Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 959 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή.




Περίληψη:
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής.




Αριθμός 959/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη, για αναίρεση της με αριθμό 56.625/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μοσχοβάκο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.995/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 ''περί επιταγής'' (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ''εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών''. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, ''εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών''. Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το ''εν γνώσει'' της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν, i) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, ii) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, iii) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και iv) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο, στην περίπτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 56625/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη από συνήγορο, σε δεύτερο βαθμό, για τη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 ''για επιταγή''), σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών η οποία μετετράπη προς 4,40 ευρώ την ημέρα και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της απόφασης, αναφέρονται τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως ,που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε ότι στην Αθήνα, στις 22-12-2000 εξέδωσε με πρόθεση την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 4.000.000 δρχ., η οποία εμφανισθείσα εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα στις 29-12-2000 από το νόμιμο κομιστή της, Ψ1 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφαση α) "δεν αιτιολογεί καθόλου από ποία πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι είχα το δικαίωμα να υπογράψω ως εκδότης της συγκεκριμένης επιταγής ,η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από την εταιρεία "INVESTMENT CAPITAL CONSULTING LIMITED"", και β) "παραλείπει να αναφέρει στο σκεπτικό της τα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι είχα δικαίωμα να υπογράψω επιταγές εκδόσεως της εταιρίας αυτής, ως καταστατικό της όργανο και υπό ποία ιδιότητα είχα το δικαίωμα αυτό", α) είναι απορριπτέες ως επί αναληθούς προυποθέσεως ερειδόμενες, και τούτο διότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε ότι ο ίδιος εξέδωσε την ως άνω επιταγή και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρίας και β) είναι απαράδεκτες διότι, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 364 Κ.Π.Δ. στο ακροατήριο διαβάζονται, εκτός των άλλων και τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 141 και 142 του ίδιου Κώδικα, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν, εκτός των άλλων, τις προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων που υποβάλλονται προφορικώς ή εγγράφως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος του αυτού για την ανάγνωση εγγράφων, ή δεν απαντήσει, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του έγγραφης ή προφορικής αίτησης, για την ανάγνωση του εγγράφου, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειάς τους, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα, ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 Κ.Π.Δ. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτοί εκτιμώνται, ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ακροάσεως και έλλειψη αιτιολογίας, διότι το Δικαστήριο που δίκασε δεν ανέγνωσε ούτε και έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε και ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, ήτοι: α) Την υπ' αρ. πρωτ. 4670/14-6-2000 ανακοίνωση της Δ/νσης Εμπορίου και Τουρισμού της Ν. Α. Αθηνών - Πειραιώς, από την οποία προκύπτει ότι στις 14-6-2000 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της υπηρεσίας αυτής η από 8-6-2000 απόφαση του Μοναδικού Διευθυντή της εταιρείας "INVESTMENT CAPITAL CONSULTING LIMITED", που διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα με αριθμό Ειδικού Μητρώου 02/Β/99/159, βάσει της οποίας νέος πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος για τις εργασίες της εταιρείας αυτής στην Ελλάδα ορίστηκε ο Π1, κάτοικος ... αρ. 20. β) Το υπ' αριθμ. 9477/29-11-1999 ΦΕΚ, από το οποίο προκύπτει ότι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και αντίκλητος για τις εργασίας της ανωτέρω εταιρείας στην Ελλάδα από 12-12-1999 ορίστηκε ο ..., γ) Την υπ' αριθμ. ... επιταγή επί της Τράπεζας Εργασίας Α.Ε. για 4.000.000 δρχ., εκδόσεως της εταιρείας "INVESTMENT CAPITAL CONSULTING LIMITED".Από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, που τον εκπροσώπησε στην προαναφερόμενη δευτεροβάθμια δίκη, υπέβαλε αίτημα για την ανάγνωση οποιουδήποτε εγγράφου. Χωρίς την προϋπόθεση αυτή, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη, δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακρόασης του αναιρεσείοντος, συνεπαγόμενη ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε και έλλειψη αιτιολογίας Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β'και Δ' Κ.Π.Δ. σχετικοί δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσαχθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Όμως το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά την σιωπηρή ή την ρητή απόρριψή του, όταν η προβολή από τον κατηγορούμενο ενός τέτοιου αιτήματος δεν διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα περιστατικά που δικαιολογούν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατά την αγόρευσή του ζήτησε "την αθώωση του πελάτη του, προσθέτοντας ότι, εάν υπάρχουν αμφιβολίες, καλό θα ήταν να κληθεί ο κος Π1". Το δικαστήριο στα ανωτέρω δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει πρώτον διότι ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε αίτημα αναβολής αλλά ευχή εξέφρασε και δεύτερο και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί αίτημα ήταν αόριστο διότι δεν αναφέρει περιστατικά για τα οποία θα καταθέσει ο ανωτέρω μάρτυς που να δικαιολογούν την αναβολή της δίκης .Επομένως το δικαστήριο που δεν απάντησε στο ανωτέρω και προχώρησε στην έκδοση της αποφάσεως α) δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ, β) δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γ) δεν στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η προσβαλλομένη απόφαση και δ) δεν υπερέβη το δικαστήριο την εξουσία του και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 ,Α', Δ' και Η' σχετικοί λόγοι αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από οκτώ (8) Δεκεμβρίου 2008 αίτηση (δήλωση) του ..., για αναίρεση της με αριθ. 56.625/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.Ψ1 η οποία ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή