Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 54 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως ως εκπρόθεσμης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 54/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 600/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1287/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 448/25.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., την από 3-7-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά της υπ'αριθμ. 600/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και εκθέτω τα εξής:
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 18 του άρθρου 2 του Ν.2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρισή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ. συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 3-7-2008, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε παρόντος αυτού στις 6-12-2007, καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 2-4-2008.
Συνεπώς η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε πέραν της κατά τα ανωτέρω τασσομένης προθεσμίας των είκοσι ημερών και δεν αναφέρονται σ' αυτή γεγονότα που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 § 1, 513 § ια και 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Να σημειωθεί περαιτέρω ότι η κατ' άρθρο 145 Κ.Π.Δ. εκδιδόμενη απόφαση δια της οποίας διατάσσεται, είτε αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου είτε κατόπιν αιτήσεως του Εισαγγελέως ή κάποιου από τους διαδίκους η διόρθωση ή συμπλήρωση αποφάσεως ή πρακτικών αυτής ή διά της οποίας απορρίπτεται τέτοια αίτηση περί διορθώσεως ή συμπληρώσεως αποφάσεως ή πρακτικών, δεν υπόκειται αυτοτελώς στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι το μεν δεν ορίζεται ειδικώς στο νόμο ότι επιτρέπεται τούτο, το δε δεν υπάγεται σε κάποια από τις κατηγορίες αποφάσεων που αναφέρει το άρθρο 504 Κ.Π.Δ., κατά των οποίων επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως, αλλά μόνο μαζί μετά της διορθωθείσης ή συμπληρωθείσης αποφάσεως και υπό την προϋπόθεση ότι η τελευταία υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως (ΑΠ 524/1996 ΝοΒ 45/191, ΑΠ 860/04).
Συνεπώς το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 303/5-6-2008 απόφαση, ουδεμία ασκεί επιρροή στο εκπρόθεσμο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και για τον πρόσθετο λόγο ότι, αν άλλως ήθελε γίνει δεκτόν, η διορθωτική αυτή απόφαση δημοσιεύθηκε στις 5-6-2008, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει στην αίτησή του αναίρεσης, και η τελευταία ασκήθηκε στις 3-7-2008, μετά την πάροδο δηλαδή της τασσόμενης από το άρθρο 473 § 2 Κ.Π.Δ. προθεσμίας.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 3-7-2008 αίτηση αναίρεσης του Βασιλείου Γεωργίου Ζάγκα, κατά της υπ'αριθμ. 600/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 19 Σεπτεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από της εκδόσεώς της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ κατά την παρ.2 του άρθρου 473 η προθεσμία είναι 20 ημερών εάν ασκείται από τον καταδικασθέντα με δήλωση που επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρω βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 600/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καταδικάσθηκε για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και για απείθεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα τριών (13) μηνών. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 6-12-2007, με παρόντα τον αναιρεσείοντα και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 2 Απριλίου 2008, όπως τούτο προκύπτει από υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα επί του σώματος της αποφάσεως. Ωστόσο ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη από 20-4-2008 αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως με δήλωση που επιδόθηκε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 3η Ιουλίου 2008, δηλαδή μετά την πάροδο της 20ήμερης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, χωρίς σ' αυτήν (έκθεση αναιρέσεως) να επικαλείται ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία το δικαστήριο προβαίνει κατά το άρθρο 145 του ΚΠΔ στη διόρθωση ή συμπλήρωση προηγουμένης αποφάσεώς του, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, διότι δεν υπάγεται σε καμία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 504 ΚΠΔ κατηγορίες αποφάσεων κατά των οποίων επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αλλά και ούτε υφίσταται ειδική ρύθμιση για τις κατά το άρθρο 145 εκδιδόμενες αποφάσεις, αλλά συμπροσβάλλεται με την διορθωθείσα ή συμπληρωθείσα απόφαση εάν και εφόσον κατά της τελευταίας επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως.
Συνεπώς ουδεμία ασκεί επιρροή για το εκπρόθεσμο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως το από τον αναιρεσείοντα επικαλούμενο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 303/5-6-2008 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.
Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 20-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 600/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή