Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1175 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1175/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μαλεβίτη, περί αναιρέσεως της 2842/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Ιουνίου 2008 και 23 Ιουνίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, αντιστοίχως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1592/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση αιτήσεις α) από 17-6-2008 του κατηγορουμένου Χ1 και β) από 23-6-2008 του κατηγορουμένου Χ2 για αναίρεση της 2842/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υφισταμένης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας.
Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε" προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή, ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση η αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β` του Π.Κ. τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, κατά δε το άρθρο 47 παρ. 1, που έχει τον υπότιτλο "απλός συνεργός", όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό [χωρίς να είναι άμεση], εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του, στην πραγμάτωσή της. Η συνδρομή του απλού συνεργού όπως αναφέρθηκε δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του ίδιου κώδικα οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στο πρόσωπο του οποίου υπάρχουν. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 379 του ΠΚ, (η οποία ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 379 και για την πράξη του άρθρου 386) το αξιόποινο της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως αυτής λόγω εμπράκτου μετανοίας, που συνιστά προσωπικό λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση εκείνου που ζημιώθηκε, πριν να εξετασθεί ο υπαίτιος από την αρχή, αλλά απαιτείται η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση του δράστου, ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και να μην οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούλησή του αίτια, γιατί στην περίπτωση αυτή το αίτιο που οδήγησε στην ικανοποίηση του ζημιωθέντος δεν είναι η μεταμέλεια που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της εμπράκτου μετανοίας. Η απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τη πιο πάνω διάταξη, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2842/2007 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η πρώτη κατηγορούμενη τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής απάτης υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας με την απλή συνδρομή του δεύτερου κατηγορούμενου και την ηθική αυτουργία σε τρεις μερικότερες κατ' εξακολούθηση πράξεις της κακουργηματικής απάτης και την απλή συνδρομή σε άλλες τρεις μερικότερες κατ' εξακολούθηση πράξεις της κακουργηματικής απάτης του τρίτου απ' αυτούς και συνεπώς πρέπει όλοι να κηρυχθούν ένοχοι αυτών όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, αναγνωρισθούν όμως σ' αυτούς εις μεν την πρώτη οι ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς ο δεύτερος με αυτό της ειλικρινούς μεταμέλειας και ο τρίτος ομοίως της ειλικρινούς μεταμέλειας που είχε αναγνωρισθεί σ' αυτόν (τρίτον) και πρωτοδίκως. Ειδικότερα:
Από τις διατάξεις των άρθρων 263 Α στοιχ. β' ΠΚ και 1 παρ. 1 του Ν1608/1950, όπως ισχύει προκύπτει ότι στις διατάξεις του τελευταίου εμπίπτει και η Αγροτική Τράπεζα οι υπάλληλοι της οποίας θεωρούνται ως υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχείο α' ΠΚ (ΑΠ 367/2003 και 466/2002 Ποιν.Λόγ. 2003 σελ. 334 και Ποιν.Δικ. 2002 σελ.966 αντίστοιχα). Προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα (άρθρο 258 στοιχείο γ' ΠΚ) απαιτείται η από τον υπάλληλο παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων τα οποία υπό την ιδιότητα του αυτήν έλαβε ή κατέχει, έστω και εάν δεν ήταν αρμόδιος προς τούτο. Ιδιαίτερα τεχνάσματα αποτελούν ενέργειες ή παραλείψεις του υπαλλήλου με την επίτευξη ή συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης όπως ψευδείς εγγραφές ή παραποιήσεις σε βιβλία ή λογαριασμούς ή αλλοιώσεις αριθμών ή χρήση πλαστών εγγράφων ή με περιεχόμενο εικονικό, καθώς και άλλη ενέργεια ή παράλειψη πρόσφορη να προκαλέσει σύγχυση και να δυσχεράνει τον έλεγχο ή να συγκαλύψει το έγκλημα. Επιπροσθέτως απαιτείται το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ ή το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ. Υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι και υπάλληλος τραπέζης που εδρεύει κατά τον νόμο ή το καταστατικό της στην ημεδαπή (ΑΠ 533/2003 Ποιν.Δικ. 2003 σελ.1013). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ 1 ΠΚ προκύπτει ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποίαν παραπλανήθηκε άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις (βλ. ΑΠ 2538/2003 Π.Λογ. 2003 σελ. 2675). Εξ' άλλου κατά την παράγραφο 3 εδάφιο α' του ίδιου άρθρου 386 όπως αντικατ. με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν2721/1999 η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Σύμφωνα με το άρθρο 13 εδάφιο στ' ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου για διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστου. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής (ΑΠ 487/2007 ΝΟΜ. 435521 ΑΙΓ 2382/2005, ΑΠ 865/2003). Κατ' επάγγελμα δε τέλεση της πράξης υπάρχει και όταν η πράξη τελεί και το πρώτον όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (βλ. ΑΠ 487/2007 εα, ΑΠ 93/2006 Νόμος 392154, ΑΠ 1820/2003 Ποιν.Χρ.Ν.Δ. σελ. 709). Σύμφωνα τέλος με την παράγραφο 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Ν2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπ' όψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου, και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με την υποπαράγραφο 1.1 της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Ν2721/1999 για το άθροισμα του ποσού και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν του Ν2721/1999 αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολο του, είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Κατ' ακολουθίαν, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν (βλ. ΑΠ 323/2007, 93/2006 εα, ΑΠ 487/2007 Νόμος 435521 ΑΠ 85/2006 Νόμος 391802, ΑΠ 64/2006 Νόμος 391494).
Εν προκειμένω από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η πρώτη κατηγορουμένη ....., ούσα προϊσταμένη θυρίδας του Υποκαταστήματος της Αγροτικής τραπέζης της Ελλάδος στην ...., Α) υπεξαίρεσε εκμεταλλευόμενη αυτήν την ιδιότητα χρηματικά ποσά με αναλήψεις από λογαριασμούς πελατών της τράπεζας με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Προς τον σκοπό δε αυτόν μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, η πράξη της δε αυτή στρεφόταν κατά της άνω τραπέζης που εδρεύει στην ημεδαπή και το όφελος που πέτυχε με αυτήν και η αντίστοιχα η ζημία που προκλήθηκε στο εν λόγω νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα, κατά τους στο διατακτικό αναφερόμενους τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, α) αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη της καταθέτριας Ζ είτε απέσπασε την υπογραφή αυτής σε λευκά παραστατικά με διάφορα δικαιολογητικά και την πρόφαση της παροχής διάφορων εκδουλεύσεων προς αυτήν είτε χρησιμοποιώντας ανυπόγραφα εντάλματα, σ' αμφότερες δε τις περιπτώσεις χωρίς τη συναίνεση της δικαιούχου των λογαριασμών Ζ προέβη στις αναλήψεις των στο διατακτικό ποσών από τους λογαριασμούς της άνω δικαιούχου αυτών, τα οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα, ορισμένα δε εκ των ποσών αυτών κατέθεσε σε λογαριασμό του δεύτερου κατηγορουμένου με τον οποίο συνδεόταν συναισθηματικά, ορισμένα άλλα σε λογαριασμό δικό της ή του .... ή σε κοινό λογαριασμό αυτής και της θείας της Ψ, β) με ανυπόγραφα εντάλματα χωρίς συναίνεση των δικαιούχων του κοινού λογαριασμού ...., ..... και ....., προέβη σε αναλήψεις των στο διατακτικό ποσών από τον σ' αυτό (διατακτικό) αναφερόμενο κοινό λογαριασμό αυτών, και άλλα μεν ποσά κατέθεσε στο λογαριασμό του τρίτου κατηγορουμένου Χ2 και άλλα σε κοινό αυτής λογαριασμό με την Ψ παράλληλα κατά του στο διατακτικό χρόνου εκτέλεσε έμβασμα 47.000 μάρκων που είχε αποστείλει ο ..... με την εντολή να κατατεθούν στον στο διατακτικό λογαριασμό αλλ' αυτή κατά παραβίαση της εντολής αυτής όλως αυθαιρέτως και παρανόμως αντί να καταθέσει το ποσό αυτό στον άνω λογαριασμό, ένα μεν μέρος του ποσού αυτού που αναφέρεται στο διατακτικό κατέθεσε στον υπ' αριθμ..... λογαριασμό της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΑΕ για αγορά μετοχών στο όνομα της ..... και το υπόλοιπο κατά το στο διατακτικό ποσό σε ατομικό της (1ης κατηγορουμένης) λογαριασμό ταμιευτηρίου και το υπόλοιπο στο λογαριασμό του .... με σκοπό παράνομη ιδιοποίηση. Τούτ' αυτό έπραξε και στις 2-2-1999 οπότε εκτελούσε έμβασμα 50.000 Γερμανικών μάρκων που είχε αποστείλει ομοίως ο άνω ..... προκειμένου να κατατεθούν στον ίδιο λογαριασμό που προαναφέρθηκε αυτή κατά παράβαση της άνω εντολής όλως παρανόμως και αυθαιρέτως κατέθεσε το ποσό αυτό σε ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου και έτσι ιδιοποιήθηκε παράνομα όλα τα προαναφερθέντα ποσά.
Περαιτέρω, από αυτά τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι προέβη σε αναλήψεις των στο διατακτικό ποσών από τον σ' αυτό (διατακτικό) λογαριασμό της Ξ, με εντάλματα εκ των οποίων το ένα ήταν ανυπόγραφο και τα άλλα, χωρίς εξουσιοδότηση ή συναίνεση της δικαιούχου υπέγραψε η ίδια και ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναληφθέν ποσό. Ομοίως προέβη σε προεξόφληση προθεσμιακής κατάθεσης της άνω Ξ βάσει πλαστής εξουσιοδότησης της άνω δικαιούχου προς αυτήν στην οποίαν εφέρετο ότι δήθεν είχε βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής αυτής από τον συγκατηγορούμενό της δικηγόρο Χ1, και όλο το ποσό αυτής ιδιοποιήθηκε παράνομα. Στη συνέχεια, καίτοι είχε προεξοφληθεί η άνω προθεσμιακή κατάθεση, προς συγκάλυψη της άνω παράνομης δραστηριότητας της συνέχισε να πιστώνει τον άνω λογαριασμό με τόκους και εξέδωσε εικονικό ισόποσο ομόλογο προθεσμιακής κατάθεσης ετήσιας διάρκειας με φερόμενη δήθεν ημερομηνίας έκδοσης την ημερομηνία λήξης της αρχικής προθεσμιακής κατάθεσης, το οποίο και παρέδωσε στην άνω καταθέτρια ώστε αυτή να εξακολουθήσει να πιστεύει ότι τα χρήματα της είναι κατατεθειμένα στην τράπεζα. Στη συνέχεια και κατά την φερόμενη δήθεν λήξη του άνω ομολόγου, εξέδωσε ομοίως άλλο εικονικό ομόλογο, ισόποσο προς τα προηγούμενα, ώστε να φέρεται ότι δήθεν εκδόθηκε σε ανανέωση του προηγούμενου ομοίως εικονικού ομολόγου, το οποίο και παρέδωσε στην άνω καταθέτρια, ώστε αυτή να εξακολουθήσει να πιστεύει ότι δήθεν τα χρήματα της είναι κατατεθειμένα σε έντοκη προθεσμιακή κατάθεση και έτσι να συγκαλύπτεται προς το παρόν η παράνομη δραστηριότητα της. Περαιτέρω, όταν η άνω Ξ εισέπραξε το ποσό τριών εντόκων γραμματίων καθώς και σε μετρητά, το ποσό που αναφέρεται στο διατακτικό προκειμένου η κατηγορούμενη να καταθέσει αυτό σε προθεσμιακό λογαριασμό και να εκδόσει στο όνομα της άνω δικαιούχου το σχετικό ομόλογο, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό τόσο των έντοκων γραμματίων, όσο και των μετρητών και για συγκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας εξέδωσε και παρέδωσε στην καταθέτρια ισόποσο ομόλογο εικονικό ώστε αυτή να πιστεύει ότι τα χρήματα της είναι δήθεν κατατεθειμένα στην άνω τράπεζα. Τούτ' αυτό έπραξε και στις 12-1-1999 όταν η άνω Ξ κατέβαλε σ' αυτόν το στο διατακτικό ποσό, προκειμένου να το καταθέσει σε προθεσμιακό λογαριασμό και να εκδόσει στο όνομα της δικαιούχου το σχετικό ομόλογο, όλως παρανόμως ιδιοποιήθηκε το άνω ποσό και προς συγκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας της εξέδωσε ένα εικονικό ισόποσο ομόλογο το οποίο και παρέδωσε στην άνω καταθέτρια ώστε αυτή να εξακολουθήσει να πιστεύει ότι δήθεν τα χρήματα της εξακολουθούν να είναι κατατεθειμένα στην άνω τράπεζα. Στη συνέχεια όταν κατά την λήξη των άνω εικονικών ομολόγων η καταθέτις της παρέδωσε τα σχετικά παραστατικά για να προβεί σε περαιτέρω ανανέωση αυτών, η κατηγορουμένη τα κατακράτησε και εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη της άνω καταθέτριας την καθησύχαζε λέγοντας της ότι είχε προβεί σε ανανέωση αυτών και θα της προσκομίσει, ενώ αυτή όπως προαναφέρθηκε είχε ιδιοποιηθεί παράνομα τα άνω ποσά, τα οποία είχαν περιέλθει κατά τα άνω στην κατοχή της. Τέλος στις 9-10-97 και ενώ η άνω Ξ της είχε παραδώσει το στο διατακτικό ποσό το οποίο ανέλαβε από λογαριασμούς της προκειμένου να επενδύσει αυτό σε ομόλογα εσωτερικού της ΑΙ.Κ. ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό και ουδέποτε νομίμως η άνω καταθέτρια δεν κατέστη μεριδούχος της Εταιρείας διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων. Εξ' άλλου από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η αυτή ως άνω κατηγορουμένη άλλοτε μεν με εντάλματα που είχε υπογράψει αυθαιρέτως χωρίς την συναίνεση των δικαιούχων η ίδια άλλοτε δε με εντελώς ανυπόγραφα εντάλματα ανέλαβε από κοινό λογαριασμό των συνδικαιούχων τα στο διατακτικό αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τέλος ανέλαβε το ποσό του προσωπικού δανείου που είχε συνάψει η ..... και αντί να της παραδώσει το ποσό αυτό, το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Για να επιτύχει σ' όλες τις άνω περιπτώσεις τον άνω σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης των άνω ποσών, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή της κατά τους τρόπους που προαναφέρθηκαν αλλά και για να συγκαλύψει στη συνέχεια προσωρινά την άνω παράνομη δραστηριότητα της μεταχειρίσθηκε τα εξής ιδιαίτερα τεχνάσματα.
Εκμεταλλευόμενη την θέση της στην άνω τράπεζα, και την εμπιστοσύνη με την οποία την περιέβαλαν, λόγω της άνω ιδιότητα της τόσο οι καταθέτες όσο και οι υπάλληλοι του καταστήματος της ... αλλά και της Διεύθυνσης της τραπέζης, έπειθε τους μεν υπαλλήλους του εν λόγω υποκαταστήματος, να μη τηρούν τη νόμιμη διαδικασία σχετικά με τις αναλήψεις και καταθέσεις χρηματικών ποσών με αποτέλεσμα να πραγματοποιούνται αναλήψεις και καταθέσεις, χωρίς την φυσική παρουσία του καταθέτη, ή νόμιμη εξουσιοδότηση αυτού, με ενυπόγραφα εντάλματα πληρωμής, ή έπειθε τους καταθέτες να υπογράφουν λευκά εντάλματα, ώστε να εξυπηρετούνται αυτοί δήθεν από αυτήν (κατηγορουμένη) στις συναλλαγές τους με την άνω τράπεζα, ή προέβαινε σε ψευδείς υποσχέσεις προς ορισμένους από τους άνω καταθέτες περί την καλύτερη επένδυση των χρημάτων τους, και έτσι τα κατ' αυτόν τον τρόπον περιελθόντα στην κατοχή της ιδιαίτερα μεγάλα χρηματικά ποσά τους ιδιοποιείτο παράνομα. Β) Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά τους στο διατακτικό χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια αλλά και άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία τράπεζας που εδρεύει κατά το καταστατικό της στην ημεδαπή, πείθοντας τους αρμοδίους υπαλλήλους της σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, διαπράττει σε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε όφελος που πέτυχε και αντίστοιχα η ζημία που προκλήθηκε στην άνω τράπεζα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, και εξακολούθησε επί μακρόν χρόνον την τέλεση του εγκλήματος αυτού, το αντικείμενο του οποίου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα κατά τους διατακτικό τόπους και χρόνους παρέστησε ψευδώς στα αρμόδια όργανα της άνω τράπεζας ότι οι α) Ξ, ..., ...., ...., ...., ...., Ψ, ...., ....., ....., ....., ...., ....., ...., ....., ....., ....., ......, ...., .... και ο .... συνήψαν συμβάσεις των στο διατακτικό δανείων, προσωπικών, καταναλωτικών ή στεγαστικών, ενώ, στην πραγματικότητα δανειολήπτρια ήταν η ίδια (πρώτη κατηγορουμένη), σε πολλές δε περιπτώσεις, θέτοντας την υπογραφή της, χωρίς σχετική εξουσιοδότηση, στη θέση του δανειολήπτη, σε άλλες δε περιπτώσεις χωρίς να προσκομισθούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, και χωρίς οι φερόμενοι ως δανειολήπτες να έχουν την απαιτούμενη πιστοληπτική ικανότητα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, πειθόταν να υπογράψει ο φερόμενος ως δανειολήπτης με την εκ μέρους της υπόσχεση ότι θα αναλάβει αυτή (πρώτη κατηγορούμενη) την εξόφληση του δανείου. Αποτέλεσμα των άνω ψευδών παραστάσεων, ήταν να εκταμιευθούν παρανόμως τα στο διατακτικό ποσά, τα οποία καρπώθηκαν αυτοί και οι συγκατηγορούμενοί της με αντίστοιχη ισόποση ζημία της άνω τράπεζας. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι η πρώτη κατηγορουμένη κατά τους στο διατακτικό τόπους και χρόνους παρίστανε ψευδώς στα αρμόδια όργανα της άνω τράπεζας άλλοτε μεν ότι οι συμβάσεις δανείου των στο διατακτικό προσώπων ήταν επαρκώς εξασφαλισμένες άλλοτε ότι η απόδοση των στο διατακτικό στεγαστικών δανείων, έγινε δήθεν κατόπιν σχετικού ελέγχου της προόδου των εργασιών, των οικοδομικών για αποπεράτωση αναπαλαίωση των οικοδομών. Στις πράξεις δε αυτές προέβη, προκειμένου να εκταμιευθούν παράνομα τα στο διατακτικό ποσά, τα οποία εισέπραξαν τόσο αυτή όσο και οι συγκατηγορούμενοί της, ενώ μέρος των άνω δανείων, εξόφλησε αυτή με το προϊόν άλλων δανείων που καταρτίσθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Σε όλες τις άνω πράξεις προέβη με σκοπό να βλάψει παράνομα τα συμφέροντα της Τράπεζας και να αποκομίσει αυτή και άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος, ειδικότερα δε με την μέθοδο των εικονικών δανείων, απέσπασε από την άνω τράπεζα τα πιο πάνω ποσά, για λογαριασμό δικό της και των άνω συγκατηγορούμενών της. Το συνολικό δε όφελος που επεδίωξε και η αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε από τις πιο πάνω πράξεις της σε βάρος της εγκαλούσας τράπεζας, ανέρχεται στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 372.120 ευρώ. Στην τέλεση του εγκλήματος αυτού η κατηγορουμένη προέβη ενεργώντας κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση του και από την διαμορφωθείσα εκ μέρους της υποδομής με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του (εκμετάλλευση της θέσης της ως διευθύντριας του Υποκαταστήματος της άνω τραπέζης, επιλογή θυμάτων σε υπερήλικες κυρίες στερούμενες στενών συγγενών, χρησιμοποίηση των σχετικών εντύπων της τραπέζης, μακρόχρονη χορήγηση παρανόμων δανείων και εκταμίευση υπέρογκων ποσών) προκύπτει σκοπός αυτής για πορισμό εισοδήματος, αλλά και κατά συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεση του άνω εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης προκύπτει σταθερή ροπή αυτής για την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας της. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι κατά τους στο διατακτικό τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος ως κακουργηματικής πλαστογραφίας, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους, τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω τραπέζης σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, και έκανε χρήση των εγγράφων αυτών, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό της και τους συγκατηγορούμενούς της περιουσιακό όφελος και να ζημιώσει την άνω τράπεζα, το δε συνολικό όφελος που πέτυχε και η συνολική ζημία που προκάλεσε υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Ειδικότερα, κατήρτισε τα στο διατακτικό εντάλματα πληρωμής, θέτοντας κατ' απομίμηση, αυθαιρέτως τα χωρίς την συναίνεση τους, την υπογραφή των στο διατακτικό δικαιούχων, των σ' αυτό λογαριασμών Ξ, ..... και ...., των δι' πλαστών ενταλμάτων πληρωμής, έκανε χρήση δια της προσκομίσεως τους, στους αρμοδίους υπαλλήλους του άνω υποκαταστήματος της Α.Τ.Ε., επί τη βάσει των οποίων και εισέπραξε τα στο διατακτικό ποσά, το δε συνολικό περιουσιακό όφελος, το οποίο πέτυχε με βλάβη της Α.Τ.Ε. ανέρχεται στο ποσό των 39.838,59 ευρώ.
Αυτή δε διαπράττει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια πλαστογραφίες, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της άνω πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτής για πορισμό εισοδήματος από αυτήν και σταθερή ροπή αυτής, για την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας της. Όλες οι πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της πρώτης κατηγορουμένης, αποδεικνύονται πλήρως τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, όσο και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αλλά και από την επ' ακροατηρίου απολογία ενώπιον του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της πρώτης κατηγορουμένης, η οποία ομολόγησε όλες τις αξιόποινες πράξεις, ισχυρίσθηκε όμως ότι τις διέπραξε λόγω της επιρροής που ασκούσε επάνω της ο δεύτερος κατηγορούμενος, με τον οποίον διατηρούσε μακροχρόνιο ερωτικό δεσμό. Ιδιαίτερα σημαντικές στην ανακάλυψη της αλήθειας σχετικά με τις άνω τελεσθείσες από την πρώτη κατηγορουμένη αξιόποινες πράξεις, είναι και η με αριθμό πρωτοκόλλου 37/176/1615, έκθεση της Διεύθυνσης Εσωτερικών Ελέγχων της άνω τράπεζας καθώς και η από 29-6-2001 έκθεση των επιθεωρητών της τραπέζης ... και ..... Στις εκθέσεις αυτές εκτίθεται κατά τρόπο λεπτομερή και τεκμηριωμένο. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η πρώτη κατηγορουμένη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, αφού αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' ΠΚ. Ήτοι πλην του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου που είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως και το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς καθόσον κατά το μακρύ χρονικό διάστημα από της τελέσεως των άνω πράξεων μέχρι του εγκλεισμού της στις φυλακές, επέδειξε ιδιαίτερα καλή διαγωγή. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη κατηγορουμένη, ενώπιον του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ομολόγησε πλήρως και αβιάστως την τέλεση όλων των αξιόποινων πράξεων, τονίσασα μόνον ότι προέβη σ' αυτές, διότι υπεκινήθη από τον δεύτερο κατηγορούμενο, με τον οποίον διατηρούσε σοβαρό ερωτικό δεσμό και προς επίλυση οικονομικών προβλημάτων τόσο αυτού, όσο και του τρίτου κατηγορουμένου, με τον οποίον ο δεύτερος διατηρούσε ισχυρότατο συναισθηματικό σύνδεσμο (τον είχε σαν γιο του, όπως κατατέθηκε).
Περαιτέρω, πλήρως αποδείχθηκε κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, καίτοι ο ίδιος το αρνείται, παρέσχε πράγματι απλή συνδρομή στην πρώτη κατηγορουμένη, πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση των άνω αξιοποίνων πράξεων από αυτήν και ειδικότερα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, της απάτης κατ'εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και συνήθεια και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα και συνήθεια σε βάρος της Α.Τ.Ε. Πιο συγκεκριμένα η συμμετοχή του δεύτερου κατηγορουμένου στις πιο πάνω πράξεις συνίσταται: α) στην παροχή ψυχικής συνδρομής στην πρώτη κατηγορουμένη, με την παροχή πληροφοριών, συμβουλών και παραινέσεων, σχετικά με τον τρόπο τέλεσης αυτών β) μεσολάβησε για να προμηθευτεί αυτή εικονικές προσφορές των άνω Εταιρειών, για την έκδοση των προαναφερθέντων καταναλωτικών δανείων γ) τηρούσε στο ίδιο υποκατάστημα της ΑΤΕ .... τον με αριθμό ..... λογαριασμό με σκοπό να διοχετεύονται σ' αυτόν από την πρώτη τα αναληφθέντα κατά τον προαναφερθέντα τρόπου από αυτήν ποσά, από τους λογαριασμούς των Ζ και Ξ, όπως και τα χρήματα που προήρχοντο από τα άνω εικονικά δάνεια.
Πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος διατηρούσε στον άνω λογαριασμό ένα πολύ μικρό ποσό, ελάχιστα δε λεπτά μετά την διοχέτευση σ' αυτόν των άνω ποσών από τους λογαριασμούς των Ζ και Ξ, όπως και των ποσών που προήρχοντο από τα άνω εικονικά δάνεια, ειδοποιηθείς, προφανώς σχετικώς από την πρώτη κατηγορουμένη, προέβαινε στην πλήρη ανάληψη αυτών. Στην τέλεση των άνω εγκλημάτων με τη συμμετοχική δράση που προαναφέρθηκε προέβη ο δεύτερος κατηγορούμενος, δικηγόρος Αθηνών, ενεργώντας κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση τους και από την διαμορφωθείσα εκ μέρους του υποδομή, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς του (άνοιγμα λογαριασμού στο άνω υποκατάστημα, στο οποίο ετύγχανε Προϊσταμένη η πρώτη κατηγορουμένη, μέριμνα για την σύναψη με αυτήν ερωτικού δεσμού, εκμεταλλευόμενη τον ασθενή ψυχισμό της, λόγω διαλύσεως μακροχρόνιου ερωτικού δεσμού, με άλλον άνδρα, λίγο χρόνο πριν από την σύναψη με αυτόν και εκμεταλλευόμενη ομοίως την ανάγκη να διηγηθεί την κατάσταση της σ' αυτόν, πριν από την σύναψη ερωτικού δεσμού με αυτόν, λόγω του ότι τον θεωρούσε φίλο της, διατήρηση μηδενικού ποσού στον άνω λογαριασμό, διοχέτευση των ποσών των άνω δανείων για την αγορά μετοχών από Χρηματιστηριακή άλλη πλην της ΑΤΕ και ειδικότερα προς την Μακεδονίας - Θράκης με την οποίαν αυτός από μακρού χρόνου συνεργαζόταν, ανάληψη των στο λογαριασμό του διοχετευθέντων κατά τα άνω ποσών αμέσως σχεδόν μετά την κατάθεση τους, μεσολάβηση για την σύνοψη των εικονικών δανείων, τα οποία κατά τα άνω χορηγήθηκαν στους ..., ...., ...., ....., ......, ...., ...., Χ2, ...., ....., και .... προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, εξ' αυτών καθώς και σταθερή ροπή, για την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Επομένως ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας αφού επεδίωξε να μειώσει ή και να άρει τις συνέπειες των άνω πράξεων, γεγονός που είχε ως συνέπεια να μην παραστεί η παθούσα Α.Τ.Ε., ως πολιτικώς ενάγουσα σε βάρος του. Πρέπει να σημειωθεί ότι εάν πράγματι ο κατηγορούμενος αυτός δεν είχε συμμετοχή στις άνω αξιόποινες πράξεις προφανώς δεν θα κατέβαλλε στην εγκαλούσα τράπεζα το προαναφερθέν ποσό. Το αίτημα του κατηγορουμένου αυτού για την διενέργεια πραγματογνωμοσύ-νης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμου, αφού από τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας, σχημάτισε το Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση περί των ανωτέρω πράξεων και τυχόν παραδοχή του σχετικού αιτήματος, ουδέν θα ωφελήσει στην ανεύρεση ως ουσιαστικής αλήθειας αλλ' απλώς παρέλκυση της δίκης θα προκαλέσει. Όλοι οι λοιποί ισχυρισμοί του δεύτερου κατηγορουμένου, αποτελούν απλή άρνηση των κατ' αυτού κατηγοριών και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέοι. Τέλος, ως προς τον τρίτον κατηγορούμενο, αποδείχθηκε πλήρως η ενοχή του για ηθική αυτουργία, σε ορισμένες πράξεις και απλή συνδρομή σε άλλες στην αυτουργό πρώτη κατηγορουμένη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ο τρίτος κατηγορούμενος, διαχειριστής της Ε.Π.Ε. "..... ΕΠΕ" η οποία, στην πραγματικότητα, όπως κατετέθη από τους μάρτυρες κατηγορίας, δεν λειτούργησε ποτέ, συνδεόταν προσωπικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο, δεδομένου ότι ο τελευταίος, όταν αυτός ήταν σε μικρή ηλικία, συζούσε με την μητέρα του και σχεδόν τον είχε μεγαλώσει. Μέσω αυτού ο τρίτος κατηγορούμενος γνώρισε την πρώτη εξ' αυτών και με πρόθεση, με προτροπές, παροτρύνσεις και παραινέσεις, καθώς και πειθώ, φορτικότητα, προκάλεσε σε αυτήν την απόφαση για εκτέλεση τριών από τις διαπραχθείσες από αυτήν επί μέρους πράξεις της κακουργηματικής απάτης. Συγκεκριμένα α) στις 4-5-1999 όταν η πρώτη κατηγορουμένη παρέστησε ψευδώς ότι η 83/4-5-1999 σύμβαση δανείου ποσού 5.000.000 που συνήψε ο τρίτος κατηγορούμενος με ενεχυρίαση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, ήταν δήθεν επαρκώς εξασφαλισμένη, ενώ, στην πραγματικότητα, ούτε είχαν δοθεί μετοχές προς ενεχυρίαση, ούτε είχε καταρτισθεί η σύμβαση σύστασης ενεχύρου αλλά και ούτε είχε γίνει αναγγελία στο Κεντρικό αποθετήριο αξιών, με αποτέλεσμα να εκταμιευθούν τα στο διατακτικό ποσά και να καρπωθούν αυτά αυτή (η πρώτη κατηγορουμένη) και άλλοι, μεταξύ των οποίων η άνω ΕΠΕ ...., αλλά και ο ίδιος ατομικά β) στις 13-3-1998 όταν η πρώτη κατηγορουμένη παρέστησε ψευδώς ότι τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου κατασκευής οικίας στον κατηγορούμενο με την με αριθμό 66/1998 σύμβαση δανείου, ποσού 15.000.000 δραχμών ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαν συμπληρωθεί τα στοιχεία, που αφορούσαν το ύψος του δανείου, την διάρκεια, τις δόσεις κ.ά. και είχε δηλωθεί ανακριβής αξία του κτίσματος με αποτέλεσμα να εκταμιευθεί ποσό επιπλέον του κανονικού, και επιπλέον παρέστησε ψευδώς ότι δήθεν όλες οι αποδόσεις του άνω δανείου έγιναν κατόπιν ελέγχου της προόδου των σχετικών εργασιών, ενώ, αυτό δεν αλήθευε, και γ) στις 9-3-1999 όταν η πρώτη κατηγορουμένη παρέστησε ψευδώς ότι δήθεν δανειολήπτρια στην με αριθμό 44/1999 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 18.000.000 δραχμών ήταν η ... ενώ στην πραγματικότητα δανειολήπτης ήταν ο ....., ο οποίος είχε ήδη λάβει στεγαστικό δάνειο από το εν λόγω υποκατάστημα και δεν εδικαιούτο άλλο και ότι δήθεν το δάνειο ήταν επαρκώς εξασφαλισμένο και ότι δήθεν είχε τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την χορήγηση του δανείου αυτού, γεγονότα που δεν αλήθευσαν με αποτέλεσμα εξ' αιτίας των ψευδών παραστάσεων να εκταμιευθεί σταδιακά, χωρίς να υπάρχουν δελτία ως προς την πρόοδο των εργασιών 18.000.000, ο κατηγορούμενος αυτός (τρίτος) και για τις τρεις περιπτώσεις, προκάλεσε με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα εκ προθέσεως στην πρώτη κατηγορουμένη την απόφαση να διαπράξει τις άνω κακουργηματικές απάτες, από τα άνω δε τρία δάνεια, που εκταμιεύθηκαν κατά τον προαναφερθέντα παράνομο τρόπο, τα δύο μεν πρώτα αφορούσαν τον ίδιο ενώ, στο τρίτο, ποσό 5.000.000 δραχμών μεταφέρθηκε χωρίς λόγο στον λογαριασμό της. Τέλος, ο αυτός τρίτος κατηγορούμενος παρέσχε εκ προθέσεως απλή συνδρομή στην πρώτη κατηγορουμένη, κατά την τέλεση από αυτήν της άδικης πράξης της απάτης κατ' επάγγελμα και συνήθεια. Ειδικότερα κατά τους στο διατακτικό χρόνους με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" παρέσχε στην πρώτη κατηγορουμένη, εικονικές προσφορές της Εταιρείας αυτής, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν σαν δικαιολογητικά, για την σύναψη των στο διατακτικό συμβάσεων καταναλωτικών δανείων των .... και .... και δέχθηκε να εισπράξει την επιταγή που εκδόθηκε για την εκταμίευση του προϊόντος του δήθεν καταναλωτικού δανείου του φερόμενου ως δανειολήπτου ....., σε διαταγή της ανωτέρω δήθεν προμηθεύτριας εταιρείας με την επωνυμία ".... ΕΠΕ" προσκομίσας μάλιστα προς τούτο εικονικό τιμολόγιο της εταιρείας αυτής. Την πράξη δε αυτήν τόσον της ηθικής αυτουργίας στις άνω μερικότερες κακουργηματικές πράξεις της απατης κατ'εξακολούθηση, όσο και της απλής συνεργείας ομοίως σε άλλες μερικότερες κατ' εξακολούθηση πράξεις της κακουργηματικής απάτης που τελέσθηκε κατά τα άνω από την πρώτη κατηγορουμένη, τέλεσε κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση τους, και από την διαμορφωθείσα εκ μέρους του υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος από αυτές και κατά συνήθεια, ήτοι σταθερά ροπή αυτού για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητα του. Για τα ως άνω πλήρως αποδειχθέντα κατά τα άνω πραγματικά περιστατικά, σαφείς είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίες από κανένα στοιχείο δεν αναιρούνται, ούτε καν κλονίζονται, ενισχύονται δε από το από 29-6-2001 πορισμάτων Επιθεωρητών της παθούσας Τράπεζας ..... και ...., καθώς και από 37/176/1615/11-4-2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της άνω Τράπεζας σε συνδυασμό με το συνημμένο σ' αυτό από 6-4-2001 υπηρεσιακό σημείωμα αυτών. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει και ο τρίτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια από την οποίαν η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, και της απλής συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποίαν η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν αναλυτικά, αναφέρονται στο διατακτικό. Τέλος το Δικαστήριο δέχεται ότι και ο τρίτος κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, και επεχείρησε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του (εν όψει της καταβολής μέρους του οφειλομένου ποσού στη ζημιωθείσα τράπεζα) και για το λόγο αυτό πρέπει και σ' αυτόν να επιβληθούν ποινές μειωμένες, σύμφωνα με την του άρθρου 84 παρ.2 εδάφιο δ' του ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 83 αυτού". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό και όσα αναφέρονται στο διατακτικό και παραδεκτώς συμπληρώνουν το σκεπτικό, και καταδίκασε τους αναιρεσείοντες και δη το μεν πρώτο Χ1 για τις πράξεις της απλής συνέργειας σε α) υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση, β) απάτη κατ' εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και συνήθεια, γ) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε δεύτερο Χ2 για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια από την οποίαν η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, και της απλής συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποίαν η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ ,διέλαβε στην απόφασή του, την, κατά τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ. εδ α, 47 παρ.1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ.1, 3, 258 περ. γ, 263Α, 386 παρ.1 και 3 εδ. α, Π.Κ.άρθρο 1 παρ.1 ν.1608/50 που εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά... Από το όλο δε περιεχόμενο της απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον πρώτο αναιρεσείοντα αιτιάσεις: 1] Το σκεπτικό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αλληλοσυμπληρώνονται και το πρώτο δεν συνιστά επανάληψη του δευτέρου, αλλά είναι εκτεταμένο και λεπτομερές. 2] με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίπτεται το αίτημα αυτού για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης 3) η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η επιδιωχθείσα και προξενηθείσα εκ μέρους του ζημία σε βάρος της ΑΤΕ είναι μεγαλύτερη από εκείνη που προκάλεσε η αυτουργός χωρίς και να το αιτιολογεί είναι απορριπτέα ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδομένη διότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η προξενηθείσα εκ μέρους του ζημία σε βάρος της ΑΤΕ είναι η ίδια με εκείνη που προκάλεσε η αυτουργός, 4)αρκεί για την αιτιολογία της αποφάσεως η παραδοχή αυτής ότι ο αναιρεσείων παρέσχε απλή συνδρομή στην πρώτη κατηγορουμένη, πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση των άνω αξιοποίνων πράξεων που συνίσταται στην παροχή ψυχικής συνδρομής προς αυτή, με την παροχή πληροφοριών, συμβουλών και παραινέσεων, σχετικά με τον τρόπο τέλεσης αυτών. 5) η αιτίαση ότι το δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της θετικής υπέρβασης εξουσίας με το να τον καταδικάσει για ηθική αυτουργία για τρεις μερικότερες πράξεις της κακουργηματικής απάτης, ενώ με την πρωτόδικη απόφαση δεν είχε καταδικασθεί για ηθική αυτουργία, είναι απορριπτέα ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδομένη καθόσον ο αναιρεσείων δεν έχει καταδικασθεί ως ηθικός αυτουργός αλλά μόνο ως απλούς συνεργός στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, η δε αναγραφή του άρθρου 46 παρ.1α Π.Κ. δεν αφορά αυτόν αλλά τον δεύτερο αναιρεσείοντα 6) Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλε εγγράφως τους κάτωθι κατά πιστή αντιγραφή ισχυρισμούς τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς "ουδεμία σχέση είχα προσωπικώς με τις περιπτώσεις των Ζ και Ξ, οι οποίες υπήρξαν πρόσωπα συνδεόμενα αποκλειστικώς με την πρώτη κατηγορουμένη, γεγονός το οποίο πλήρως επιβεβαιώθηκε με το υπ' αριθμ. 513/2003 απαλλακτικό αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Η φερομένη ως τελεσθείσα εκ μέρους μου αντίστοιχη πράξη απλής συνδρομής καλύπτεται εκ του δεδικασμένου του ως άνω βουλεύματος... . Πάντως είναι πλέον γεγονός, ότι η τράπεζα πλήρως ικανοποίησε τις έναντί μου απαιτήσεις και τις εν γένει αξιώσεις της, όπως και ακροαματικώς καθώς και ανωτέρω επισημάνθηκε και ιδιαιτέρως τονίσθηκε, σε εκτέλεση της καλόπιστης και έντιμης πρωτοβάθμιας σαφούς δήλωσής μου, που υπήρξε συνέχεια των προηγηθεισών προς αυτή δήλώσεών μου, ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεσή μου να ζημιωθεί η τράπεζα και τα συμφέροντά της (όπως και οποιοσδήποτε τρίτος) και για το λόγο αυτό, από προγενέστερο στάδιο, όταν πληροφορήθηκα της πράξεις της υπαλλήλου και διευθύντριας της τράπεζας, τις οποίες πλήρως αγνοούσα, έσπευσα να προβώ σε συγκεκριμένες χρηματικές προς αυτήν καταβολές για την κάλυψη των ποσών των αντιστοίχων δανειακών συμβάσεων, που υπήρξαν πραγματικές και αληθείς, καθώς και για την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση και αποζημίωση της εγκαλούσης τράπεζας, με την κάλυψη και της πλέον ακραίας απαίτησης και εν γένει οικονομικής - χρηματικής αξίωσης αυτής". Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορεί να θεμελιώσουν ούτε την εκ του άρθρου 57 Κ.Ποιν.Δ ένσταση του δεδικασμένου αφού δεν αναφέρεται ποίον αφορούσε και για ποία πράξη το ως άνω απαλλακτικό και ήδη αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ώστε να κριθεί εάν και για ποία πράξη υπάρχει δεδικασμένο ούτε τον εκ του 379 παρ.1 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό της έμπρακτης μετάνοιας, που άγει σε εξάλειψη του αξιοποίνου, διότι δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά που να προκύπτει ότι με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για τις πράξεις του από τις αρχές απέδωσε ολόκληρο το ως άνω ποσό και μεταμελήθηκε για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και ως εκ τούτου δεν προβλήθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Λόγω της αοριστίας των αυτής, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να τους απορρίψει με ειδική αιτιολογία. Επίσης, σε σχέση με την προβαλλόμενη από τον δεύτερο αναιρεσείοντα αιτίαση εκτίθενται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε οι αναιρεσείων - κατηγορούμενος να πείσει την φυσική αυτουργό να διαπράξει την ως άνω κακουργηματική απάτη, και ειδικότερα εκτίθεται σ' αυτή ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα εκ προθέσεως στην πρώτη κατηγορουμένη την απόφαση να διαπράξει την ως άνω κακουργηματική απάτη. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγοι των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 82 παρ. 2 εδ. τελ.του ΠΚ, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Εξάλλου, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο της ουσίας απορρίψει αυτό, πρέπει να αιτιολογήσει την απόρριψη ειδικώς και εμπεριστατωμένως κατά τις διατάξεις των άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, διαφορετικά εάν δεν είναι αιτιολογημένη η απόρριψη του ως άνω αιτήματος ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πρέπει, όμως, το ως άνω αίτημα να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του, ήτοι αυτών εκ των οποίων αρκεί η μετατροπή για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων πράξεων και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που το προβλέπει ή ο χαρακτηρισμός με τον οποίο είναι γνωστό στη νομική ορολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του δευτέρου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου "αφού έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο, μετά την περί ενοχής και ποινής απόφαση του Δικαστηρίου ζήτησε την μετατροπή της συνολικής ποινής των τριών ετών και έξι μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο". Το αίτημα αυτό της μετατροπής της ποινής έτσι που προβλήθηκε, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι η μετατροπή της ποινής αρκεί για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων είναι αόριστο.
Συνεπώς το Δικαστήριο, ως εκ περισσού ασχολήθηκε με το αίτημα αυτό και απέρριψε με την αιτιολογία ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι συντρέχει η προϋπόθεση αυτή και συνεπώς το άνω αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο και ο σχετικός από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2 είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί .Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο τούτο έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Ετσι εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ των εγγράφων που βεβαιώνεται σ' αυτά ότι αναγνώσθηκαν, αναφέρονται με αύξοντα αριθμό 45} Φωτοαντίγραφο δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτων, έτους 1997, και 6ε6αίωσης Προέδρου Κοινότητος ....., με αριθμό 268/23-5-97, που αφορά τις δραστηριότητες της "ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΗΣ ΑΕ".
46) Το υπ' αριθμ. 9080652/97 διπλότυπο είσπραξης, ΔΟΥ Αιγίου, για ΈΩΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ'.
48} Σύσταση ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με τον Νόμο 2190/1920, της 4-2-97, με αριθμό 6.850, συμβολαιογράφου Ελισάβετ Σιδηρόπουλου Βρετακάκου. 49)Τα από (2) εργολαβικά, συμφωνητικά, 3-3-97 και 6-3-97,μεταξύ εταιριών ".... ΕΠΕ" και "ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", και"..... - ΟΙΚΟΔ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" και "ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", αντίστοιχα.
50) Το από 25-7-97 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ ...., και "ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ".
51) Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, που αφορά "ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", της 6-2-98.
52) Καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και έγκρισης καταστατικού Ανώνυμης Εταιρίας, με την επωνυμία "ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", της 24-2-97, Νομαρχίας Αθηνών, Δν/σης ΑΕ και ΕΜΠΟΡΙΟΥ.
53) Βεβαίωση Νομαρχίας Αθηνών, ότι η "ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", υπέβαλε δήλωση έναρξης δραστηριότητος, με ημερομηνία 26-2-97.
54) Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθμό 1213/2005, Τμήματος Ασφαλιστικών Μέτρων.
63) Εντολή πληρωμής της Αγροτικής Τράπεζας, στις .... ΕΠΕ, ποσού 7.692.308 και η αντίστοιχη επιταγή (φωτοτυπία).
64) Εντολή είσπραξης της Αγροτικής Τράπεζας στον Χ2, ποσού 5.005.300 (φωτοτυπία).
65) Το από 9-10-2006 γραμμάτιο είσπραξης 50.000 ευρώ της Αγροτικής Τράπεζας, από Χ1 για λογαριασμό Χ2 (φωτοτυπία), και αίτηση του Χ1 προς ΑΤΕ.
68) Το από 7-3-2005 πρακτικό εγχείρησης της Κεντρικής Κλινικής Αθηνών για τον Χ2 (φωτοτυπία).
70) Πινακίδια εκτελέσεως εντολής της MEGATRUST SECURITIES με εντολέα τον ΓΧ2 κ' αριθμούς θεώρησης 132377, 131911, 131910, 131909, 133461, 134840, 134406, 134404, 134405, 133749, 133750, 096547 κ' 096546.
71)
FΑΧ της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΧ για πελάτη Χ2 με καταστάσεις πινακιδίων της 13-8-99, 18-8-99, 27-8-99, 19-8-99, 2-12-99, 7-12-99, 1-6-99, 3-6-99, 8-6-99, 4-6-99, 29-6-99.
72) Η από 28-3-2003 αίτηση της ".... ΕΠΕ" προς το ΙΚΑ Χαϊδαρίου για έλεγχο και ρύθμιση οφειλών.
73) Το από 30-4-2003 Υπηρεσιακό Σημείωμα, του ΙΚΑ Χαϊδαρίου.
75) Το από 3-10-2003 έγγραφο της Τράπεζας Πειραιώς προς τον Χ2.
76) Ισοζύγια λογιστικής της .... ΕΠΕ", περιόδωνΑπριλίου 98, Ιουνίου 98, Ιουλίου 98.
Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή στα πρακτικά της ταυτότητας των ως άνω εγγράφων δεν νοείται ότι είχε ως συνέπεια τη στέρηση από τον κατηγορούμενο Χ2 του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτά, αφού τα εν λόγω έγγραφα αναγνώσθηκαν. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2 με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτου και αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 17.6.2008 και 23.6.2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2842/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή