Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 594 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 594/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιατράκο, περί αναιρέσεως της 520/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 20 Ιανουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1212/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509 § 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη, απορριπτέα (άρθρο 476 και 513 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε στοιχεία που βρίσκονται, σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων με έγγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κατ' άρθρον 509 § 2 Κ.Π.Δ. Και τούτο διότι απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού των προσθέτων λόγων είναι η ύπαρξη ενός τουλάχιστον παραδεκτού κυρίου λόγου αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ. 2/2002). Επίσης δεν επιτρέπεται να εξεταστούν ούτε αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, οι υπό στοιχ. Α, Γ', Δ, ΣΤ' και Θ' (και ήδη Η') του άρθρου 510 § 1 Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών που προβλέπεται από το άρθρο 511 ιδίου Κώδικος, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Ειδικότερα για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα, και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως πρέπει, εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως ήτοι ποίες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία αυτής ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ'όψη ή δεν εξετιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ. 2/2002, 19/2001). Περαιτέρω για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παρεβιάσθη η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που εδόθη σ'αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ'αυτή. Τέλος δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι εις την περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη από 12 Ιουνίου 2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 520/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, με την οποίαν ο κατηγορούμενος αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών μετατραπείσα προς πέντε (5) € ημερησίως και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) € για παράβαση του άρθρου μόνου § 1 Α.Ν. 690/1945, όπως ισχύει. Στην έκθεση αυτή αναιρέσεως ο αναιρεσείων δηλώνει "... Επειδή ουχί ορθώς τόσον το πρωτοβάθμιον όσον και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας που δίκασεν την έφεσίν μου ως Εφετείον που εξέδοσεν την προσβαλλομένη απόφαση, ουχί ορθώς ηρμήνευσεν και εφήρμοσεν τον νόμον και εσφαλμένως αξιολόγησεν και εξετίμησεν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά και εδέχθη την ενοχή μου, ενώ έπρεπε να με απαλλάξει από πάσαν κατηγορίαν. Διότι. Η μηνύτρια, δεν απησχολήθη στην επιχείρησή μου, με σχέση εξηρτημένης εργασίας, άλλα με προφορική συμφωνίαν, ανέλαβεν να εκμεταλλεύεται το κατάστημα τροφίμων που είχα εις την πόλιν της Καβάλας ιδρύση επ' ονόματί μου, και να παρακρατή τα προκύπτοντα κέρδη μετά την αφαίρεσιν των εξόδων ως και την αξίαν των εμπορευμάτων με την ιδιαίτερη συμφωνία να το αγοράσει μετά πάροδον ενός έτους από τότε, διότι όπως ισχυρίζετο δεν είχεν τα απαιτούμενα χρήματα. Ουδέποτε δε είχαμεν σημφωνήσει, να εργάζεται ως υπάλληλός μου, και να λαμβάνει οποιοδήποτε μηνιαίον μισθόν, όπως ψευδώς και απατηλώς κατέθεσεν, στην μήνυσίν της και στα Δικαστήρια, εκμεταλλευόμενη την απουσία μου, επέτυχεν την καταδίκην μου και ένεκα τούτων τόσον η μήνυσίς της, όσον και η καταγγελία της προς το Ι.Κ.Α. ...είναι ψευδείς και σκηνοθετημένες, όπως απεδείχθη από την ένορκον κατάθεσιν του μάρτυρα .... εις τον οποίον η δεύτερη μηνυομένη ομολόγησεν λόγω της ιδιότητός του, ως Αστυνομικού Διευθυντού ως μηνύτρια την αλήθειαν, την οποίαν και μετέφερεν ούτος εις το Δικαστήριον, το οποίον όμως όλως εσφαλμένως εξέλαβεν αυτήν ως δήθεν μη πειστικήν και υιοθέτησεν την ψευδή κατάθεσιν της μηνυτρίας αναιρεσιβλήτου και του .... εις τον οποίον είχεν προσφύγει αύτη και ο οποίος μετέφερεν προς το Δικαστήριον, όσα ψευδή περιστατικά του εξέθεσεν η μηνύτρια και μόνον, διότι όπως ο ίδιος κατέθεσεν δεν γνωρίζει απολύτως τίποτε και με το περιεχόμενον αυτό της μηνύσεώς της και συνεπώς ήτο απολύτως απρόσφορος και ανάξια οιασδήποτε πίστεως και αποδεικτικής αξίας. Αντιθέτως ηγνόησεν το εκδόσαν την αναιρεσιβαλομένην απόφασιν Δικαστήριον, το περιεχόμενον της καταθέσεως του προαναφερθέντος μάρτυρος υπερασπίσεώς μου, εις τον οποίον η αναιρεσίβλητος ομολόγησεν ότι, η σχέσις που μας συνέδεεν ήτο εκείνη που προεξέθεσα, και επομένως, ούτε μηνιαίον μισθόν, ούτε για την ασφαλιστικήν της κάλυψιν, υπήρξεν καμίαν συμφωνία, διότι η εργασία της, δεν ήτο εξηρτημένη, άλλα εκείνη της αφανούς εταίρου, η οποία είχε την αποκλειστικήν και ανεξάρτητον, από την θέλησίν μου εκμετάλευσιν του καταστήματος ότε και αυτού οπότε και δεν ήθελεν...
καθ' όσον ησχολείτο με την κύριαν επαγγελματικήν δραστηριότητα της ηθοποιού. Επομένως εξαπατήθησαν και τα δυο ποινικά Δικαστήρια της ουσίας, τα οποία ηγνόησαν την αληθή κατάθεσιν του εξετασθέντος μάρτυρος και εδέχθησαν την ενοχή μου, ενώ έπρεπε να απαλλαγώ και διότι η μήνυσίς της, περί δήθεν συμφωνηθέντων μισθών, είναι ανύπαρκτος και κατασκευασμένη και την υπέβαλεν για να καλύψει την ευθύνην της, έναντί μου των τρίτων, και για να με εκδικηθή. Αυτά τα πραγματικά περιστατικά προέκυψαν, από την κατάθεσιν του Αστυνομικού Δ/ντη, εις τον οποίον η αναιρεσίβλητος ομολόγησεν πράγματι που όπως προκύπτει από τα πρακτικά, λόγω της φύσεως της συνεργασίας μας δεν συνεφωνήθη μισθός άλλα ούτε ετύγχανα υπόχρεος, δια την ασφαλιστικήν της κάλυψιν και η καταγγελία της, περί του ότι δήθεν δεν της κατέβαλα τους
μισθούς και τις ανάλογες εργοδοτικές εισφορές εις το Ι.Κ.Α. είναι ψευδείς. Επειδή η γενομένη μήνυσις και καταγγελία εγένετο, εκτός Κρήτης, δεν μπόρεσα να προσκομίσω τα μέσα που έχω εις χείρας μου, για να αποδείξω το ψεύδος και την απάτην της δεύτερης μηνυομένης. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ηγνόησεν πλήρως όλους τους νομίμους και αληθείς προβληθέντας ισχυρισμούς μου, και εδέχθη την ενοχή μου, όπως θέλω εκθέσει και αναπτύξει λεπτομερέστερα κατά την συζήτησιν της παρούσης μου, και ζητώ να αναιρεθή αύτη και λόγω ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης άλλως επαρκούς αιτιολογίας, συμφωνά με τις διατάξεις του αρθ. 510 παρ. 1 και Δ του Κ. Ποιν. Δικ. Ως θέλω αναπτύξει. Δεν έχει επίσης η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις, νόμιμη βάσει αφού, δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το υποκειμενικόν στοιχείον του αδικήματος όταν μάλιστα το στοιχείο αυτό (κατάθεσις μηνύτριας όχι μόνον αμφισβητούνται άλλα και προσβάλλονται όλα αυτά τα πραγματικά περιστατικά, που αποκλείουν την ύπαρξίν των". Ούτως όμως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ουδένα σαφή και ορισμένο λόγο περιέχει σε σχέση με την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την προσβαλλομένη απόφαση και με την εσφαλμένη από αυτή ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ενώ υπό την επίκληση των λόγων αυτών, πλήττεται εν εκτάσει η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του άνω δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς η αίτηση, λόγω της αοριστίας της, είναι απαράδεκτος και πρέπει ως τοιαύτη να απορριφθεί, μετά ταύτα δε πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι, δια του από 20 Ιανουαρίου 2009 δικογράφου αυτών, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 520/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας καθώς και τους από 20 Ιανουαρίου 2009 προσθέτους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή