Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 173 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Κακουργηματική απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση. Καταδικαστική απόφαση και για τις δύο αναιρεσείουσες συγκατηγορούμενες. Λόγοι αναίρεσης: 1. Έλλειψη αιτιολογίας. 2. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. 3. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ως προς την αναστολή της επιβληθείσας σ' αυτές ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών. Απόρριψη όλων των λόγων αυτών ως ουσιαστικά αβασίμων. Ορισμένο ισχυρισμού για συνδρομή ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2 περ. ε΄ ΠΚ. Απόρριψη αυτού από το Δικαστήριο ως αβάσιμου.




Αριθμός 173/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αθανασακόπουλο και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ζηκογιάννη, για αναίρεση της 1597Α, 1801/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ3 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Οκτωβρίου 2008 και 29 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στο από 20 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων της Χ1, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1608/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου οι από 29-9-2008 και 9-10-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τις κατηγορούμενες Χ2 και Χ1 αντίστοιχα και οι επί της δευτέρας των αιτήσεως αυτών, με χρονολογία 23-10-2009 πρόσθετοι λόγοι, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμ. 1597Α, 1801/2008 καταδικαστικής για τις δύο αναιρεσείουσες αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, των οποίων οι λόγοι είναι εν μέρει ταυτόσημοι, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειας τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του προαναφερομένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ακόμη, κατ' άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων, δηλονότι οι πράξεις αυτές του ίδιου προσώπου πρέπει να είναι ομοειδείς, να προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, έστω και αν στρέφονται κατά διαφόρων προσώπων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1597Α, 1801/2008 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, εξέδωσε αυτή, και δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά (όσον αφορά τις δύο αναιρεσείουσες και τον συγκατηγορούμενό τους Χ3. "Κατά το έτος 1995 ο εγκαλών Ψ, ο οποίος ήταν τότε ασφαλιστής και κατοικούσε στο ..., γνωρίστηκε με την τρίτη κατηγορουμένη Χ1, η οποία βρισκόταν στο ... για τις καλοκαιρινές της διακοπές και η οποία με την πάροδο του χρόνου απέσπασε την εμπιστοσύνη του. Στις αρχές του έτους 1996 η τρίτη κατηγορουμένη ανακοίνωσε στον εγκαλούντα ότι κάποιος γνωστός της μεγαλοεπιχειρηματίας ονόματι Χ4 (τέταρτος κατηγορούμενος), ο οποίος ήταν άτομο φερέγγυο, με μεγάλη δραστηριότητα στο χώρο της κατασκευής δημοσίων έργων και ξενοδοχειακών μονάδων και ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας, αντιμετώπιζε πρόσκαιρο οικονομικό πρόβλημα και είχε άμεση ανάγκη δανεισμού, του πρότεινε δε να τον δανειοδοτήσει, με τη διαβεβαίωση ότι η προστασία των συμφερόντων του ήταν δεδομένη, αφού θα αναλάμβανε την υπόθεση ένας από τους καλύτερους δικηγόρους της ..., Χ3 (πρώτος κατηγορούμενος), καθώς και ότι η επιστροφή του δανείου ήταν βέβαιη διότι θα εξασφαλιζόταν με εμπράγματη ασφάλεια επί της ακίνητης περιουσίας του επιχειρηματία αυτού. Μάλιστα για να ενισχύσει τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις της του είπε ότι και η ίδια είχε δανείσει στον τέταρτο κατηγορούμενο το ποσό της αποζημιώσεως που έλαβε λόγω της συνταξιοδοτήσεώς της. Ο εγκαλών δέχθηκε να γίνει μία συνάντηση στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, στην .. και πράγματι στις αρχές Μαρτίου του έτους 1996 έγινε η συνάντηση αυτή, στην οποία παρέστησαν εκτός από τον εγκαλούντα, οι πρώτος και τρίτη κατηγορούμενοι, καθώς και η δεύτερη κατηγορουμένη Χ2, δικηγόρος Πειραιώς, η οποία, όπως δήλωσαν στον εγκαλούντα οι ανωτέρω παριστάμενοι, εκπροσωπούσε τον τέταρτο κατηγορούμενο. Κατά τη συνάντηση αυτή οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι επανέλαβαν στον εγκαλούντα τις προαναφερθείσες διαβεβαιώσεις της τρίτης από αυτούς, επιπλέον δε του ανέλυσαν τους τρόπους εξασφαλίσεώς του στην περίπτωση που θα δανειοδοτούσε τον τέταρτο κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα του επέδειξαν τοπογραφικά διαγράμματα και συμβόλαια ιδιοκτησίας ακινήτων αυτού και τον διαβεβαίωσαν ότι θα εγγραφούν στα ακίνητα αυτά προσημειώσεις υποθήκης, οι οποίες θα υπερκαλύπτουν το ποσό του δανείου. Στη συνέχεια οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι επιβίβασαν τον εγκαλούντα σε πολυτελές αυτοκίνητο και τον μετέφεραν στην περιοχή της ..., όπου του υπέδειξαν μία εδαφική έκταση, του δήλωσαν δε ότι ανήκε στον τέταρτο κατηγορούμενο και ήταν εκείνη στην οποία θα εγγραφόταν οι προσημειώσεις. Από τις πιο πάνω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των τριών πρώτων κατηγορουμένων πείστηκε ο εγκαλών να χορηγήσει δάνειο στον τέταρτο και έτσι στις 15-3-1996 απέστειλε με τραπεζικό έμβασμα στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 850.000 δραχμών και στις 22-3-1996 απέστειλε στον ίδιο κατηγορούμενο με τον ίδιο τρόπο το ποσό των 2.960.000 δραχμών και συνολικά το ποσό των 3.810.000 δραχμών, με την εντολή να καταβληθούν στον τέταρτο κατηγορούμενο μετά την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο του τελευταίου. Στις 2-4-1996 οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι ανακοίνωσαν στον εγκαλούντα ότι εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 9420/1996, με την οποία επιτρεπόταν η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ του εγκαλούντος μέχρι το ποσό των 35.000.000 δραχμών σε ακίνητο του τετάρτου κατηγορουμένου εκτάσεως 24,5 στρεμμάτων που βρισκόταν στη θέση "..." ..., ότι η προσημείωση είχε εγγραφεί στις 2-4-1996 στο βιβλίο υποθηκών του Δήμου Κρωπίας Αττικής στον τόμο ..., στο φύλλο ... και με αριθμό ... και ότι είχαν στην κατοχή τους το σχετικό πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας με τον αριθμό ... Έτσι πείσθηκε ο εγκαλών και δάνεισε στον τέταρτο κατηγορούμενο το ποσό των 10.000.000 δραχμών, εκδίδοντας ισόποση τραπεζική επιταγή της Ιονικής Τράπεζας σε διαταγή του τετάρτου κατηγορουμένου, την οποία παρέδωσε στα χέρια του πρώτου κατηγορουμένου και το ποσό της οποίας, όπως ο εγκαλών πληροφορήθηκε εκ των υστέρων από υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας, εισπράχθηκε από τον ίδιο (τον πρώτο κατηγορούμενο) μετά από οπισθογράφηση του τετάρτου κατηγορουμένου. Την ίδια ημέρα (2-4-1996) η δεύτερη κατηγορουμένη παρέδωσε στον εγκαλούντα για πρόσθετη εξασφάλιση 34 συναλλαγματικές ποσού 500.000 δραχμών εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 17.000.000 δραχμών, εκδόσεως του εγκαλούντος και αποδοχής του τετάρτου κατηγορουμένου, με ημερομηνίες εκδόσεως 3-4-1996 και λήξεως 3-10-1996 εκάστη. Τον Απρίλιο του έτους 1996 οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι ανακοίνωσαν στον εγκαλούντα ότι εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 11465/1996 με την οποία επιτρεπόταν η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ του εγκαλούντος και μέχρι το ποσό των 35.000.000 δραχμών στο ίδιο πιο πάνω ακίνητο του τετάρτου κατηγορουμένου, ότι η προσημείωση είχε εγγραφεί στις 25-4-1996 στο βιβλίο υποθηκών του Δήμου Κρωπίας Αττικής στον τόμο ..., στο φύλλο ... και με αριθμό ... και ότι είχαν στην κατοχή τους το σχετικό πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας με τον αριθμό ... Έτσι πείσθηκε ο εγκαλών και συναίνεσε στον εκ νέου δανεισμό του τετάρτου κατηγορουμένου με το ποσό των 10.300.000 δραχμών, εμβάζοντας στις 17-5-1996 ποσό 300.000 δραχμών στον πρώτο κατηγορούμενο με την εντολή να το καταβάλει στον τέταρτο κατηγορούμενο και εκδίδοντας τραπεζική επιταγή ποσού 10.000.000 δραχμών πληρωτέα στην Ιονική Τράπεζα σε διαταγή του τετάρτου κατηγορουμένου, την οποία παρέδωσε στα χέρια της δεύτερης κατηγορουμένης και το ποσό της οποίας, όπως ο εγκαλών πληροφορήθηκε εκ των υστέρων από υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας, εισπράχθηκε από την ίδια (τη δεύτερη κατηγορουμένη) μετά από οπισθογράφηση του τετάρτου κατηγορουμένου. Στις 25-4-1996 η δεύτερη κατηγορουμένη παρέδωσε στον εγκαλούντα για πρόσθετη εξασφάλιση 35 συναλλαγματικές ποσού 500.000 δραχμών εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 17.500.000 δραχμών, εκδόσεως του εγκαλούντος και αποδοχής του τετάρτου κατηγορουμένου, με ημερομηνίες εκδόσεως 25-4-1996 και λήξεως 23-10-1996 εκάστη. Κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 1996 η τρίτη κατηγορουμένη παρέστησε στον εγκαλούντα ότι αντιμετώπιζε έκτακτο οικονομικό πρόβλημα και ότι είχε ανάγκη να της δανείσει το χρηματικό ποσό των 6.000.000 δραχμών για την εξασφάλιση του οποίου θα του παρέδιδε συναλλαγματικές του τετάρτου κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν πρόσωπο απολύτως φερέγγυο. Με τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις της σε συνδυασμό με όσα του είχε προηγουμένως αναφέρει για τον τέταρτο κατηγορούμενο, τον έπεισε και της κατέβαλε το ποσό των 6.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα ο εγκαλών παρέδωσε τον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό αυτό με την εντολή να το καταβάλει στην τρίτη κατηγορουμένη, εκείνη δε του παρέδωσε ως εξασφάλιση, δια χειρός του πρώτου κατηγορουμένου, 12 συναλλαγματικές ποσού 500.000 δραχμών εκάστη, με ημερομηνία εκδόσεως 3-4-1996 και ημερομηνία λήξεως 3-10-1996 εκάστη. Οι πρώτες 35 συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους και γι' αυτό ο εγκαλών απευθύνθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο και του ζήτησε να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξή τους. Αυτός όμως δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια και έτσι ο εγκαλών απευθύνθηκε σε άλλη δικηγόρο, την εξετασθείσα ως μάρτυρα κατηγορίας ..., μετά από αίτηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 720/1997. Στη συνέχεια με βάση την πιο πάνω διαταγή πληρωμής η ανωτέρω δικηγόρος επιχείρησε να προβεί στην τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη. Τότε όμως διαπιστώθηκε ότι όλες οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις των τριών πρώτων κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα ήταν ψευδείς και η αλήθεια, την οποία αυτοί γνώριζαν διότι επρόκειτο για γεγονότα των οποίων είχαν ιδία αντίληψη, ήταν ότι ουδέποτε είχαν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης υπέρ του εγκαλούντος και σε βάρος του τέταρτου κατηγορουμένου, τα δε προαναφερθέντα έγγραφα τα οποία του είχαν παραδώσει οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι για την απόδειξη της εγγραφής των προσημειώσεων, ήτοι οι αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τους αριθμούς 9420/1996 και 11465/1996 και τα πιστοποιητικά περί εγγραφής των προσημειώσεων με τους αριθμούς ... και ..., ήταν έγγραφα εξ ολοκλήρου πλαστά τα οποία είχαν συντάξει οι ίδιοι. Ειδικότερα από το αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών προέκυψε ότι οι γνήσιες αποφάσεις με τους πιο πάνω αριθμούς αφορούσαν τελείως διαφορετικές υποθέσεις και διαδίκους και συγκεκριμένα η μεν απόφαση με τον αριθμό 9420/1996 εκδόθηκε με διαδίκους τον ... (αιτούντα) και τους ... και ... (καθ' ων η αίτηση) και είχε ως αντικείμενο την ανάκληση της αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου με τον αριθμό 29015/1995, η δε απόφαση με τον αριθμό 11465/1996 εκδόθηκε με διαδίκους την ... (αιτούσα) και τη ... (καθ' ης η αίτηση) και είχε ως αντικείμενο την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της αιτούσας μέχρι του ποσού των 3.900.000 δραχμών σε ακίνητο της καθ' ης. Επί πλέον προέκυψε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος ήταν άτομο αφερέγγυο, το οποίο αντιμετώπιζε σοβαρό και διαρκές οικονομικό πρόβλημα, χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα και ακίνητη περιουσία, η οποία ήταν δεσμευμένη και διεκδικούνταν. Επίσης ο εγκαλών πληροφορήθηκε εκ των υστέρων ότι η τρίτη κατηγορουμένη ήταν πρώην σύζυγος του πρώτου, γεγονός που του είχε αποκρύψει αυτή για να μην αντιληφθεί τη διαπλοκή των συμφερόντων τους. Στις πιο πάνω δε πράξεις σε βάρος του εγκαλούντος, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος (απάτης), προέβησαν αυτοί από κοινού δρώντες και κατόπιν συναποφάσεως, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και ο τέταρτος κατηγορούμενος παράνομο περιουσιακό όφελος. Η κοινή δράση των τριών πρώτων κατηγορουμένων φαίνεται και από το γεγονός ότι και οι τρεις, για να διασφαλίσουν την εξαπάτηση του εγκαλούντος, συμμετείχαν σε τρεις συναντήσεις με αυτόν (η μία από τις οποίες έλαβε χώρα κατά τ' ανωτέρω στο δικηγορικό γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου και οι άλλες δύο στο ξενοδοχείο "..." των ...), κατά τις οποίες επαναλάμβαναν τις προαναφερθείσες ψευδείς διαβεβαιώσεις τους προς αυτόν. Έτσι έβλαψαν την περιουσία του εγκαλούντος κατά τα πιο πάνω χρηματικά ποσά και συνολικά κατά το ποσό των 30.110.000 δραχμών, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο και υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές (ήδη τα 15.000 ευρώ) και το οποίο δεν μπορεί να εισπράξει ούτε αναγκαστικώς από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι είναι αφερέγγυοι, και με αντίστοιχη ωφέλεια των ιδίων και του τετάρτου κατηγορουμένου, οι οποίοι το καρπώθηκαν. Εξάλλου οι κατηγορούμενοι είναι άτομα τα οποία διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση εκ μέρους τους της αξιόποινης πράξεως της απάτης (επανειλημμένη δε είναι και η κατ' εξακολούθηση τέλεση της πράξεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση - Α.Π. 1074/2006, σε συμβούλιο, Π.Χρ. ΝΖ.405, Α.Π. 1174/2005 σε συμβούλιο, Π.Χρ. ΝΣΤ.155), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, διαφαίνεται δε σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών τους. Για όλα τα πιο πάνω σαφής και με λόγο γνώσεως είναι η κατάθεση του εγκαλούντος (πολιτικώς ενάγοντος), η οποία ενισχύεται: α)από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδίως τα πλαστά πιστοποιητικά και τις πλαστές δικαστικές αποφάσεις, των οποίων η πλαστότητα δεν αμφισβητείται από τις παρούσες κατηγορούμενες, εν πάση δε περιπτώσει είναι αυταπόδεικτη από την απλή αντιπαραβολή τους προς τις γνήσιες, αντίγραφα των οποίων, ληφθέντα από τα αρχεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, επίσης ανεγνώσθησαν, β) από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως εκείνη της ..., δικηγόρου ..., η οποία εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής με βάση τις συναλλαγματικές που είχαν παραδώσει στον εγκαλούντα οι κατηγορούμενοι και όταν επιχείρησε να τρέψει τις προσημειώσεις σε υποθήκη διαπίστωσε την πλαστότητα των αποφάσεων και των πιστοποιητικών. Δεν αναιρείται δε η κατάθεση του εγκαλούντος από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι οι μάρτυρες υπερασπίσεως δεν έχουν ιδία αντίληψη των κατατιθεμένων, ενώ από τους κατηγορουμένους ο μεν πρώτος απέφυγε να εμφανιστεί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου, παραστάς δια πληρεξουσίου, και περιορίστηκε στη χορήγηση προς την τρίτη κατηγορουμένη μιας έγγραφης δηλώσεως με την οποία επιχειρεί να ελαφρύνει τη θέση της (από την οποία όμως επιβεβαιώνεται η κατά τ' ανωτέρω διαπλοκή των συμφερόντων τους), οι δε δεύτερη και τρίτη με τις απολογίες τους έδωσαν αντιφατικές, αλληλοσυγκρουόμενες και μη πειστικές εξηγήσεις για τις πιο πάνω πράξεις τους και προσπάθησαν να υποβαθμίσουν η καθεμία τη δική της συμμετοχή στις πράξεις αυτές, επιρρίπτοντας εμμέσως τις ευθύνες στους συγκατηγορουμένους τους. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 386 Π.Κ. όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 11 ν.2408/1996, ορίζονταν τα στοιχεία της κακουργηματικής απάτης ως εξής: "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Μετά την κατά τ' ανωτέρω αντικατάσταση της προαναφερθείσης διατάξεως με το ν.2408/1996 ο οποίος άρχισε να ισχύει από τις 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του νόμου αυτού), ορίστηκε ότι: "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια", αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Στη συνέχεια η πιο πάνω διάταξη αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ.4 ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του νόμου αυτού) και ορίζει ότι: "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ)". Η τελευταία αυτή διάταξη είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση τους (άρθρο 2 Π.Κ). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι πράξεις απάτης που τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση πριν από την ισχύ του ν.2721/1999 και από τις οποίες το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, εφόσον εκδικάζονται μετά την ισχύ του νόμου αυτού, διατηρούν τον κακουργηματικό χαρακτήρα τους, έστω και αν η ζημία ή το όφελος από μία ή περισσότερες των επί μέρους πράξεων υπολείπεται του παραπάνω ορίου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους (βλ. Α.Π. 740/2007 αδημ., Α.Π. 1074/2006, σε συμβούλιο, ο.π.). Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι οι επί μέρους πράξεις απάτης που του αποδίδονται και φέρονται ως τελεσθείσες στις 15-3-1996 και στις 22-3-1996 έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα και έχουν υποκύψει σε παραγραφή, για το λόγο ότι η ζημία και το αντίστοιχο όφελος από αυτές ανέρχεται στα ποσά των 850.000 και 2.960.000 δραχμών αντίστοιχα, δηλαδή υπολείπεται του ορίου των 5.000.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, για τη διατήρηση του κακουργηματικού χαρακτήρα της απάτης η οποία έχει τελεσθεί πριν από την ισχύ του ν.2721/1999 και εκδικάζεται μετά από αυτήν δεν είναι αναγκαίο η ζημία ή το όφελος από καθεμία των επί μέρους πράξεων να υπερβαίνει το όριο των 5.000.000 δραχμών αλλά αρκεί η συνολική ζημία να υπερβαίνει το όριο αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Ο ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορουμένης ότι συντρέχει περίπτωση πραγματικής πλάνης της που αίρει τον καταλογισμό είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως δεν αποδείχτηκαν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλείται αυτή για τη θεμελίωσή του και ειδικότερα ότι "μετά από ενδελεχή έλεγχο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, ιδιοκτησίας και βαρών και μη διεκδικήσεως και όσων πωλήσεων είχαν λάβει χώρα μέχρι τότε (το έτος 1996) επείσθη ότι ο συγκατηγορούμενος Χ4, αποδεδειγμένως φέρεται να είναι ιδιοκτήτης μεγάλης εκτάσεως εις θέση ... και έτσι παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα στο συγκατηγορούμενό της δικηγόρο Χ3, για την προάσπιση των συμφερόντων του μηνυτή". Αντίθετα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, αποδείχτηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη ενήργησε εν γνώσει των περιστατικών που συνιστούσαν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης η οποία της αποδίδεται. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει (κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο όσον αφορά την τρίτη κατηγορουμένη) οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξεως της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία η ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη των 15.000 ευρώ), όπως τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχες τις δύο αναιρεσείουσες για την αποδιδόμενη σ' αυτές αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία και με την παραδοχή ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους μόνο η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου τους επέβαλε σε καθεμία αυτών ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς πέντε (5) ευρώ για καθεμία ημέρα φυλάκισης, μετ' απόρριψη του αιτήματός τους για αναστολή εκτέλεσης της ως άνω ποινής τους. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν οι κατηγορούμενες ένοχες, οι9 αποδείξεις, από τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1, 45, 84 παρ. 2 περ. α', 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, στήριξε την πιο πάνω καταδικαστική για τις αναιρεσείουσες κρίση σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ανώμοτι κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και απολογίες των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων), από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική για τις αναιρεσείουσες κρίση του, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα εκτίθενται στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα ψευδή γεγονότα, τα οποία τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας του παρέστησαν ως αληθινά προς τον παθόντα-πολιτικώς ενάγοντα Ψ τόσο οι δύο αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες Χ1 και Χ2 όσο και ο συγκατηγορούμενός του Χ3, με τα οποία τον έπεισαν να χορηγήσει διαδοχικά σ' αυτούς και στον Χ4 (συγκατηγορούμενό τους ως προς τον οποίο έπαυσε η ποινική δίωξη λόγω θανάτου του) διάφορα χρηματικά ποσά, ως δάνεια, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 30.110.000 δραχμών, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο και κατά το οποίο ζημιώθηκε ο ως άνω παθών, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια των ιδίων και του Χ4, αφού δεν μπορεί να το εισπράξει ούτε αναγκαστικώς, καθόσον είναι όλοι τους αφερέγγυοι. Εξάλλου, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ2 ότι περιγράφονται μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση οι "παραστάσεις" και "διαβεβαιώσεις", στις οποίες προέβη η ίδια, καθώς και οι συγκατηγορούμενοί της Χ3 και Χ1, προς τον παθόντα Ψ, προκειμένου να τον πείσουν να τους χορηγήσει διαδοχικά διάφορα χρηματικά ποσά, ως δάνεια, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 30.110.000 δρχ., αλλά δεν μνημονεύεται στην ίδια απόφαση ότι οι "παραστάσεις" και "διαβεβαιώσεις" αυτές είναι και ψευδείς, καθόσον: α) Αναφέρεται στην αιτιολογία της ως άνω αποφάσεως (βλ. σελ. 52 αυτής) ότι "... Τότε όμως διαπιστώθηκε ότι όλες οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις των τριών πρώτων κατηγορουμένων (Χ3, Χ2 και Χ1) προς τον εγκαλούντα ήταν ψευδείς και η αλήθεια την οποία αυτοί γνώριζαν διότι επρόκειτο για γεγονότα των οποίων είχαν ιδία αντίληψη, ήταν ότι ουδέποτε είχαν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης υπέρ του εγκαλούντος και σε βάρος του τέταρτου κατηγορουμένου (Χ4), τα δε προαναφερθέντα έγγραφα τα οποία του είχαν παραδώσει οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι για την απόδειξη της εγγραφής των προσημειώσεων, ήτοι οι αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμούς 9420/1996 και 11.465/10996 και τα πιστοποιητικά εγγραφής προσημειώσεων με τους αριθμούς ... και ..., ήταν έγγραφα εξ ολοκλήρου πλαστά τα είχαν συντάξει οι ίδιοι. Ειδικότερα από το αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών προέκυψε ότι οι γνήσιες αποφάσεις με τους πιο πάνω αριθμούς αφορούσαν τελείως διαφορετικές υποθέσεις και διαδίκους και συγκεκριμένα η μεν πρώτη απόφαση με τον αριθμό 9420/1996 εκδόθηκε με διαδίκους τον ... (αιτούντα) και τους ... και ... (καθ'ων η αίτηση) και είχε ως αντικείμενο την ανάκληση της αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου με τον αριθμό 29015/1995, η δε απόφαση με τον αριθμό 11465/1996 εκδόθηκε με διαδίκους την ... (αιτούσα) και τη ... (καθ'ης η αίτηση) και είχε ως αντικείμενο την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της αιτούσας μέχρι του ποσού των 3.900.000 δραχμών σε ακίνητο της καθ' ης. Εππλέον προέκυψε ότι ο αποβιώσας ήδη τέταρτος κατηγορούμενος ήταν άτομο αφερέγγυο, το οποίο αντιμετώπιζε σοβαρό και διαρκές οικονομικό πρόβλημα, χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα και ακίνητη περιουσία, η οποία ήταν δεσμευμένη και διεκδικούνταν ...". και β) Αναφέρεται στο διατακτικό της ιδίας αποφάσεως (βλ. σελ. 63 αυτής) ότι "... Πλην, όμως, εκ των υστέρων αποδείχθηκε, τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και οι κατηγορούμενοι από την αρχή τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας τους, καθόσον ο Χ4 ήταν άτομο αφερέγγυο, το οποίο αντιμετώπιζε σοβαρό και διαρκές οικονομικό πρόβλημα, χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα και ακίνητη περιουσία, η οποία ήταν δεσμευμένη και διεκδικούνταν, επί πλέον δε οι δικαστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τα πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, τα οποία επέδειξαν στον εγκαλούντα, ήταν έγγραφα πλαστά που οι ίδιοι είχαν καταρτίσει, με συνέπεια να ζημιωθεί ο εγκαλών κατά το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 30.110.000 δρχ., το οποίο δεν μπορεί να εισπράξει ούτε αναγκαστικώς από τους κατηγορουμένους οι οποίοι είναι αφερέγγυοι και έτσι ωφελήθηκαν παράνομα οι ίδιοι και ο Χ4 με το προαναφερθέν ποσό ...". 2) Αιτιολογείται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια η συμμετοχή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ2 ως συναυτουργού στην τέλεση του αδικήματος της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και ο κοινός δόλος αυτής και των συγκατηγορουμένων της Χ3 και Χ1, αφού αναφέρεται, εκτός των άλλων, στο σκεπτικό της, ότι: "... Στις πιο πάνω δε πράξεις σε βάρος του εγκαλούντος, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος (απάτης), προέβησαν αυτοί από κοινού δρώντες και κατόπιν συναποφάσεως, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και ο τέταρτος κατηγορούμενος παράνομο περιουσιακό όφελος. Η κοινή δράση των τριών πρώτων κατηγορουμένων φαίνεται και από το γεγονός ότι και οι τρεις, για να διασφαλίσουν την εξαπάτηση του εγκαλούντος, συμμετείχαν σε τρεις συναντήσεις με αυτόν (η μία από τις οποίες έλαβε χώρα κατά τ'ανωτέρω στο δικηγορικό γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου και οι άλλες δύο στο ξενοδοχείο "..." των ..., κατά τις οποίες επαναλάμβαναν τις προαναφερθείσες ψευδείς διαβεβαιώσεις τους προς αυτόν". Επίσης, αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι επί μέρους ενέργειες ενός εκάστου εκ των συναυτουργών, αν και δεν είναι τούτο απαραίτητο. 3) Αιτιολογείται, ακόμη, η συνδρομή στα πρόσωπα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ2, αλλά και των συγκατηγορουμένων της Χ3 και Χ1, των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης, αφού γίνεται δεκτό ότι τελέστηκε η τελευταία με πολλές μερικότερες εξακολουθητικές πράξεις, οι οποίες στοιχειοθετούν τις ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις. 4) Περαιτέρω, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο περί πραγματικής πλάνης αυτοτελής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ2, σύμφωνα με τον οποίο "... μετά ενδελεχή έλεγχο στα βιβλία του Υποθ/κείου Κρωπίας, ιδιοκτησίας και βαρών και μη διεκδικήσεως και όσων πωλήσεων είχαν λάβει χώρα μέχρι τότε (το έτος 1996), επείσθη η ίδια ότι ο συγκατηγορούμενός της Χ4, αποδεδειγμένως φέρεται να είναι ιδιοκτήτης μεγάλης εκτάσεως εις θέση ... και έτσι παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα στον συγκατηγορούμενό της δικηγόρο Χ3, για την προάσπιση συμφερόντων του μηνυτή. Δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο της ούτε αμέλεια, διότι α) κατέβαλε την προσοχή ως ώφειλε και ηδύνατο πας μέτριος, συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος-επαγγελματίας θα κατέβαλε και β) το αδίκημα της απάτης τιμωρείται εκ δόλου και ποτέ εξ αμελείας ...", καθόσον έγινε με την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό ότι από τα προαναφερόμενα στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση του. Αντίθετα ... αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη ενήργησε εν γνώσει των περιστατικών που συνιστούσαν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης η οποία της αποδίδεται. Επίσης ορθά έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η διάταξη του άρθρου 386 § 3 εδ. α' του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, είναι ηπιότερη της προηγουμένης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται και επί πράξεων απάτης τελεσθεισών προ της ισχύος του Ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια (βλ. ΑΠ 5/2008 σε Ολομέλεια ΠΧρ. ΝΗ' σελ. 508).
Επίσης, η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' του ΠΚ, όπως είχε αντικατασταθεί προηγουμένως με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, το οποίο άρχισε να ισχύει από τις 4-6-1996 (ΦΕΚ 104/4-6-1996), περιέχει ευμενέστερες για τις αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες διατάξεις και έχει στην προκειμένη περίπτωση αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας Χ2 ότι η αποδιδόμενη και σ' αυτήν εξακολουθηματική πράξη απάτης έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα και είναι παραγεγραμμένη. Πλέον των ανωτέρω, που αφορούν, πλην του τελευταίου, αμφότερες τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να αναφερθούν και τα ακόλουθα για καθεμία των αιτήσεων αυτών (ξεχωριστών λόγων - κυρίων ή πρόσθετων - και επί μέρους, αιτιάσεις) Α)Για την αίτηση αναίρεσης της Χ1. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο για τη συμμετοχική της δράση στο έγκλημα της απάτης που τέλεσε με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους, αναφέροντας τον τρόπο εξαπάτησης του εγκαλούντος με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις για την οικονομική κατάσταση του ήδη αποβιώσαντος συγκατηγορουμένου της Χ4, όσο και για την κακουργηματική τέλεση της αξιόποινης πράξης λόγω τις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της (της τελευταίας με την παραδοχή της τέλεσής της με πολλές μερικότερες εξακολουθητικές πράξεις). Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις της ως άνω αναιρεσείουσας για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα ανωτέρω ζητήματα (συμμετοχή και επιβαρυντική περίπτωση απάτης) είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ακόμα, με ορθή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. σελ. 54.56 της προσβαλλόμενης απόφασης) η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο ισχυρισμό της ανωτέρω αναιρεσείουσας περί του ότι η απ' αυτήν και τους συγκατηγορούμενους της τελεσθείσα πράξη της απάτης κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 1996 είναι πλημμέλημα και υπέπεσε σε παραγραφή, με την παραδοχή ότι οι πράξεις της αυτές είναι κακουργηματικές, όπως προαναφέρθηκε, λόγω της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης τους και το συνολικό περιουσιακό όφελός της και των συγκατηγορουμένων της υπερέβη το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), καθόσον αυτό ανήλθε συνολικά στο ποσό των 30.110.000 δραχμών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 386 παρ. 3 του ΠΚ, μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 111 αριθμ. 2, 112 και 113 παρ. 2 ΠΚ). Περαιτέρω και όσο αφορά τον υπερασπιστικό ισχυρισμό της ιδίας αναιρεσείουσας περί ελλείψεως δόλου της ως προς την τέλεση απ' αυτήν της αποδοθείσας και σ' αυτήν κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, καθόσον και αυτή χορήγησε χρήματα στον Χ3 για να τα δανείσει με ικανοποιητικό επιτόκιο στον Χ4, τα οποία τελικά απώλεσε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει γι' αυτόν (την απόρριψή του) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής αλλά αρνητικός της σε βάρος της κατηγορίας, για την οποία κατέληξε από την εκτίμηση των αποδείξεων και την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, στην ενοχή της, κατά πλειοψηφία, χωρίς να παραβιασθεί έτσι κάποιο υπερασπιστικό της δικαίωμα και η απόφαση να είναι αναιρετέα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία ως προς το κεφάλαιο αυτό (ενοχή της αναιρεσείουσας Χ1), δεν ασκεί δε - κάποια επιρροή η επαρκής αιτιολογία της γνώμης της μειοψηφίας του Δικαστηρίου της ουσίας, ως αβάσιμα ισχυρίζεται η ως άνω αναιρεσείουσα. Τέλος, όσο αφορά τους πρόσθετους λόγους της αναίρεσης της Χ1 περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ακυρότητας ελλείψει ακροάσεως της και χωρίς προηγούμενα να λάβει το λόγο και να προτείνει η Εισαγγελέας της έδρας (άρθρα 138 παρ. 2 και 3, 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 περ. δ' και 510 παρ. 1 στ' και β' ΚΠΔ), ως προς την αναστολή της επιβληθείσας σ' αυτήν ποινής φυλάκισης των τριών ετών, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 65-67), η Εισαγγελέας πρότεινε ενιαίως τόσο για το ύψος της ποινής που έπρεπε να επιβληθούν στην ως άνω αναιρεσείουσα και ως προς την αναστολή αυτής, ακολούθησαν οι συνήγοροι της που ζήτησαν να επιβληθεί το ελάχιστον της ποινής και τη μετατροπή αυτής (μέσο 65ης σελίδας) και τέλος το Δικαστήριο όρισε την ποινή των τριών (3) ετών που επέβαλε σε καθεμία από τις δύο συγκατηγορούμενες, τις οποίες είχε κηρύξει ένοχες, την οποία ποινή φυλάκισης τους μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ κάθε ημέρα φυλάκισης μετ' απόρριψη του αιτήματος περί αναστολής της εκτέλεσης των ποινών (κατά πλειοψηφία για την ανωτέρω αναιρεσείουσα, ως εκ περισσού καθόσον οι συνήγοροι της είχαν ζητήσει τη μετατροπή της ποινής αυτής).
Β) Για την αίτηση αναιρέσεως της Χ2. Ειδικότερα για τον λόγο περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με προς τα ζητήματα - της αναστολής της εκτέλεσης της επιβληθείσας σ' αυτήν ποινής φυλάκισης τριών (3) ετών και της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης υπέρ του παραστάντος στη δίκη αυτήν ως πολιτικώς ενάγοντος, για τα οποία το δικαστήριο φέρεται, κατά τις σχετικές αιτιάσεις της ως άνω αναιρεσείουσας να εξέδωσε τις αποφάσεις του χωρίς προηγούμενη ακρόαση της Εισαγγελέα της έδρας και των συνηγόρων υπεράσπισής της, αναφέρονται τα ακόλουθα: Με την παράγραφο 1 του άρθρου 369 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ... έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει συγχρόνως να αναπτύξει και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του ... και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο". Εξάλλου, με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 371 του ΚΠΔ ορίζεται ότι "Αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και ενδεχομένως για τα μέτρα ασφαλείας και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το κεφάλαιο των απαιτήσεων του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται και αποφασίζεται από το δικαστήριο μαζί με την ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο. Γι' αυτό, όταν μετά την απόφαση για την ενοχή δίνεται ο λόγος, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο άρθρο 369 ΚΠΔ, στον εισαγγελέα, στον πολιτικώς ενάγοντα και στον συνήγορο του κατηγορουμένου, κάθε ένας από αυτούς οφείλει να εκφράσει τη γνώμη του επί όλων των εκκρεμών κατά τη στιγμή εκείνη θεμάτων, δηλαδή για την ποινή, για τα τυχόν μέτρα ασφαλείας και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Αν, επομένως, ο διευθύνων τη συζήτηση έδωσε το λόγο στον εισαγγελέα και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, αλλ' αυτοί αναφέρθηκαν μόνο στο ζήτημα της επιβλητέας ποινής και της αναστολής της, δίχως να εκφραστούν, όπως όφειλαν, ενιαίως και για τις απαιτήσεις των πολιτικών εναγόντων, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και δεν θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος από τα άρθρα 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3 και 171 παρ. 1δ' σε συνδυασμό με το άρθρο (σχ. ΑΠ 968/2002 ΠΧ ΝΓ/332) 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 1801/2008 αποφάσεως του κατ' έφεση δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, (σελ. 65-68), μετά την κήρυξη της ενοχής τόσο της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας, όσο και των συγκατηγορουμένων της Χ3 και Χ1, για την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα της έδρας να προτείνει επί της ποινής και η τελευταία πρότεινε επί λέξει τα εξής: "... να επιβληθεί στον κατηγορούμενο Χ3 ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, στην κατηγορουμένη Χ2 ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, στην κατηγορουμένη Χ1 ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους. Επίσης πρότεινε να ανασταλεί η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στη δεύτερη και τρίτη κατηγορουμένη (Χ2 και Χ1) για πέντε χρόνια, να επιδικασθεί η αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση στον παθόντα, να επιβληθεί στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του πρώτου κατηγορουμένου για τρία χρόνια, να διαταχθεί η απόδοση των χρηματικών εγγυήσεων και να τους επιβληθούν τα έξοδα της δίκης". Ακολούθως δόθηκε ο λόγος στον πληρεξούσιο της πολιτικής αγωγής, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή του. Τέλος, δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, οι οποίοι ζήτησαν να επιβληθεί στους κατηγορουμένους το ελάχιστο της ποινής, επιπροσθέτως δε οι συνήγοροι της δεύτερης (Χ2) ζήτησαν την αναστολή της ποινής και την εφαρμογή του άρθρου 83 ΠΚ και οι συνήγοροι της τρίτης κατηγορουμένης (Χ1) την μετατροπή της ποινής. Μετά ταύτα και μετά προηγούμενη διάσκεψη του ως άνω Δικαστηρίου, εκδόθηκε η περί των ποινών απόφασή του και κρίθηκαν τα επί μέρους ζητήματα της κατά πλειοψηφία μετατροπής των ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν στις κατηγορούμενες-αναιρεσείουσες Χ2 και Χ1, της αποδόσεως στους καταθέτες τους των χρηματικών εγγυήσεων, των απαιτήσεων του πολιτικώς ενάγοντος και της επιβολής της παρεπόμενης ποινής της στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων στον πρώτο κατηγορούμενο Χ3, χωρίς να είναι απαραίτητο να δοθεί εκ νέου ο λόγος από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου στην Εισαγγελέα της έδρας, στον πολιτικώς ενάγοντα και τους συνηγόρους όλων των καταδικασθέντων κατηγορουμένων και να μην δημιουργείται εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε έλλειψη της ακροάσεως της. Συνακόλουθα είναι απορριπτέοι οι σχετικοί λόγοι της αίτησης αναίρεσης της Χ2 περί απολύτου ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και περί έλλειψης ακροάσεως της. Ακόμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας Χ2 ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον ισχυρισμό της περί της συνδρομής στο πρόσωπό της ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας, καίτοι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ισχυρισμού της αυτού λόγω της αοριστίας του (βλ. γι' αυτό ότι ουδέν περιστατικό προβάλλεται παρά το ότι "συνεχίζει το ΑΜΕΜΠΤΟ της προσωπικότητας της", σελ. 10 σειρές δύο τελευταίες της προσβαλλόμενης απόφασης), διέλαβε εκ περισσού ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του (βλ. σελ. 59 της προσβαλλόμενης απόφασης).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 500 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, της έλλειψης ακροάσεως της Εισαγγελέα της έδρας και των αναιρεσειουσών και των συνηγόρων τους, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της έλλειψης νόμιμης βάσης και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται από τις αναιρεσείουσες απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των προκυψάντων από την ακροαματική διαδικασία πραγματικών περιστατικών. Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι δύο κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 29-9-2008 αίτηση της Χ2, κατοίκου ..., με την από 9-10-2008 αίτηση και τους επ' αυτής από 23-10-2009 πρόσθετους λόγους της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1597Α', 1801/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει καθεμία των ως άνω αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην εκ πεντακοσίων(500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή