, ένα πιστόλι άγνωστης μάρκας και χωρίς αριθμό σειράς, διαμετρήματος 9 mm, με γεμιστήρα με επτά φυσίγγια καθώς και ένα κουτί με 33 φυσίγγια των 9 mm, ....., β) στο ..... Αττικής και στη συμβολή των οδών ... και ....., την 10-3-2004 και περί ώρα 21.00', όντες Αλβανοί υπήκοοι, κατελήφθησαν να κατέχουν αα) ο πρώτος το υπ' αριθμ. .......... πλαστό βουλγαρικό διαβατήριο, το οποίο έφερε την φωτογραφία του και είχε αναγραφόμενα στοιχεία κατόχου ......, γεν. το 1975,στην Plontin Βουλγαρίας, και ββ) η δεύτερη κατείχε το υπ' αριθμ. ...... πλαστό βουλγαρικό διαβατήριο, το οποίο έφερε τη φωτογραφία της και είχε αναγραφόμενα στοιχεία κατόχου ".......". Τα διαβατήρια αυτά, που ήταν σε γνώση τους ότι ήταν πλαστά, χρησιμοποίησαν οι άνω κατηγορούμενοι, εν γνώσει της πλαστότητας, την 1-3-2004,στην Αθήνα, προκειμένου να καταρτίσουν το με την ίδια ημερομηνία συμφωνητικό μισθώσεως κατοικίας της οδού .......,στον .... και στις 10-3-2004, περί ώρα 21.00', στο .... Αττικής και στη συμβολή των οδών ... και ....., όταν τα επέδειξαν στους αστυνομικούς, κατά τον έλεγχο των στοιχείων ταυτότητος τους, 5) ο πρώτος (Χ2), στο ..... Αττικής, την 10-3-2004 και περί ώρα 21.00, κατελήφθη να έχει εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα, όντας αυτός Αλβανός υπήκοος, ήτοι χωρίς την άδεια των αρμοδίων αρχών και χωρίς να είναι εφοδιασμένος με τα αναγκαία νομιμοποιητικά έγγραφα (διαβατήριο κ.λπ.) και μολονότι είχε διαταχθεί προηγουμένως η ισόβια απέλασή του από την Ελλάδα, με βάση την υπ' αριθμ. 1512|2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με την οποία είχε ανασταλεί η εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινή, που του είχε επιβληθεί, για την ίδια αιτία, 6) η δεύτερη (Χ1), στο .... Αττικής, την 10-3-2004 και περί ώρα 21.00', κατελήφθη να έχει εισέλθει παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι χωρίς έγκυρο διαβατήριο ή άλλο νόμιμο ταξιδιωτικό έγγραφο, μολονότι αυτό ήταν κατά νόμο αναγκαίο, εφόσον είναι αλλοδαπή και ειδικότερα Αλβανή υπήκοος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι (Χ3, και Χ4), χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, στο ...... Αττικής, την 10-2-2004 και περί ώρα 21.30', κατελήφθησαν να κατέχουν από κοινού, καθώς και με τους δύο πρώτους, ως άνω, κατηγορουμένους, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα κατείχαν (με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ήτοι ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να αντιληφθούν την ύπαρξή τους) και με σκοπό την εμπορία 364 γραμμάρια, περίπου, κοκαΐνης και 88 γραμμάρια ηρωίνης. Τις ποσότητες αυτές ναρκωτικών ουσιών τις είχαν επιμελώς κρυμμένες, μέσα σε σωρό τούβλων, δίπλα στην πόρτα της εισόδου του δώματος της επί της οδού ...., στο ....., πολυκατοικίας, όπου διέμεναν, τις είχαν δε συσκευασμένες, την μεν κοκαΐνη σε 18 συσκευασίες, σε στερεή μορφή, την δε ηρωίνη σε δύο αυτοσχέδιες συσκευασίες, σε στερεή μορφή. Οι δύο πρώτοι από τους κατηγορουμένους, δεν αρνούνται, ουσιαστικά την διάπραξη από αυτούς των ως άνω εγκλημάτων, ισχυριζόμενοι ότι τις ως άνω ναρκωτικές ουσίες ανήκαν σε κάποιον ομοεθνή τους, ονόματι Γ1, προς εξυπηρέτηση του οποίου, ανέλαβαν αυτοί την μεταφορά τους στη ...... Όμως κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Οι δύο τελευταίοι, όμως, κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία, ισχυριζόμενοι ότι ουδεμία σχέση έχουν με την αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορούνται, ότι δεν γνώριζαν την ύπαρξη των ως άνω ναρκωτικών ουσιών και ότι ουδεμία σχέση έχουν με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, τους οποίους απλά τους είχαν γνωρίσει μια μέρα τυχαία, σε κάποιο ιατρείο. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν δίδουν εύλογη εξήγηση για το πώς βρέθηκαν οι ως άνω ναρκωτικές ουσίες δίπλα από την πόρτα του δώματος, όπου μόνοι αυτοί διέμεναν καθώς και γιατί στο διαμέρισμά τους βρέθηκε "άλμπουμ" φωτογραφιών, γεμάτο με φωτογραφίες της δεύτερης κατηγορουμένης. Επίσης, στο διαμέρισμα των δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων βρέθηκε λογαριασμός της ΕΥΔΑΠ, που αφορούσε το διαμέρισμα της οδού ......,το οποίο είχαν μισθώσει ο πρώτος και η δεύτερη των κατηγορουμένων. Σχετικά, ο μάρτυς ......, αστυνομικός, καταθέτει (μεταξύ άλλων) "... Περιήλθαν στην υπηρεσία μας πληροφορίες ότι ζευγάρι Αλβανών, που είχαν πρόσφατα εγκατασταθεί σε διαμέρισμα, στην οδό ..., κατείχαν και διακινούσαν κοκαΐνη. Χθες (10-3-2004),από το πρωί επιτηρούσαμε το κτίριο της οδούς ...... Περί το μεσημέρι βγήκε μια γυναίκα, που τα χαρακτηριστικά της ταίριαζαν με την περιγραφή. Ήταν η δεύτερη κατηγορουμένη. Πήγαν στην ..., στο ...... Πριν μπουν, στο σπίτι, που ήταν διώροφο, τους μίλησε ένα άτομο από την ταράτσα. Είχε μούσι, ήταν ο 4ος κατηγορούμενος. Τους ακολουθούσα σε όλη τη διαδρομή. Ακούσαμε ότι ανέβηκαν στην ταράτσα. Εμείς δεν ανεβήκαμε, περιμέναμε έξω. Βγήκε η 2η κατηγορουμένη, πήγε στο ..... Κοίταζε συνέχεια πίσω της. Ξαναγύρισε στο ..... Βγήκαν από το σπίτι της .... και πήγαν στην .... Πήραμε εντολή να τους ελέγξουμε. Κάναμε τον έλεγχο, βρήκαμε ναρκωτικά και δυο διαβατήρια βουλγαρικά. Δεν μας έλεγαν ότι πήγαν στο σπίτι της οδού ...... Εμείς τους πήγαμε στο σπίτι αυτό, ψάξαμε το δώμα και βρήκαμε τον 3ο και 4ο (κατηγορουμένους), βρήκαμε φωτογραφίες και λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ, που ήταν από το σπίτι της ..... Έξω από το δώμα βρήκαμε μια σακούλα με κοκαΐνη, ίδια με αυτή, που βρήκαμε στην κοπέλα...Το ζευγάρι έλεγε ότι δεν γνώριζε τους άλλους δύο, το ίδιο έλεγαν και αυτοί. Ήταν σε βραχάκια η ποσότητα. Η συσκευασία, που βρήκαμε στην κατηγορουμένη ήταν μέρος από την ποσότητα, που βρέθηκε στο δώμα...Δεν υπάρχει περίπτωση να τα έχει βάλει (τα ναρκωτικά) κάποιος άλλος (στο δώμα).Τον 4ο τον είχαμε δει στην ταράτσα...Στο διαμέρισμα της οδού ...., έμεναν δύο Αλβανοί (3ος και 4οςκατηγορούμενοι). Αυτοί οι δυο μας είπαν ότι έβλεπαν για πρώτη φορά το ζευγάρι, πως δεν τους είχαν ξαναδεί ποτέ, όμως μέσα στο δώμα βρήκαμε λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ, για το διαμέρισμα του ζεύγους στην ...... και δύο άλμπουμ με φωτογραφίες, το ένα ήταν γεμάτο με φωτογραφίες της κοπέλας...Παρ' όλα αυτά, αυτοί επέμεναν ότι δεν τους γνωρίζουν...Ο Χ3 και ο Χ4 είχαν αρκετά χρήματα επάνω τους, 1500-2000 ευρώ. Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας, βεβαιώνει ότι η πόρτα της εισόδου στην ταράτσα της οικοδομής, που υπήρχε στο δώμα, ήταν κλειστή με κλειδί "και άνοιγαν από μέσα μόνο αυτοί" (κατηγορούμενοι).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων, ότι δεν είχαν σχέση με τα ως άνω ναρκωτικά και εν αγνοία τους είχαν τοποθετηθεί δίπλα στην πόρτα του δώματος, όπου διέμεναν, και ότι ο καθένας είχε τη δυνατότητα πρόσβασης στον χώρο, που βρέθηκαν τα ναρκωτικά, είναι αβάσιμος. Από όλα αυτά αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφίβολο ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σε αυτούς, κατά τα άνω, αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες, και ιδιαίτερα γι' αυτήν της κατοχής των ως άνω ναρκωτικών ουσιών, υπήρχε πλήρης συνεργασία μεταξύ τους, με την χρησιμοποίηση του δώματος, όπου διέμεναν οι 3ος και 4ος κατηγορούμενοι, ως χώρου (ναρκωτικών) και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα οριζόμενα, χωρίς την αναγνώριση σ' αυτούς ελαφρυντικών περιστάσεων. Ειδικότερα, η βαρύτητα και η κοινωνική απαξία των πράξεων, για τις οποίες οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι, είναι τέτοια, ώστε δεν κρίνεται ότι μπορεί να συντρέχει γι' αυτές, στο πρόσωπό τους, οποιαδήποτε ελαφρυντική περίπτωση και ειδικότερα αυτών του άρθρου 84 παρ.. 2α και ε' του Π.Κ. δοθέντος ότι, όπως και ο μάρτυς αστυνομικός καταθέτει, περιήλθαν στην Αστυνομία πληροφορίες, σχετικά με τους κατηγορουμένους (και ειδικότερα τους δύο πρώτους από αυτούς), ότι προέβαιναν στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, πράγμα που φανερώνει ότι και πριν τη σύλληψη τους προέβαιναν στις ίδιες, ως άνω, παράνομες και ιδιαίτερα αντικοινωνικές πράξεις (τόσο οι δύο πρώτοι όσο και οι λοιποί κατηγορούμενοι), ο πρώτος δε από αυτούς είχε καταδικασθεί και προγενέστερα, για παράνομη είσοδο στη χώρα και είχε απελαθεί, μαζί δε με τη δεύτερη εισήλθε εκ νέου στην Ελλάδα (με σκοπό, προδήλως, τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών), με πλαστά διαβατήρια, κατά τα άνω. Επίσης, δεν κρίνεται ότι πρέπει να αναγνωρισθεί στους κατηγορουμένους το ελαφρυντικό της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, αφού το γεγονός και μόνο ότι, όντες κρατούμενοι, δείχνουν καλή διαγωγή, δεν είναι ικανό να θεμελιώσει τον ισχυρισμό αυτόν των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν έχουν δοκιμασθεί υπό καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης. Αυτά δε όλα, σε συνδυασμό με την βαρύτητα των πράξεων, τις οποίες τέλεσαν, κατά τα άνω. ...Εξάλλου, η δήλωση και μάλιστα του πρώτου ότι μετανιώνει για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, χωρίς να συνοδεύεται από άλλες ενέργειες, συναφείς με αυτή, δεν είναι ικανή να θεμελιώσει τον ισχυρισμό αυτό".
Με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1 κρίθηκαν ένοχοι, Α) 1) για από κοινού κατ' εξακολούθηση αγορά απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών ήτοι, κοκαΐνης και ηρωίνης, αντί αγνώστων χρηματικών ποσών ή άλλου είδους ανταλλαγμάτων κάθε φορά, μέρος δε των ποσοτήτων που αγόρασαν κατά τα άνω, οπωσδήποτε αποτελούν τα 385 γραμμάρια περίπου κοκαΐνης και 88 περίπου γραμμάρια ηρωίνης, που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν. 2) για από κοινού, κατ' εξακολούθηση κατοχή απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών ήτοι, α) κατοχής αγνώστων ποσοτήτων ηρωίνης και κοκαΐνης, τις οποίες αγόρασαν, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα β) από κοινού, κατοχής και με τους συγκατηγορουμένους τους 3ο και 4ο Χ3, Χ4, ποσοτήτων που είχαν επιμελώς κρυμμένες μέσα σε σωρό τούβλων δίπλα στην πόρτα εισόδου του δώματος της επί της οδού .... στο ... - Αττικής πολυκατοικίας, ήτοι 18 αυτοσχέδιες συσκευασίες με κοκαΐνη σε στερεή μορφή, συνολικού μικτού βάρους 364 γραμμαρίων περίπου και 2 αυτοσχέδιες συσκευασίες με ηρωίνη σε στερεή μορφή, συνολικού μικτού βάρους 88 γραμμαρίων περίπου. γ) κατοχής από κοινού, 2 αυτοσχεδίων συσκευασιών με κοκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους 21 γραμμαρίων περίπου, τις οποίες έφερε στην τσάντα της η εκ των κατηγορουμένων Χ1. 3) για από κοινού κατ' εξακολούθηση πώληση απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών και δη αγνώστων ποσοτήτων ηρωίνης και κοκαΐνης, σε άγνωστα πρόσωπα, αντί αγνώστων χρηματικών ποσών ή άλλου είδους ανταλλαγμάτων κάθε φορά, τουλάχιστον όμως αντί του συνολικού ποσού των 3.760 ευρώ. Επίσης οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι Β) για κατοχή όπλων και πυρομαχικών , χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας τους ή διαμονής τους (ένα πιστόλι άγνωστης μάρκας και άνευ αριθμού σειράς, διαμετρήματος 9 mm, με γεμιστήρα με επτά (7) φυσίγγια και ένα κουτί με 33 φυσίγγια των 9mm .....). Γ) για κατοχή και χρήση πλαστών βουλγαρικών διαβατηρίων και Δ) για παράβαση του άρ. 99 παρ.4ΠΚ ο Χ2 και παράνομη είσοδο στη Χώρα η Χ1.

Για τις πράξεις τους δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών και για τις οποίες ασκήθηκαν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 98,99 παρ.4 ΠΚ, άρθ., 5 παρ.1 περ. β και ζ, και παρ.2 του ίδιου άρθρου του ν. 1729/87, όπως το άρθ. 5 αντικαταστάθηκε με τα άρθρο 10 του ν.2161/93), άρ. 1 παρ.1α,δ, 7 παρ.1, 8α ν.2168/93, 50 παρ.1α και 54 παρ.7γ ν.2910/01), οι δύο αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, ο μεν πρώτος (Χ2) σε ποινή κάθειρξης 18 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για τις Α πράξεις (παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών), φυλάκισης 1 έτους και χρηματική ποινή 1000 ευρώ για την Β πράξη, φυλάκισης 1 έτους και χρηματική ποινή 1000 ευρώ για την Γ πράξη και φυλάκισης 2 ετών για την Δ πράξη (παράβαση του άρ. 99 παρ.4 ΠΚ), η δε δεύτερη (Χ1), σε ποινή κάθειρξης 13 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για τις Α πράξεις (παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών), φυλάκισης 1 έτους και χρηματική ποινή 1000 ευρώ για την Β πράξη, φυλάκισης 1 έτους και χρηματική ποινή 1000 ευρώ για την Γ πράξη και φυλάκισης 1 έτους και χρηματική ποινή 1000 ευρώ για την Δ πράξη. Καθόρισε δε συνολική ποινή κάθειρξης 19 ετών και δύο ετών, αθροιστικά εκτιόμενη (για την παράβαση του άρ. 99 παρ.4ΠΚ), και συνολική χρηματική ποινή 11.000 ευρώ για τον αναιρεσείοντα Χ2 και συνολική ποινή κάθειρξης 13 ετών και έξι μηνών και συνολική χρηματική ποινή 11.500 ευρώ για την αναιρεσείουσα Χ1.
V. Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων της παράβασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εφόσον ως αγορά και πώληση ναρκωτικής ουσίας θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος, για την αιτιολόγηση της τελέσεως του εγκλήματος αυτού, δεν απαιτείται να προσδιορίζεται και το ύψος του τιμήματος, αλλ' αρκεί ότι υπάρχει συμφωνία περί του τελευταίου. Ούτε είναι αναγκαίο να αναφέρεται η ταυτότητα του πωλητή, η δε παραδοχή της αποφάσεως "από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος", λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για την στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Επίσης, ως προς την από κοινού κατοχή ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητη για την αιτιολόγηση της αποφάσεως, η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς, ούτε απαιτείται, για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών ουσιών, ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, ούτε απαιτείται η αναφορά του συγκεκριμένου χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, αφού δεν τίθεται θέμα παραγραφής αυτών. Επίσης δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου, δεδομένου ότι αυτός εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των συγκεκριμένων εγκλήμάτων και επομένως εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ,δεν ήταν αναγκαία η έκθεση των επιπλέον περιστατικών, που αναφέρουν οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα ο εκ τούτων Χ2, για την στοιχειοθέτηση των κατά συναυτουργίας τελεσθεισών πράξεων κατοχής αγοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, όπως αυτά που αφορούν την κυριότητα, νομή ή κατοχή των αναφερομένων στην απόφαση σημείων, όπου βρέθηκαν τα ναρκωτικά, το ποιός είχε την κατοχή του δώματος της επί της οδού .... στο .... Αττικής πολυκατοικίας, όπου βρέθηκαν ναρκωτικά, το ότι αυτός είχε σχέση με τους χώρους αυτούς, ή να αναφέρονται πράξεις εξουσίασης και διαθέσης των ναρκωτικών αυτών. Η σχέση των αναιρεσειόντων με τους πιο πάνω χώρους πλήρως αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ ουδεμία αντίφαση ενέχει η παραδοχή, ότι οι τρίτος και τέταρτος εκ των κατηγορουμένων (Χ3 και Χ4) διέμειναν στην πολυκατοικία που βρέθηκαν τα ναρκωτικά. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του ίδιου αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά και συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων θεμελίωσε η προσβαλλόμενη απόφαση την κρίση της ότι το ευρεθέν ποσό των 3.760 ευρώ, ήταν προϊόν συγκεκριμένης πώλησης ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης και κοκαΐνης), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας της αποφάσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του, την κρίση του για την διάπραξη από τους αναιρεσείοντες των πιο πάνω εγκλημάτων, μεταξύ αυτών και της πώλησης των ναρκωτικών, στήριξε στα αποδεικτικά μέσα, τα οποία στην αρχή του σκεπτικού του αναφέρει και όχι μόνο στο ότι βρέθηκε στην κατοχή τους το ποσό των 3.760 ευρώ, ποσό, που, όπως δέχεται η απόφαση, δεν μπόρεσαν οι αναιρεσείοντες να δικαιολογήσουν την πηγή προέλευσής του. Ενόψει δε του ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι τα πιο πάνω εγκλήματα τελέστηκαν κατά συναυτουργία, είναι αδιάφορη η αναφορά του ποσού που βρέθηκε στην κατοχή του καθενός από τους αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, σχετικός λόγος των υπό κρίση αιτήσεων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI. Περαιτέρω, είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ2, κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας στο σύνολό της και για όλα τα αδικήματα, για τα οποία έκρινε ένοχο και τον καταδίκασε (αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών, παράνομη κατοχή όπλου, κατοχή πλαστού διαβατηρίου και παράνομη είσοδο στη χώρα), διότι έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο που δεν υπήρχε. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει, ότι, στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, για τον σχηματισμό της περί ενοχής του κρίσης, "έλαβε υπόψη και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα (χωρίς να προσδιορίζει μάλιστα την ταυτότητά του) που εξετάστηκε στο ακροατήριο". Από τα πρακτικά, όμως, όπως υποστηρίζει o εν λόγω αναιρεσείων, προκύπτει ότι στο ακροατήριο δεν παρευρέθηκε, ούτε εξετάσθηκε ενόρκως μάρτυρας κατηγορίας, ούτε, άλλωστε, αναφέρονται τα στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, του οποίου την ένορκη κατάθεση έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης (βλ. σελ.7), εξετάστηκε πράγματι μάρτυρας, (ο Γ1) και , επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο", ο δε, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ και Ε (αλλά και περ. Α, όπως εκτιμάται) ΚΠΔ, 2ος λόγος της από 29/8/2007 αιτήσεως αναιρέσεως, του αναιρεσείοντος Χ2, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. V
ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ. α), το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ. δ) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης, στην τρίτη περίπτωση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, οι οποίοι καταδικάστηκαν για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, δια των πληρεξουσίων τους δικηγόρων ζήτησαν, κατά τις αγορεύσεις τους, ο μεν πρώτος (Χ2), "την απαλλαγή του κατηγορουμένου για αγορά και πώληση με ελαφρυντικά 84 παρ.2 δ και ε", η δε δεύτερη (Χ1) , "την απαλλαγή της κατηγορουμένης για αγορά και πώληση με ελαφρυντικά 84 παρ.2 α,δ και ε", χωρίς όμως να επικαλεστούν πραγματικά περαστικά, που να θεμελιώνουν την βασιμότητα των αιτημάτων αυτών. Με αυτό το περιεχόμενο, οι προταθέντες ισχυρισμοί, για τη χορήγηση ελαφρυντικών, ήταν αόριστοι. Το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, λόγω της αοριστίας τους, απάντησε, με την πιο πάνω αιτιολογημένη απόφασή του, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας αυτούς κατ' ουσία. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, των συνεκδικαζομένων, αιτήσεων των Χ2 και Χ1 για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. VIII. Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη όλων των λόγων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως των Χ2 και Χ1, πρέπει αυτές να απορριφθούν και, μετά την απόρριψη, ως ανυποστήρικτων και των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων του Χ3 και του Χ4, πρέπει να καταδικασθούν όλοι οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει 1) τις 104/ 29-8-2007 και 105 / 5-9-2007 αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεως του Χ2 και ήδη κρατούμενου των Δικαστικών Φυλακών Λάρισας, 2) την από 13-9-2007 (με αριθ. πρωτ. 8149/14-9-2007) αίτηση (δήλωση) της Χ1 και ήδη κρατούμενης των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού, 3) την 60/4-6-2007 (99/17-7-2007) αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ4 και ήδη κρατούμενου της Κλειστής Φυλακής Πατρών και 4) την 75/ 9-7-2007 (101/23-7-2007), αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ3 και ήδη κρατούμενου της Κλειστής Φυλακής Πατρών, οι οποίες στρέφονται όλες κατά της 1442/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαϊου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ