Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 372 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 372/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή- Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μαυρολέοντα, περί αναιρέσεως της 4202/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1332/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοι. ΣΤ' του ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προταθεί η παραβίαση του δεδικασμένου, η οποία, κατά το άρθρο 57 του ίδιου Κώδικα, υφίσταται όταν υποβληθεί κάποιος εκ νέου σε δίωξη για την αυτή πράξη, για την οποία αμετάκλητα καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε ή έπαυσε η εναντίον του ασκηθείσα ποινική δίωξη. Τέτοιο δεδικασμένο δεν παράγεται όταν με την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση έγινε δεκτό ότι η μήνυση δεν ήταν εντελώς ψευδή και δεν έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, ώστε εκ τούτου να αποκλείεται η δίωξη του εγκαλούντος για ψευδή καταμήνυση ή συκοφαντική δυσφήμηση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης συκοφαντικής δυσφήμησης, ψευδορκίας μάρτυρα και της κατ'εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, η συνήγορός της η οποία εκπροσώπησε κατ'άρθρο 340 παρ.2 ΚΠΔ, υπέβαλε την ένσταση δεδικασμένου, ισχυριζόμενη ειδικότερα, "ότι δια της υπ'αρ. 11248/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ούσης αμετακλήτου ως αναφέρεται και εις το κλητήριο θέσπισμα, εγένετο δεκτόν ότι η κατηγορουμένη (ήδη αναιρεσείουσα) δεν υπέβαλε τη μήνυση (εναντίον του τότε κατηγορουμένου και μετέπειτα εγκαλούντος Ψ, για την αξιόποινη πράξη της απάτης) δολίως ή έστω από βαρειά αμέλεια". Το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ως άνω ένσταση με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός περί δεδικασμένου είναι αβάσιμος, αφού πρόκειται για ποινικές διώξεις κατά διαφορετικών κατηγορουμένων και είναι διαφορετικές αξιόποινες πράξεις". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής, διότι πράγματι η αθώωση του εγκαλούντος έγινε για την αξιόποινη πράξη της απάτης, η δε αθώωση αυτή δεν παράγει δεδικασμένο για την έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείο στο πρόσωπο της καταμηνύσασας (αναιρεσείουσας) τον αθωωθέντα κατηγορούμενο αναφορικά με το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, αφού ελλείπει η ταυτότητα του προσώπου του διωχθέντος και η ταυτότητα της πράξης και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι συνεπεία της αναιφερθείσας κρίσης της υπ'αρ. 11248/2005 αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ότι, δηλαδή, η ήδη αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε την εναντίον του Ψ μήνυση για απάτη από δόλο ή βαριά αμέλεια, παρήχθη δεδικασμένο, το οποίο απέκλεισε τη δίωξη της αναιρεσείουσας για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, είναι, επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
II. H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ, 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 4202/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, η αναιρεσείουσα, όπως προαναφέρθηκε, κηρύχθηκε ένοχη και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, συκοφαντικής δυσφήμησης, ψευδορκίας μάρτυρα και της κατ'εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και συκοφαντικής δυσφήμησης, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα ακόλουθα περιστατικά: "Μεταξύ του μηνυτή, Ψ, και της 1ης κατηγορουμένης, Χ, συνήφθη το έτος 1991 σύμβαση τοκογλυφικού δανείου (με μηνιαίο επιτόκιο 5%) ποσού 3.500.000 δρχ., το οποίο ο μηνυτής εξυπηρετούσε κανονικά μέχρι το έτος 1999, οπότε ανέκυψαν μεταξύ τους αμφισβητήσεις ως προς το ύψος της υπολειπόμενης οφειλής και τον τρόπο εξόφλησής της. Ενόψει αυτού, στις 30-9-1999 καταρτίστηκε μεταξύ τους έγγραφη συμβιβαστική συμφωνία, με την οποία περιορίστηκε η όλη οφειλή στο ποσό των 2.500.000 δρχ. και παρέσχε ο μηνυτής τη ρητή διαβεβαίωση στην 1η κατηγορουμένη ότι διαθέτει το εν λόγω ποσό, η δε τελευταία δέχτηκε να παραμείνει το σχετικό ποσό στα χέρια του μηνυτή προς διευκόλυνσή του και να της καταβάλλει κάθε μήνα 100.000 δρχ. μέχρι την εξόφληση της οφειλής. Ο μηνυτής, αφού κατέβαλα: τμηματικά στην κατηγορουμένη 450.000 δρχ., στις 20-9-2000 κατέβαλε εφάπαξ και το υπόλοιπο μέρος ύψους 2.050.000 δρχ. προς πλήρη εξόφληση της οφειλής. Παρά ταύτα η 1η κατηγορουμένη υπέβαλε εναντίον του την από 28-5-2001 μήνυση, στην οποία ανέφερε εν γνώσει της ψευδώς ότι ο τελευταίος την εξαπάτησε να προβεί στην παραπάνω συμβιβαστική συμφωνία, παριστάνοντας (δήθεν) ψευδώς προς αυτή ότι είχε στη διάθεσή του το ποσό των 2.500.000 δρχ. και ότι είχε, την πρόθεση να καταβάλλει το ποσό των 100.000 δρχ. κάθε μήνα για την εξόφληση της οφειλής. Ακολούθως ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη σε βάρος του μηνυτή, ο οποίος απαλλάχτηκε αμετάκλητα με την 11248/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 0 αναληθής ισχυρισμός, τον οποίο διέλαβε η 1η κατηγορουμένη στην από 28-5-2001 μήνυσή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών, ότι δηλαδή ο μηνυτής την εξαπάτησε με τον προαναφερόμενο τρόπο, είναι δυσφημηστικός γι'αυτόν και μειωτικός για την τιμή και την υπόληψή του, αφού τον εμφανίζει σαν άτομο μειωμένης ηθικής στάθμης και ικανό να διαπράττει αξιόποινες πράξεις. Τον ίδιο ισχυρισμό επιβεβαίωσε χωρίς όρκο η 1η κατηγορουμένη, εξεταζόμενη κατά τη σχετική προανάκριση ενώπιον του 10°" Πταισματοδίκη Αθηνών. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ίδια κατηγορουμένη προκάλεσε, με σχετικές προτροπές και παραινέσεις και παρέχοντας ψευδή πληροφόρηση, στη 2η κατηγορουμένη, Α, την απόφαση να προσέλθει και να καταθέσει ενώπιον του προαναφερόμενου πταισματοδίκη το ψευδές και συκοφαντικό ότι ο τότε κατηγορούμενος και τώρα μηνυτής (δήθεν) εξαπάτησε την τότε μηνύτρια και τώρα κατηγορουμένη με τις (δήθεν) ψευδείς διαβεβαιώσεις του (ότι είχε στη διάθεσή του το ποσό των 2.500.000 δρχ.), για να μη συζητηθεί η αγωγή της και αυτή δέχτηκε καλοπροαίρετα τον συμβιβασμό. Ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε, η αλήθεια που η κατηγορουμένη γνώριζε και προκύπτει από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και τις μαρτυρικές καταθέσεις, ήταν ότι ο μηνυτής είχε κατά τα η σύναψη της συμβιβαστικής συμφωνίας στη διάθεσή του το ποσό παν 2.500.000 δρχ. και δεν παρέσυρε με εξαπάτηση την 1η κατηγορουμένη στη σύναψη της σχετικής συμφωνίας. Επομένως, η 1η κατηγορουμένη τέλεσε τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας κατ'εξακολούθηση σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1α, 94 παρ.1, 98, 224 παρ.2-1, 225 παρ. 1, 229 παρ.1, 362 και 363 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Αναφορικά με την επί μέρους ειδικότερη αιτίαση, σε σχέση με τις εκ του άρθρου 510 παρ.1 στ. Δ' και Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενες πλημμέλειες, και σύμφωνα με την οποία, η προσβαλλομένη αγνόηση παντελώς το δεδικασμένο το οποίο παρήγαγε η υπ'αρ. 11248/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ειδικότερα την παραδοχή αυτής ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε την από 28-5-2001 μήνυσή της κατά του Ψ από δόλο ή βαριά αμέλεια, και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην συντρέχουν οι αντικειμενικές και υποκειμενικώς προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές της, αλλά και αυτά που προαναφέρθηκαν, δέχθηκε ορθώς, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη του κατ'άρθρον 57 ΚΠΔ δεδικασμένο, στη συνέχεια δε παρέθεσε αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση, όπως προειπώθηκε, των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ'αρ. 436/2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ'αρ. 4202/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή