Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 256 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 256/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, περί αναιρέσεως της 5929/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 899/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ. ΑΠ 1/2005). Μόνη η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως, για την οποίαν κατεδικάσθη ο αναιρεσείων. Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 § 1 Π.Κ. για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ'αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο, δηλαδή, δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Εξ άλλου από την διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 5929/2007 απόφασή του, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής περιστατικά: Ο κατηγορούμενος "στην ... στις 12-2-2003 οδηγούσε το υπ'αριθμ. ... ΕΙΧ αυτοκίνητο ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος συνεπεία καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών με ποσοστό περιεκτικότητας αλκοόλης στο αίμα του 0,85 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα, ενώ αυτό απαγορεύεται". Μετά ταύτα τον εκήρυξε ένοχο της παραβάσεως του άρθρου 42 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.). Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος ως άνω, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1α, 27 και 42 Ν. 2696/1999, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά της αντικειμενικής υποστάσεως της παραβάσεως του άρθρου 42 Ν. 2696/1999 από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, χωρίς η επανάληψη του διατακτικού εις την αιτιολογία (σκεπτικό) καθ'εαυτή, να συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφ'όσον το πρώτο είναι λεπτομερές, προς δε και ο δόλος που ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των συγκροτούντων το άνω αδίκημα περιστατικών εφ'όσον μάλιστα τούτο τιμωρείται μόνο από πρόθεση ενώ για την τέλεσή του δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και περί εσφαλμένης από αυτή ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται εκείνοι, οι οποίοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, της ικανότητος προς καταλογισμόν, την μείωση της ικανότητος αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος και σαφής, δηλαδή κατά περίπτωση να αναφέρονται, κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται από τον νόμο, για την συγκρότηση της νομικής εννοίας του πραγματικού ισχυρισμού και να αναπτυχθεί προφορικά (άρθρ. 141 § 2 και 331 Κ.Π.Δ) ώστε να παρέχεται η δυνατότης αξιολογήσεως και εις περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Εφ'όσον δε δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τοιούτου, σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, ενώ η μη απάντηση (σιωπηρή απόρριψη) συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 § 2 Κ.Π.Δ., η οποία θεμελιώνει λόγον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών και της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων προέβαλε παραδεκτά τον ισχυρισμόν περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 α' Π.Κ. του προτέρου εντίμου βίου επικαλούμενος κατά λέξη ότι "Ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε η πράξη έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, καθώς ολοκλήρωσε επιτυχώς τις σπουδές του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ασχολήθηκε και διακρίθηκε στον αθλητισμό ως δρομέας και τιμήθηκε με βραβεία, επαίνους και μετάλλια και εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος". Επίσης προέβαλε, κατά πιστή μεταφορά, εδώ "δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ταπεινά αίτια συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, όπως αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι από το χρόνο που φέρεται ότι έλαβε χώρα το συμβάν έως και σήμερα δεν κατηγορήθηκε για καμία άλλη πράξη, ούτε τον μέμφθηκε ή τον έψεξε κανείς για οτιδήποτε άλλο, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν ανταποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό ή άλλο μέσο".
Εκ των ως άνω ισχυρισμών οι δύο τελευταίοι, εκ του άρθρου 84 § 2 στοιχ. β' και ε' Π.Κ. είναι αόριστοι και το δικαστήριο δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει και δη αιτιολογημένως.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ακροάσεως κατ' άρθρον 170 § 2 Κ.Π.Δ. από την απόφαση για την μη απάντηση επ'αυτών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όμως η σιωπηρή απόρριψη του πρώτου ισχυρισμού σαφούς και ορισμένου όντος συνιστά έλλειψη ακροάσεως και εντεύθεν ο σχετικός λόγος κατά το σκέλος του αυτό είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτός να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, όσον αφορά την διάταξή της περί ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 5929/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και μόνο κατά την περί ποινής διάταξή της. Και
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή