Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1400 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών. Αποθήκευση. Πώληση. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.




Αριθμός 1400/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διαλυνά, περί αναιρέσεως της 501-502/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Αυγούστου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1446/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α', β' και ζ' και παρ. 2 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, εισάγει, αποθηκεύει, κατέχει ή πωλεί ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών, θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Την δε αποθήκευση τελεί εκείνος που φυλάσσει με κάποιους όρους ασφαλείας σε κάποιο χώρο τα ναρκωτικά, έστω και αν δεν ασκεί ευθεία επ' αυτών κατοχή, αλλά έχει τη δυνατότητα να τα αναλάβει οποτεδήποτε θελήσει. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αποθήκευσης, κατοχής ή πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη καθώς και της ταυτότητος των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ υπάρχει, όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή, κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 501-502/28-3-2008 απόφασή του, με συνδυασμό του σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των αναφερομένων στα πρακτικά της παρούσης δίκης εγγράφων, από την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και από όλη την αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης είχαν πληροφορίες, ότι κύκλωμα από Αλβανούς και Έλληνες εισάγουν στην Ελλάδα και διακινούν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Έτσι, ο αστυνομικός και μάρτυς Μ1 κατόρθωσε να πληροφορηθεί τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του μέλους του κυκλώματος και ήδη κατηγορουμένου και να έλθει σε επαφή μαζί του. Ο αστυνομικός εζήτησε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήτο κάτοικος ..., αλλά την εποχήν εκείνην είχε επισκεφθεί την Αλβανία, να πωλήσει σε εκείνον 1 κιλό ηρωΐνης και πράγματι ο κατηγορούμενος απεδέχθη την πρόταση ζητήσας ως τίμημα το ποσόν των 10.000 €, το οποίον και συμφωνήθηκε. Την 6ην Ιουλίου 2006 ο κατηγορούμενος ετηλεφώνησε στον αστυνομικό, ο οποίος είχε εμφανισθεί ως έμπορος ναρκωτικών και τον επληροφόρησε ότι είχε εισέλθει στην Ελλάδα από την Κρυσταλλοπηγή και ότι είχε εισαγάγει στην Ελλάδα μισό κιλό ηρωΐνης, την οποίαν και θα πωλούσε στον αστυνομικό. Την 7ην Ιουλίου 2006 ο κατηγορούμενος ετηλεφώνησε και πάλι στο μάρτυρα αστυνομικό και κανόνισαν συνάντηση, για την αγοραπωλησία της εν λόγω ηρωΐνης, για την επομένην ημέραν στην .... Πράγματι, την 8ην Ιουλίου 2006 ο κατηγορούμενος και ο υποψήφιος αγοραστής-αστυνομικός συνηντήθησαν σε προκαθορισμένο σημείο της ... και ο κατηγορούμενος εζήτησε να δει τα χρήματα. Ο αστυνομικός έδειξε πράγματι στον κατηγορούμενο, χωρίς όμως και να το παραδώσει σε αυτόν, το φερόμενο από τον ίδιο ποσόν των 5.000 € και έτσι ο κατηγορούμενος, πιστεύσας ότι επρόκειτο να γίνει η αγοραπωλησία της ηρωΐνης, εισήλθε στο αυτοκίνητο του αστυνομικού. Αφού καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου ο αστυνομικός έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητό του και μετεκινήθησαν σε μικρή σχετικά απόσταση, ο κατηγορούμενος είπε στον αστυνομικό να σταματήσει και αφού κατήλθε από το αυτοκίνητο επήγε σε πλησίον ευρισκόμενο σημείο, όπου είχε αποθηκεύσει μίαν σακκούλα, η οποία περιείχε 520 γρ. ηρωΐνης. Επανήλθε στο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος και παρέδωσε στον αστυνομικό (του οποίου μέχρι την στιγμήν εκείνην αγνοούσε την ιδιότητα) κατά κυριότητα τα 520 γρ. ηρωΐνης με την συσκευασία των, ακολούθως δε επενέβησαν και άλλοι αστυνομικοί, οι οποίοι παρακολουθούσαν τα γενόμενα και συνέλαβαν τον κατηγορούμενον. Ο τελευταίος, απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αμφισβήτησε τα ανωτέρω, αλλά απλώς προέβαλε τον ισχυρισμόν, ότι δήθεν μετέφερε την ανωτέρω σακκούλα στην Ελλάδα προκειμένου να εξυπηρετήσει κάποιον Ζ1 και χωρίς να γνωρίζει ότι η σακκούλα περιείχε ηρωΐνην, καθόσον ο Ζ1 τον διαβεβαίωσε ότι περιείχε ρούχα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν γίνεται πιστευτός από το Δικαστήριο, αφού ο κατηγορούμενος δεν ηδυνήθη να δικαιολογήσει στο Δικαστήριο την όλην συμπεριφοράν του, δηλαδή τις αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επικοινωνίες του με τον μάρτυρα αστυνομικόν, Μ1 την συνάντησή των στην ...., τον έλεγχον από τον ίδιον τον κατηγορούμενον του χρηματικού ποσού των 5.000 το οποίο έφερε ο αστυνομικός και κατόπιν τούτου την παραλαβή της ηρωΐνης από τον κατηγορούμενον, από το σημείον όπου την είχε αποθηκεύσει και την παράδοσή της στον αστυνομικόν. Τέλος, από τα εκτεθέντα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι μεταξύ του κατηγορουμένου και του μάρτυρος αστυνομικού Μ1 συνήφθησαν και εξετελέσθησαν τόσον η ενοχική όσον και εμπράγματη σύμβαση της πωλήσεως, αφού ο κατηγορούμενος μετεβίβασε την κυριότητα και παρέδωσε στον αστυνομικό την ηρωΐνην και συνεπώς όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, με τους οποίους αυτός ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ακολούθως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδομένων σε αυτόν πράξεων, να αναγνωρισθεί όμως σε αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, η οποία ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των πράξεων: α) της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ποσότητος 520 γραμμάρια ηρωΐνης, β) της αποθήκευσης της πιο πάνω ναρκωτικής ουσίας, και γ) της πώλησης της αυτής ποσότητος ναρκωτικών ουσιών, από μη τοξικομανή, με σκοπό την εμπορία, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ, και του επέβαλε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ.
Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία πλήττεται μόνο κατά το μέρος που αφορά την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος της πωλήσεως ναρκωτικών και δη ποσότητας 520 γραμμαρίων ηρωΐνης, για το οποίο τελικά καταδικάσθηκε, και όχι αυτό της απόπειρας πωλήσεως, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, του ΠΚ, και άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πίν. Α' αρ. 5 και 5 παρ.1 εδ. α, β και ζ,' και 5 παρ. 2 του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. από το άρθρο 10 Ν. 2161/1993 και ισχύει με τον Κ.Ν.Ν 3459/2006), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογούνται με πληρότητα και με σαφήνεια οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, ευρισκόμενος στην Αλβανία, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία, με το μάρτυρα αστυνομικό Μ1 του οποίου την ιδιότητα προφανώς αγνοούσε, προήλθε σε συμφωνία κατά το περιεχόμενο της οποίας αυτός (κατηγορούμενος), ανέλαβε έναντι τιμήματος 10.000 ευρώ, να του πουλήσει αρχικά ποσότητα ηρωϊνης βάρους ενός (1) χιλιόγραμμου. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος, μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, ήλθε σε προσωπική επαφή και συνάντηση με τον υποψήφιο ως άνω αγοραστή, την 8-7-2006 στην ... όπου απαίτησε από τον τελευταίο να του επιδείξει το ποσό των χρημάτων, που συμφωνήθηκε ως το τίμημα της πωλήσεως, προκειμένου να πειστεί για την πραγματοποίηση της πωλήσεως, ποσό που αντιπροσώπευε την αξία των 520 γραμμαρίων ηρωΐνης. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή εκείνη κατά την οποία ο κατηγορούμενος, αφού πείσθηκε για την ποσότητα του τιμήματος των 5000 ευρώ, μετέβη ευθύς αμέσως εγγύς του χώρου εκείνου, όπου είχε εναποθέσει προηγουμένως την ποσότητα της ηρωΐνης και στη συνέχεια, αφού επιβιβάστηκε στο όχημα που οδηγούσε ο προαναφερθείς αστυνομικός, του παρέδωσε την ως άνω ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, και με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε η πώλησή της. Είναι δε χωρίς έννομη επιρροή το γεγονός ότι δεν παραδόθηκε σ' αυτόν(κατηγορούμενο) το τίμημα των 5000 ευρώ που συμφωνήθηκε, εξαιτίας του ότι άλλα αστυνομικά όργανα που παρακολουθούσαν τις κινήσεις του κατηγορουμένου, επενέβησαν για να τον συλλάβουν.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, κατ' εκτίμηση, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Αυγούστου 2008 αίτηση του Χ1 κρατουμένου των δικαστικών φυλακών ...., για αναίρεση της υπ' αριθμό 501-502/28-3-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ