Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1992 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Αν με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, όπως και η από εκεί απορρέουσα αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει στην απόφαση να διαλαμβάνεται σχετική αιτιολογία και να περιέχονται οι αποδείξεις, οι οποίες θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των στοιχείων απόρριψης των συγκεκριμένων ισχυρισμών, άλλως θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως. Αναιρείται η απόφαση, διότι η αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνει το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, και το ονοματεπώνυμο του οργάνου, που την ενήργησε, αλλά και διότι δεν αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Δικαστήριο, ενώ δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε και η δοθείσα στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, ούτε η αιτιολογία εκτείνεται στην ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως εκ του ότι η επίδοση έγινε στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός, κατά το χρόνο της, ήταν γνωστής διαμονής, αν και η ακυρότητα αυτή προβλήθηκε από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο με λόγο έφεσης. Παραπέμπει.




Αριθμός 1992/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Καλαμπαλίκη και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 6199/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13.4.2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 629/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι με αριθ. 25 και 26/13 Απριλίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθ. 6199/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Γι' αυτό πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ των προδήλου συναφείας. Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ησκήθη εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 ιδίου Κώδικος, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου η απόφαση με την οποία το ένδικο μέσο της εφέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως, (εάν απηγγέλθη απόντος τούτου), ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητος του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ. ΑΠ 4/1995, 6/1994), εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθη η προθεσμία (τού άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Μεταξύ των λόγων ακυρότητος της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικώς με την έφεση είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής" χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρεκωλύθη στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση απόμέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγον ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως αγνώστου διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 ΚΠΔ εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή ή το Δημόσιο, και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως αγνώστου διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στην διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ' προσώπων προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 6199/2009 απόφαση τού Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (που δίκασε σε δεύτερο βαθμό), απερρίφθησαν ως απαράδεκτοι λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς των, οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 121472/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν ούτοι κατεδικάσθησαν απόντες για παράβαση άρθρου 1 παρ. 1-2 α.ν. 86/1967 (μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών), εις ποινή φυλακίσεως συνολικώς είκοσι (20) μηνών και συνολική χρηματική ποινή επτακοσίων χιλιάδων (700.000) δραχμών έκαστος, μετατραπείσα προς 1.500 δραχμάς ημερησίως. Από τις σχετικές υπ' αριθ. 6530/23.4.2008 και 10969/10.7.2008 εκθέσεις εφέσεως των νυν αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 αντιστοίχως, οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι οι εκκαλούντες (αναιρεσείοντες νυν), προκειμένου να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκηση των εφέσεών των, προέβαλαν με αυτές, η μεν Χ1 ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της κλήσης να εμφανιστεί στο δικαστήριο που την καταδίκασε, ούτε της κοινοποιήθηκε ποτέ η ως άνω απόφαση, της οποίας έλαβε γνώση για πρώτη φορά στις 18.4.2008 από την Αστυνομία που την συνέλαβε, αν και ήταν γνωστής διαμονής τόσο κατά τον χρόνο φερομένης επιδόσεως της κλήσης, όσο και το 2000, που φέρεται να επιδόθηκε η απόφαση, όσο και διαρκώς από τότε μέχρι και σήμερα και μάλιστα επί της οδού ..., ο δε Χ2 ότι μόλις στις 4.7.2008 έλαβε γνώση τηλεφωνικώς από το Αστυνομικό Τμήμα της απόφασης αυτής, ουδέποτε είχε πληροφορηθεί αυτήν, ούτε του κοινοποιήθηκε αυτή ποτέ, ήταν δε γνωστής διαμονής κατά την φερόμενη ημερομηνία επίδοσης της απόφασης στις 27.12.2000 διαρκώς και μέχρι σήμερα, επί της οδού .... Ήτοι προέβαλαν ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και όχι ανωτέρα βία. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών των αυτών, ζήτησαν και κατέθεσεν ως μάρτυς στο ακροατήριο η Υ1. Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εκδοθείσα παρούσης της Χ1, και παρόντος δια πληρεξουσίου του Χ2, αναφέρονται στα μεν πρακτικά: "Στη συνέχεια, με πρόταση του Εισαγγελέα και εντολή του Προέδρου, αναγνώσθηκαν: 1) Οι υπ' αριθ. 6530/23.4.08 και 10969/10.7.08 εκθέσεις εφέσεως κατά της 121472/13.12.99 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 2) Τα από 27.12.2000 αποδεικτικά επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως προς τους κατηγορουμένους από τον Αρχ/κα Μ1 Α.Τ. Αγ. Δημητρίου", προς δε (ανεγνώσθη) και η κατάθεση της άνω μάρτυρος, στο σκεπτικό δε αυτής ως αιτιολογία σχετικώς τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, η υπ αριθμ. 121472/99 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκδόθηκε την 13-12-1999 με απόντες τους εκκαλούντες κατηγορούμενους, κληθέντες εγκύρως, ως γνωστής κατοικίας, στην διεύθυνση που είχε μεταφέρει την έδρα η εταιρία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΚ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ", ήτοι στην περιοχή Αγ. Δημητρίου Αττικής, στην οδό Βεργίνας αριθμ. 99, όπως άλλωστε δέχεται και η πρώτη εκκαλούσα, διεύθυνση στην οποία επιδόθηκαν και τα σχετικά κλητήρια θεσπίσματα για την εμφάνισή τους στο αρμόδιο Μονομελές Πλημμελειοδικείο για τις επίδικες εισφορές στο ΙΚΑ, τα οποία παρέλαβε δε ο ίδιος ο δεύτερος εκκαλών Χ2. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε έγκυρα στους εκκαλούντες κατηγορουμένους, στις 27-12-2000, ως αγνώστου διαμονής, καθόσον αναζητήθηκαν στην διεύθυνση που είχαν επιδοθεί τα κλητήρια θεσπίσματα (Αγ. Δημήτριος, οδός Βεργίνας αριθμ. 99), που ήταν η έδρα της ως άνω εταιρίας, αλλά είχαν μετοικήσει οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη διεύθυνση, όπως βεβαιώνεται, από τον εκτελούντα την επίδοση των εκκαλουμένων αποφάσεων και κατά συνέπεια, έπρεπε να ασκήσουν το ένδικο μέσο της εφέσεως, μέσα στο χρονικό διάστημα των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Τις κρινόμενες όμως εφέσεις, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ' αριθμ. 6530/2008 και 10969/2008 σχετικές εκθέσεις, άσκησαν οι κατηγορούμενοι στις 23-4-2008 και 10-7-2008 αντίστοιχα. Έτσι όμως η άσκησή τους έγινε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης και για τον λόγο αυτό είναι εκπρόθεσμες. Οι εκκαλούντες επικαλούνται, ως ανωτέρα βία, για το εκπρόθεσμο αυτών (εφέσεων), ότι δεν έλαβαν γνώση της εκκαλουμένης απόφασης, διότι η ως άνω εταιρία έκλεισε, και αυτοί ήταν γνωστής κατοικίας. Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων, που προβάλλεται με τις εφέσεις τους, όπως και το ότι γνώση της εκκαλουμένης απόφασης έλαβαν το πρώτον, η μεν πρώτη εκκαλούσα στις 18-4-2008, όταν συνελήφθη, ο δε δεύτερος στις 4-7-2008, που ενημερώθηκε από το Αστυνομικό Τμήμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο γιατί τα ως άνω προβαλλόμενα από τους εκκαλούντες δεν συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που συντρέχει όταν η ενέργεια του υπόχρεου εμποδίζεται από τυχαία γεγονότα, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν απρόβλεπτα και δεν μπορούσαν ν' αποφευχθούν ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνεπείας. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, οι εκκαλούντες γνώριζαν ότι είχε ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για οφειλόμενες εργατικές και εργοδοτικές εισφορές στο ΙΚΑ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, τα σχετικά κλητήρια θεσπίσματα για την εμφάνισή τους στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τα είχε παραλάβει ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος και ως σύνοικος της πρώτης κατηγορουμένης και όφειλαν να μεριμνήσουν να πληροφορηθούν για την έκβαση της δίκης αυτής, αλλά όφειλαν και μπορούσαν, όταν η εν λόγω εταιρία έκλεισε, όπως ισχυρίζονται, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, να δηλώσουν την μεταβολή της κατοικίας τους, γεγονός στο οποίο δεν προέβησαν. Κατ' ακολουθία τον ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει, πως δεν υπήρχαν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο της άσκησης των εν λόγω εφέσεων και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτών και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ". Η αιτιολογία όμως δεν είναι αυτή η οποία απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα διότι α) δεν αναφέρει τα αποδεικτικά από τα οποία προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και το ονοματεπώνυμο του οργάνου, το οποίο την διενήργησε, χωρίς να αρκεί το "όπως βεβαιώνεται από τον εκτελούντα την επίδοση των εκκαλουμένων αποφάσεων" ως και το ότι αναφέρεται στα πρακτικά ότι ανεγνώσθησαν, τα από 27.12.2000 αποδεικτικά επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως προς τους κατηγορουμένους από τον Αρχιφύλακα Μ1 Α.Τ. Αγίου Δημητρίου, αφού αυτό δεν αποτελεί και παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, β) δεν αναφέρει, έστω και κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπόψη του το δικαστήριο και στήριξε την κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμου, γ) δεν γίνεται μνεία, ούτε προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη και συνεξετιμήθη από αυτό και η δοθείσα στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση της μάρτυρος (υπερασπίσεως) Υ1, δ) (η αιτιολογία) δεν εκτείνεται στην ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ενόψει της προβληθείσης με την έφεση από τους εκκαλούντας - κατηγορουμένους - αναιρεσείοντας νυν, αμφισβητήσεως της διευθύνσεως της κατοικίας των, στην οποίαν ανεζητήθησαν ως τελευταία γνωστή διαμονή ως και της ιδιότητός των ως αγνώστου διαμονής. Περαιτέρω, δεν αποτελεί αιτιολογία η αναφορά του άρθρου 273 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠΔ, κατά το οποίο ώφειλαν οι εκκαλούντες να δηλώσουν μεταβολή της κατοικίας των και επομένως δεν υπάρχει ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα για την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, εσφαλμένως δε ηρμηνεύθη και εφηρμόσθη το άρθρο αυτό από την προσβαλλομένη απόφαση, διότι το μεν ουδείς γίνεται λόγος εις αυτήν ότι (οι αναιρεσείοντες) είχαν εξετασθεί κατά την προανάκριση, ώστε, εφόσον άλλαξαν μετά κατοικία, να δηλώσουν την μεταβολή στην αρμοδία εισαγγελική αρχή, το δε (διότι) με το ένδικο μέσο της εφέσεως προβάλλεται, ως προανεφέρθη, ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και ουχί λόγος ανωτέρας βίας, οίαν δεν αποτελεί το εις τις εφέσεις αναφερόμενο ότι ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε η απόφαση και δεν έλαβαν γνώση αυτής. Κατ' ακολουθίαν αυτών, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως είναι βάσιμοι και, δεκτών γενομένων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το ίδιο δικαστήριο θα εξετάσει και την παραγραφή της υποθέσεως, εφόσον κρίνει παραδεκτή την έφεση.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6199/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή