Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1119 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.




Περίληψη:
Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Ως έγγραφο νοείται και η προανακριτική απολογία του κατηγορουμένου. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1119/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 820/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγ-κατηγορουμένη την Ζ. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.10.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1775/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το άνω Εφετείο δέχθηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει, ανελέγκτως, ότι: "Οι κατηγορούμενες, οι οποίες είχαν μεταναστεύσει από το ... στην Ελλάδα, ενδιαφερόμενες να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2790/2000, ως τέκνα ομογενών από την ΕΣΣΔ, στις 1-8-2001 κατέθεσαν αίτηση στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης μαζί με δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως, στο οποίο αναφερόταν ότι η πρώτη κατηγορουμένη ονομάζεται Χ, γεννήθηκε στις 27-12-1948 στο ... περιοχής ... της Περιφέρειας ... ..., η γέννησή της καταχωρήθηκε στο μητρώο γεννήσεων στις 25-1-1948 με την υπ' αριθμ. ... πράξη και η εθνικότητα του πατέρα της είναι ... και της μητέρας της Ελληνική. Κατά την εξέταση του φακέλου από την αρμοδία επιτροπή του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2790/2000, εκλήθη στις 22-11-2001 η πρώτη κατηγορουμένη για παροχή εξηγήσεων, επειδή εκρίθη ότι το επώνυμο Χ δεν είναι ελληνικό. Η πρώτη κατηγορουμένη κατά τη διάρκεια της εξέτασής της περιέπεσε σε αντιφάσεις, γεγονός το οποίο οδήγησε την επιτροπή στην απόφαση να ερευνήσει τη γνησιότητα του εν λόγω πιστοποιητικού. Κατόπιν σχετικής αλληλογραφίας, η Ελληνική Πρεσβεία του ... διαβίβασε προς την άνω επιτροπή της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης την υπ' αριθμ. 16/515-2ky/5-8-2002 ρηματική διακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών ... και την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του Ληξιαρχείου της Περιφέρειας ... ... με μετάφραση στην ελληνική, περί μη υπάρξεως ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της Χ (βλ. υπ' αριθμ. 16/515-2ky/5-8-2002 ρηματική διακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών Καζακστάν και ... βεβαίωση του Ληξιαρχείου της Περιφέρειας ... ...). Από το άνω έγγραφο συνάγεται ότι το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως δεν εξεδόθη από την αρμόδια προς έκδοση του ληξιαρχική υπηρεσία του ... και συνεπώς δεν είναι γνήσιο, αλλά καταρτίστηκε από αναρμόδιο πρόσωπο, τα στοιχεία του οποίου δεν διακριβώθηκαν και, συνεπώς, είναι πλαστό. Οι κατηγορούμενες, υποβάλλοντας το άνω πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως στην ως άνω υπηρεσία (Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης), έκαναν χρήση πλαστού εγγράφου και επιχείρησαν να επιτύχουν την έκδοση διοικητικής πράξης, με την οποία να απονέμεται σε αυτές η ελληνική ιθαγένεια, ως ομογενείς από την ΕΣΣΔ, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσαν την ανωτέρω προσπάθεια έκδοσης της οικείας διοικητικής πράξεως, όχι από δική τους βούληση, αλλά επειδή διαπιστώθηκε ότι το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό γεννήσεως ήταν πλαστό, ύστερα από σχετικό υπηρεσιακό έλεγχο. Οι κατηγορούμενες γνώριζαν την πλαστότητα του άνω υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικού γεννήσεως, τη χορήγηση του οποίου ζήτησε η πρώτη κατηγορουμένη από το ληξιαρχείο της περιφέρειας ... προ της μεταναστεύσεώς της στην Ελλάδα, όπως η ίδια στην προανακριτική απολογία της ανέφερε, αφού στο άνω πιστοποιητικό γεννήσεως μεταξύ των άλλων αναφέρεται ως τόπος γέννησής της το χωριό ... της περιοχής ... της Περιφέρειας ..., ..., ενώ ο πραγματικός τόπος γέννησής της είναι το χωριό ... της περιοχής ...., ..., περιστατικό το οποίο αναφέρεται στην υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη γάμου της πρώτης κατηγορουμένης, αλλά και ρητώς επικαλέστηκαν στις προανακριτικές απολογίες τους οι κατηγορούμενες. Η γνώση της πλαστότητας του υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικού γεννήσεως συνάγεται και από το γεγονός ότι το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως της δεύτερης κατηγορουμένης, με στοιχεία Ζ, αναφέρεται ως εθνικότητα της μητέρας της, πρώτης κατηγορουμένης, Μολδαβική. Η δεύτερη κατηγορουμένη, εμμένοντας στον ισχυρισμό της περί της ελληνικής καταγωγής της, προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη γεννήσεως σε μετάφραση, στην οποία αναφέρεται ότι η εθνικότητά της είναι Ελληνική και ότι η γέννησή της καταχωρήθηκε στα βιβλία ληξιαρχικών πράξεων του Ληξιαρχείου της περιοχής ... της Περιφέρειας ... στις 27-11-1999 με αριθμό 15-β. Από το εν λόγω έγγραφο, η ακρίβεια του περιεχομένου του οποίου σημειωτέον αναιρείται από όσα προαναφέρθηκαν, ουδόλως επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός της άνω κατηγορουμένης. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκαν από την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να αναιρούνται από την απολογία της πρώτης κατηγορουμένης ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, οι κατηγορούμενες τέλεσαν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχες αυτών", που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26,27 παρ. 6, 42, 45, 216 παρ. 1-2 και 220 ΠΚ. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των προβλεπομένων από τις άνω διατάξεις εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, για τις οποίες αρκεί η αναφορά γενικώς κατά το είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχτηκαν, στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασάφειες, ελλείψεις, λογικά κενά ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα συγκεκριμένα εκείνα περιστατικά που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και στα πρακτικά αναφέρονται τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες. Εξάλλου δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση επανάληψης του διατακτικού στο σκεπτικό όταν περιέχονται, όπως εν προκειμένω, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τα ανωτέρω εγκλήματα και έτσι δεν ανακύπτει περίπτωση διαφοροποίησης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 365 παρ. 1, 365 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου (ως εγγράφου νοουμένου και της προανακριτικής απολογίας του κατηγορούμενου), που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ), που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα το έγγραφο αναγνώσθηκε, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο, που αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ενοχή της αναιρεσείουσας και σε περικοπή της από 27-04-2004 προανακριτικής της απολογίας ενώπιον του αρχ. (ΠΣ) ... του ΤΑ. ..., από την οποία αναγνώσθηκε ενώπιον του ακροατηρίου το ακόλουθο τμήμα αυτής "στις 12-07-1998 και προ της αφίξεώς μου στην Ελλάδα, πήγα στο ληξιαρχείο της περιφέρειας ... και ζήτησα να μου χορηγήσουν πιστοποιητικό γεννήσεως, δηλώνοντάς τους ότι γεννήθηκα στη ... περιοχή ... στο χωριό ....", ενώ κατά το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ο πραγματικός τόπος γεννήσεώς της είναι το χωριό ...της περιοχής ... .... και έτσι η αναιρεσείουσα γνώριζε την πλαστότητα του ... πιστοποιητικού γεννήσεώς της, το οποίο αναφέρει ως τόπο γεννήσεώς της το χωριό ... περιοχής ... της περιφέρειας ... της περιοχής .... Έτσι λοιπόν, προκύπτει ότι το άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την κρίση περί της ενοχής της αναιρεσείουσας έγγραφο, το οποίο προηγουμένως αναγνώσθηκε, και συνεπώς δεν εχώρησε ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας. Εξάλλου, το Δικαστήριο αυτό έλαβε υπόψη του και τα εξής έγγραφα: 1) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως της Χ (πρόκειται, για το πλαστό πιστοποιητικό), 2) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό γεννήσεως της Ζ, 3) τις από 10 και 13-02-2004 εκθέσεις ένορκης εξέτασης της μάρτυρος ... και 4) την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη γεννήσεως της Χ. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, εν όψει και της ημερομηνίας εκδόσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός, που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, εν όψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για την ταυτότητα τους και επιπλέον του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας των εγγράφων είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στη δίκη αυτή. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του Εφετείο τα έγγραφα αυτά. Μετά από αυτά, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας για λήψη υπόψη της προανακριτικής απολογίας της αναιρεσείουσας και έλλειψης της ταυτότητας των άνω εγγράφων, είναι αβάσιμοι.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση της 820/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή