Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1270 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ποινής αναστολή.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια ιατ-ού. 1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως προς την παραδοχή συνδρομής χωρίς συνείδηση αμέλειας, ζήτημα για το οποίο και μόνον είχε αναιρεθεί προηγούμενη απόφαση. 2. Απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ακροάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρο 99 του ΠΚ, αλλά και του άρθρου 470 του ΚΠΔ, λόγω χειροτερεύσεως, εκ του διαφορετικού χρόνου ενάρξεως της αναστολής εκτελέσεως της ποινής, της θέσεως του κατηγορουμένου, γιατί προβάλλονται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού το αναφερόμενο αίτημα του συνηγόρου να ορισθεί και να ισχύσει η αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσας ποινής από τότε που το πρώτον καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ήταν μη νόμιμο. Διότι, από την ερμηνεία του άρθρου 99 ΠΚ συνάγεται με σαφήνεια, ότι ο χρόνος ενάρξεως της αναστολής της ποινής που επιβάλλεται από το δικαστήριο, δεν μπορεί να είναι διαφορετικός, από εκείνον της επιβολής της και ότι το αίτημα του κατηγορουμένου για την έναρξη της αναστολής σε χρόνο διαφορετικό, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο. Ούτε μπορεί να γίνει λόγος, για δυσμενέστερη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μεταχείριση του κατηγορουμένου, όταν είχε ανασταλεί η εκτέλεση της επιβληθείσης ποινής και με την αναιρεθείσα απόφαση και το δευτεροβάθμιο, αφού αναιρέθηκε η προηγούμενη διάταξη περί ποινής συμπαρασυρόμενης και της αναστολής αυτής, ορθά επέβαλε νέα ποινή, την εκτέλεση της οποίας επίσης ανέστειλε, με διαφορετικό όμως χρόνο (μεταγενέστερο) ενάρξεως της αναστολής, δηλαδή από της επιβολής της νέας ποινής (ΑΠ 1577/2003). Απορρίπτει.




Αριθμός 1270/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 2172/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1058/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και της διατάξεως του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι "από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Ενόψει της διακρίσεως αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποίο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρου 79 του ΠΚ, περί επιμετρήσεως της ποινής και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Ε του ΚΠοινΔ. Στο άρθρο 79 του ΠΚ ορίζεται ότι 1) κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί ... 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο αποβλέπει, α)στη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) στη φύση, στο είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του, γ) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειας του υπαιτίου. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, το δε είδος της αμέλειας που τελικά δέχεται το δικαστήριο, επηρεάζει τη δικαστική επιμέτρηση της επιβλητέας ποινής. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκοπούμενη με αριθ. 543/2008 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως του, για ανθρωποκτονία από αμέλεια, καταδικασθέντος, με την προηγούμενη επίσης επισκοπούμενη με αριθ. 286/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και νυν αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ιατρού, προκύπτουν τα παρακάτω. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ιατρός κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια της συζύγου του μηνυτή ΑΑ, τελεσθείσας στις 15-5-2000, κατά την υπ'αυτού ενεργηθείσα με τη μέθοδο της λαπαροσκοπήσεως χειρουργική επέμβαση στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ και καταδικάσθηκε με την πιο πάνω 286/2007 απόφαση σε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του καταδικασθέντος, εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία δέχθηκε συνδρομή ασαφειών και αντιφάσεων στο αιτιολογικό και στο διατακτικό και δη ότι στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου της εγχειρισθείσας ασθενούς από την αμελή συμπεριφορά του κατηγορούμενου ιατρού, υπάρχει μεν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το κεφάλαιο της ενοχής, αλλά στο μεν αιτιολογικό δέχεται συνδρομή τόσον χωρίς συνείδηση, όσο και με συνείδηση αμελείας, στο δε διατακτικό δέχεται συνδρομή αμέλειας χωρίς συνείδηση και έτσι, επειδή δεν καθίστατο φανερό ποίο από τα δύο είδη αμελείας δέχθηκε τελικά το δικαστήριο, στερουμένης της προσβαλλόμενης αποφάσεως νομίμου βάσεως, ως προς την επιμέτρηση μόνο της ποινής, έγινε δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ιδίου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή. Έτσι ο ’ρειος Πάγος, με την παραπάνω απόφασή του, σαφώς αμετάκλητα αποφάνθηκε περί του ζητήματος της ενοχής και της συνδρομής της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 302 του ΠΚ και αναίρεσε την προσβληθείσα απόφαση κατά ένα μέρος, και συγκεκριμένα μόνο ως προς την επιβληθείσα ποινή, επηρεαζόμενη στην επιμέτρηση, κατ'άρθρον 79 παρ.1,2 του ΠΚ, για την εκτίμηση της βαρύτητας του άνω εγκλήματος, από το είδος και το βαθμό της αμέλειας του κατηγορουμένου, ζήτημα για το οποίο και μόνο ρητά παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. (βλ. αιτιολογικό και διατακτικό της 543/2008 αποφάσεως).
Γενομένης ήδη νέας συζητήσεως της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της εκδοθείσας και προσβαλλόμενης νέας με αριθ. 2172/2008 αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω: Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15.5.2000, η ΑΑ, η οποία έπασχε από χολολιθίαση μετέβη στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, όπου συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο, του επέδειξε κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις που έφερε μαζί της και αφού υποβλήθηκε στο νοσοκομείο και σε επί πλέον εξετάσεις καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου, της προτάθηκε από τον τελευταίο να εισαχθεί στο νοσοκομείο την 18.5.2000 προκειμένου να υποβληθεί σε χολοκυστεκτομή με τη μέθοδο της λαπαροσκόπησης. Την πρόταση του κατηγορουμένου αποδέχθηκε η ως άνω ασθενής, συμφώνησε δε με την υπόδειξη του γιατρού και ο σύζυγος της ασθενούς ΒΒ, ο οποίος τη συνόδευε στη συνάντησή της με τον κατηγορούμενο. Την 18.5.2000 η ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο και αφού είχαν ελεχθεί οι προεγχειρητικές εξετάσεις, οι οποίες έδειχναν ότι μπορούσε-να υποβληθεί στη σχετική επέμβαση, περί ώρα 11.30 οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Της χορηγήθηκε γενική αναισθησία και διασωληνώθηκε από την αναισθησιολόγο ΓΓ, προκειμένου να ακολουθήσει η εγχείρηση. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εισήγαγε ένα λεπτό καθρεπτάκι (βελόνη verres) στην περιτοναϊκή κοιλότητα, προκειμένου να εμφυσήσει αέρα στην κοιλιά της ασθενούς ώστε να καταστεί εφικτή η εισαγωγή του λαπαροσκοπίου και μετά τοποθέτησε το πρώτο trocar στη θέση του και εισήγαγε το λαπαροσκόπιο στην κοιλιά της ασθενούς περί ώρα 12.45' περίπου, ενώ περί ώρα 12.48' προέβη στην τοποθέτηση του δεύτερου trocar. Κατά την εισαγωγή όμως και τοποθέτηση του πρώτου trocar ο κατηγορούμενος, ενώ όφειλε και μπορούσε να καταβάλει τη δέουσα προσοχή ώστε να μη βλάψει κάποιο μεγάλο αγγείο της κοιλιακής χώρας, όπως η αορτή, όπως θα έπραττε κάθε μετρίως ευσυνείδητος χειρουργός που διενεργεί λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός (κατηγορούμενος) είχε τη σχετική εμπειρία αφού μέχρι τότε είχε διενεργήσει περί τις τριακόσιες παρόμοιες χειρουργικές επεμβάσεις, από έλλειψη της προσοχής που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει δεν εκτέλεσε τον κατάλληλο χειρισμό, αλλά εισήγαγε το trocar χωρίς προσοχή, βίαια και με αδέξιο χειρισμό στην κοιλιά της ασθενούς, με συνέπεια να προκαλέσει σ' αυτήν διπλή τρώση (διάτρηση) της κοιλιακής αορτής στην περιοχή του διχασμού των λαγονίων, διαμέτρου 3-4 χιλιοστών του μέτρου, με συνέπεια να προκληθεί περιτοναϊκή αιμορραγία στο σημείο αυτό. Περί ώρα 12.48' η ανωτέρω αναισθησιολόγος διαπίστωσε ραγδαία πτώση της αρτηριακής πίεσης της ασθενούς, η οποία μάλιστα σε χρονικό διάστημα 70" έπεσε από το 130 στο 30, καθώς και αύξηση των σφιγμών, που είναι επακόλουθο της πτώσης της πίεσης. Η αναισθησιολόγος ενημέρωσε για την κατάσταση αυτή τον κατηγορούμενο και μαζί με τον αναισθησιολόγο ΔΔ τον διαβεβαίωσαν ότι η πτώση της πίεσης δεν οφείλεται σε αναισθησιολογικούς λόγους. Ο κατηγορούμενος όμως από έλλειψη και πάλι της προσοχής που όφειλε και μπορούσε λόγω της προαναφερομένης καταστάσεώς του να καταβάλει καίτοι η αρτηριακή πίεση δεν ανέβαινε παρά τη χορήγηση γουϊαμίνης, υγρών και αδρεναλίνης, δεν προέβλεψε ότι η ως άνω επιπλοκή (πτώση αρτηριακής πίεσης), μπορεί να οφείλεται σε μεγάλη απώλεια αίματος και εξ αιτίας της μη προβλέψεως αυτής δεν ζήτησε να γίνει αμέσως έλεγχος του αιματοκρίτη, έλεγχος που έγινε με καθυστέρηση 11' λεπτών περί ώρα 12.59', ούτε προέβη εγκαίρως στη διάνοιξη της κοιλίας της ασθενούς για έλεγχο των εσωτερικών οργάνων, μήπως αυτά είχαν ενδεχομένως υποστεί τρώση που προκαλούσε μεγάλης έντασης αιμορραγία, αλλά προέβη στη διάνοιξη της κοιλίας της ασθενούς περί ώρα 12.59', όταν διαπιστώθηκε πτώση του αιματοκρίτη από 42% που ήταν προεγχειρητικά στο 15,4%. Η οφειλόμενη στην έλλειψη της προσοχής καθυστερημένη από τον κατηγορούμενο εντολή για έλεγχο του αιματοκρίτη και η επίσης καθυστερημένη διάνοιξη της κοιλίας της ασθενούς είχαν ως συνέπεια την απώλεια τριών (3) λίτρων αίματος, να καταλήξει άσφυγμος και κενή εξ αιτίας της απώλειας αυτής η αορτή και να προκληθεί καρδιακή ανακοπή στην ασθενή εξ αιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατός της περί ώρα 23.03' της ίδια ημέρας, αφού η καθυστερημένη εκτέλεση των επιβαλλομένων ενεργειών από τον κατηγορούμενο είχε ως συνέπεια να μείνει η καρδιά χωρίς οξυγόνο, συνυπολογιζομένου και του χρόνου που χρειάσθηκε για τη συρραφή της τροθείσας αορτής, για χρόνο 28' συνολικά και εξ αιτίας της ελλείψεως αυτής του οξυγόνου να αποκατασταθεί μεν προσωρινά ο ρυθμός της όχι όμως και η μηχανική λειτουργία της καθώς είχαν επέλθει μη αναστρέψιμες βλάβες του εγκεφάλου, από τον οποίο δίδεται η εντολή για λειτουργία όλων των οργάνων του ανθρωπίνου σώματος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο θάνατος της ως άνω ασθενούς για τον οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος με την 286/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία δεν αναιρέθηκε με την 543/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς την περί ενοχής διάταξή της, οφείλεται στην άνευ συνειδήσεως ανωτέρω αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο, ένοχο, του ότι: "Στη ..., στις 18 Μαΐου 2000, από αμέλειά του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του και επέφερε το θάνατο άλλου, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού, συγκεκριμένα δε ως ιατρός χειρουργός, εργαζόμενος στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, ανέλαβε, με τους ΕΕ και ΣΤ, ως ιατρούς, ειδικευόμενους χειρουργούς, καθώς και τον ΔΔ, ως ιατρό αναισθησιολόγο, εργαζόμενους επίσης στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, να διενεργήσουν χειρουργική επέμβαση με τη μέθοδο της λαπαροσκόπησης στην ασθενή ΑΑ, η οποία έπασχε από χολολιθίαση, προέβη όμως στην επέμβαση αυτή κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης του και δεν ενήργησε σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, με αποτέλεσμα οι πράξεις και οι παραλείψεις του να προκαλέσουν το θάνατο της ασθενούς αν και, ως ιατρός που ανέλαβε τη διενέργεια της ως άνω χειρουργικής επέμβασης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε όλες τις αντικειμενικώς επιβαλλόμενες εκ της ιδιότητος του ενέργειες που θα εμπόδιζαν την επέλευση του θανάτου της, ειδικότερα δε, περί ώρα 11.30 της 18-5-2000 η ασθενής ΑΑ, η οποία είχε προγραμματιστεί απ' αυτόν (κατηγορούμενο) να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής, οδηγήθηκε στο χειρουργείο του ως άνω νοσοκομείου, όπου της χορηγήθηκε γενική αναισθησία και διασωληνώθηκε, προκειμένου να ξεκινήσει η χειρουργική επέμβαση, στη συνέχεια δε εισήγαγε ένα λεπτό καθετηράκι (βελόνη verres) στην περιτοναϊκή κοιλότητα, προκειμένου να διενεργηθούν οι δοκιμασίες "σταγόνες" και αναρροφήσεις, να γίνει εμφύσηση αερίου στην κοιλιά και να εισαχθεί το λαπαροσκόπιο στην κοιλιά της ασθενούς, στη συνέχεια ο ίδιος (κατηγορούμενος) τοποθέτησε το πρώτο trocar στη θέση του, εισήγαγε το λαπαροσκόπιο στην κοιλία της ως άνω ασθενούς και προέβη στην τοποθέτηση του δευτέρου trocar (εργασίας), κατά την εισαγωγή όμως του ως άνω πρώτου trocar δεν εκτέλεσε τον ορθό χειρισμό, ενώ όφειλε και μπορούσε να καταβάλει τη μέγιστη προσοχή και να εισαγάγει αυτό χωρίς να βλάψει κάποιο μεγάλο αγγείο της κοιλίας και δη την κοιλιακή αορτή, όπως θα έπραττε κάθε μετρίως ευσυνείδητος χειρουργός που διενεργεί λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, αντ' αυτού όμως εισήγαγε χωρίς προσοχή, βίαια και με αδέξιο χειρισμό το πρώτο trocar στην κοιλία της ασθενούς, με συνέπεια να προκαλέσει σ' αυτήν διπλή τρώση (διάτρηση) της αορτής στην περιοχή του διχασμού των λαγονίων, διαμέτρου 3-4 χιλιοστών του μέτρου, με αποτέλεσμα να επέλθει περιτοναϊκή αιμορραγία στο σημείο τούτο, συνέχισε δε την επέμβαση χωρίς να ελέγξει επισταμένως την κατάσταση των εσωτερικών οργάνων της ασθενούς, μέσω της ειδικής οθόνης, ως όφειλε να πράξει, και χωρίς να εκτιμήσει με προσοχή τα συμπτώματα που εμφάνιζε η ασθενής με αποτέλεσμα να μη αντιληφθεί εγκαίρως την ύπαρξη της αιμορραγίας και τη συνεχή εκροή αίματος στην περιτοναϊκή κοιλότητα, πράγμα που θα μπορούσε να αντιληφθεί αμέσως, εάν έλεγχε επισταμένως την οθόνη λαπαροσκόπησης και εκτιμούσε τα συμπτώματα που παρουσίασε η ασθενής, όπως θα εκτεθούν ακολούθως, συνεχίστηκε δε η διαδικασία μέχρι του σημείου εισαγωγής του δευτέρου trocar (εργασίας), οπότε και η αρτηριακή πίεση της ασθενούς, εξαιτίας της αιμορραγίας που προκλήθηκε από την τρώση της αορτής, κατήλθε ραγδαία, αφού από τα 130/80 mmHg έπεσε στα 30/10 mmHg σε χρονικό διάστημα εβδομήντα (70) δευτερολέπτων, επιπλέον δε η ασθενής παρουσίασε ταχυκαρδία, πτώση του αιματοκρίτη στο 15,4% από 42% που ήταν προεγχειρητικά και συνεχιζόμενη πτώση της αρτηριακής πίεσης, παρά τη χορήγηση μεγάλων ποσοτήτων αδρεναλίνης και μυδρίαση στις κόρες των οφθαλμών, συμπτώματα που ορθά κατά τα κοινώς παραδεδεγμένα εκτιμώμενα μαρτυρούν την μεγάλη απώλεια αίματος, με συνέπεια μέχρι να προβεί στη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας της ασθενούς και στη συνέχεια να γίνει από τον ειδικό αγγειοχειρουργό αποκλεισμός της αορτής και συρραφή των οπών, να διαδράμει ιδιαίτερα μεγάλος χρόνος, να σημειωθεί μεγάλη εκροή αίματος, αφού η αορτή κατέληξε άσφυγμος και κενή, ενώ αυτός, δηλαδή ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να ενεργήσει αμέσως τη διάνοιξη της κοιλίας, καθόσον, πέραν από την καθυστέρηση περί τα 11 λεπτά να προβεί στη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας, παρά το γεγονός ότι όλα τα ως άνω συμπτώματα καταδείκνυαν την ύπαρξη μεγάλης αιμορραγίας και σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας όφειλε να προβεί αμέσως στη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας, η ενέργεια του δε να εισαγάγει το πρώτο trocar κατά τρόπο που προκάλεσε διάτρηση της αορτής, καθώς και η παράλειψή του να ενεργήσει αμέσως τη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας της ασθενούς, δοθέντος ότι η κατάστασή της μαρτυρούσε ότι υπήρχε περιτοναϊκή αιμορραγία, αλλά αντιθέτως αυτός το έπραξε με μεγάλη καθυστέρηση 11 λεπτών, είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί μεγάλη βλάβη η αορτή, να εκρεύσει πολύ γρήγορα μεγάλη ποσότητα αίματος, συνεπεία δε του γεγονότος αυτού η ασθενής υπέστη ανακοπή καρδιάς, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατός της την 23.05' ώρα της ίδιας ημέρας, καθόσον η καθυστέρηση της ως άνω επιβαλλόμενης ενέργειας είχε ως αποτέλεσμα η καρδιά να μείνει χωρίς οξυγόνο (ανοξαιμία) για χρονικό διάστημα 28 λεπτών, με αποτέλεσμα να αποκατασταθούν μεν στην συνέχεια οι ρυθμοί της, όχι όμως και η μηχανική λειτουργία αυτής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε σαφώς τη συνδρομή "άνευ συνειδήσεως αμέλεια" του κατηγορουμένου ιατρού, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού και του διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, συνάγεται, επαρκώς και πλήρως και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογείται η συνδρομή της άνευ συνειδήσεως αμέλειας.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 99 του ΠΚ, κατά την οποία "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δε μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη ...", συνάγεται με σαφήνεια, ότι ο χρόνος ενάρξεως της αναστολής της ποινής που επιβάλλεται από το δικαστήριο, δεν μπορεί να είναι διαφορετικός, από εκείνον της επιβολής της και ότι το αίτημα του κατηγορούμενου για την έναρξη της αναστολής σε χρόνο διαφορετικό, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο. Ούτε μπορεί να γίνει λόγος, για δυσμενέστερη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μεταχείριση του κατηγορούμενου, όταν είχε ανασταλεί η εκτέλεση της επιβληθείσης ποινής με την πρωτόδικη ή και με την αναιρεθείσα απόφαση, και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού αναιρέθηκε η προηγούμενη διάταξη περί ποινής συμπαρασυρομένης και της αναστολής αυτής, ορθά επιβάλλει νέα ποινή, την εκτέλεση της οποίας επίσης ορθά αναστέλλει εκ νέου, με διαφορετικό όμως χρόνο (μεταγενέστερο) ενάρξεως της αναστολής, δηλαδή από της επιβολής της νέας ποινής. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της πρωτόδικης με αριθμό 17323/2003 αποφάσεως και της αναιρεθείσας προηγουμένως με αριθ. 286/2007 αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, παραδεκτά επισκοπούμενα κατά την έρευνα της βασιμότητας των λόγων της αναιρέσεως προκύπτει, ότι το δικαστήριο και στους δύο βαθμούς είχε αναστείλει την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή επί τριετία, ενώ από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθ. 2172/2008 αποφάσεως προκύπτει, ότι μετά την επιβολή της μικρότερης, κατά δύο μήνες από την προηγούμενη, ποινής φυλακίσεως των 18 μηνών, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της ποινής με χρόνο ενάρξεως από τότε που καταδικάσθηκε το πρώτον και το δικαστήριο ανέστειλε επίσης την εκτέλεση επί τριετία, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 του ΠΚ, χωρίς να αποφανθεί για το χρόνο ενάρξεως της αναστολής. Ο χρόνος όμως ενάρξεως της αναστολής εκτελέσεως της ποινής ορίζεται κατά τα προεκτεθέντα στο νόμο, είναι εκείνος της επιβολής της και το αίτημα του κατηγορούμενου για τον καθορισμό από το δικαστήριο διαφορετικού χρόνου ενάρξεως της αναστολής, δεν ήταν νόμιμο. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον τελευταίο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, και με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ακροάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 99 του ΠΚ, αλλά και του άρθρου 470 του ΚΠοινΔ, λόγω χειροτερεύσεως, εκ του διαφορετικού χρόνου ενάρξεως της αναστολής εκτελέσεως της ποινής, της θέσεως του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 35/29-5-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 2172/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή