Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1663 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1663/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 245/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1910/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 579/18.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 50/21-11-08 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 245/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτόδικου 15/08 οριστικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αλεξανδρουπόλεως, επικύρωσε το βούλευμα τούτο και τον παρέπεμψε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, για κατάχρηση εξουσίας, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 42 παρ.1,60,98,239 ΠΚ], και σ και εκθέτω τα ακόλουθα.
2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον εφοδιασμένο με ειδικό πληρεξούσιο του κατηγορουμένου Νικόλαο Ζαρκάδα, δικηγόρο Αθηνών, με δήλωση ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Θράκης, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του πρωτόδικου βουλεύματος, που έγινε σ' αυτόν με παράδοση στα χέρια του στις 18-11-08 [βλ. τα επιδοτήριο του αστυφύλακα του ΑΤ ..., ...], και επιτρεπτά από το νόμο, καθόσον πρόκειται για βούλευμα που τον παραπέμπει για κακούργημα [άρθρα 473,474 και 482 παρ.1 ΚΠΔ]. Η έκθεση αναιρέσεως συντάχθηκε από τον ανωτέρω γραμματέα, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζονται από το άρθρο 474, ενώ αυτή περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκήθηκε, οι οποίοι συνίστανται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων [άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. δ ΚΠΔ].
Συνεπώς, η αίτηση είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη, επιτρεπόμενη από το νόμο και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της.
3-Αναιρετικός έλεγχος.
Α-Νομικές διατάξεις.
α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225,ΠΧΡ.02/402,ΠΛΟΓ.01/1693].
β-Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, θεμελιώνουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1β' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υφίσταται όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα υπό τούτου δεχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση δε τέτοιας εσφαλμένης εφαρμογής συντρέχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
γ-Κατά τη διάταξη του άρθρου 239 του ΠΚ, "υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή ανάκριση αξιοποίνων πράξεων: α')... β') "αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη αυτή του εδ. β` προβλέπει δύο ιδιαίτερα και ανεξάρτητα μεταξύ τους εγκλήματα, ήτοι 1) την έκθεση σε δίωξη ή τιμωρία κάποιου αθώου και 2) την παράλειψη διώξεως ή πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, κάποιου υπαίτιου. Το έγκλημα δε της περιπτώσεως 2 είναι σωρευτικά μικτό και τελείται με δύο διαφορετικούς τρόπους, δηλαδή Ι) την παράλειψη διώξεως, η οποία τελείται μόνον από πρόσωπο που δικαιούται την άσκηση ποινικής διώξεως (εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο) καιII) την πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, η οποία μπορεί να τελεσθεί από εισαγγελέα, ανακριτή ή ανακριτικό (προανακριτικό) υπάλληλο. Οι δύο αυτοί τρόποι δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Η τέλεση δε της πράξεως με τη μορφή της "προσκλήσεως απαλλαγής" του υπαίτιου από την τιμωρία δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως, γιατί ο όρος "απαλλαγή" τίθεται εδώ με τη "γενική" και όχι την "ποινική" του σημασία (η οποία άλλωστε, κατά κυριολεξία, προϋποθέτει απόφαση δικαστηρίου ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου), αφού πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία νοείται καθ` οιονδήποτε τρόπο (εκτός από την παράλειψη ασκήσεως ποινικής διώξεως), ούτε άλλωστε γίνεται λόγος για "απαλλαγή" από την "ποινή" (η οποία προϋποθέτει την άσκηση ποινικής διώξεως), αλλά για "απαλλαγή" από την "τιμωρία". Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η "απαλλαγή" προϋποθέτει προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και επί ελλείψεως αυτής θεμελιώνεται ενδεχομένως το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος του άρθρου 259 του ΠΚ, προσκρούει στην αντίληψη ότι δεν είναι δυνατό να διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση του υπαλλήλου, που ενεργεί αυτεπάγγελτη προανάκριση και η μεν συμπεριφορά του μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, ως κατάχρηση εξουσίας, η προγενέστερη δε της δίωξης συμπεριφορά του να τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, ως παράβαση καθήκοντος, όταν μάλιστα και στις δύο περιπτώσεις το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό είναι το ίδιο, δηλαδή το συμφέρον της πολιτείας να τιμωρείται η τέλεση αξιόποινων πράξεων, ίδια δε και η απαξία της πράξεως. Υποκείμενο του εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας, υπό τη μορφή της προκλήσεως "απαλλαγής" του υπαίτιου από την "τιμωρία", μπορεί να είναι, όχι μόνον ο δικαιούμενος στην άσκηση ποινικής διώξεως (όπως όταν το έγκλημα τελείται υπό τη μορφή της παραλείψεως διώξεως), αλλά και κάθε (γενικός ή ειδικός) προανακριτικός υπάλληλος, αφού ως "ανάκριση" νοείται και η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση και, επομένως, στην έννοια του "υπαλλήλου" στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων, εντάσσεται και ο προανακριτικός υπάλληλος, όπως είναι και ο αξιωματικός και υπαξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος είναι, κατά το άρθρο 33 παρ. 1 του ΚΠΔ, γενικός προανακριτικός υπάλληλος. Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση της τελέσεως αξιοποίνου πράξεως και του υπαιτίου αυτής, καθώς και τη γνώση ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά προκαλεί την απαλλαγή του και τη θέληση να προκληθεί η απαλλαγή αυτή [ΑΠ.755/06 ΑΡΜ.06/912].
δ-Κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 του ΠΚ. Επομένως, για την πλήρωση της νομοτυπικής υπόστασης της απόπειρας ενός εγκλήματος απαιτούνται: 1) απόφαση, δηλαδή δόλος για την τέλεση του ορισμένου αυτού εγκλήματος, 2) πράξη περιέχουσα αρχή εκτέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης αυτού, δηλαδή οποιαδήποτε ενέργεια του δράστη, η οποία συνιστώσα τμήμα της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αναμφισβήτητα οδηγεί στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως άγει, αν δεν παρεμβληθεί άλλο γεγονός, με το οποίο ανακόπτεται η περαιτέρω εξέλιξη και 3) μη ολοκλήρωση του εγκλήματος για λόγους άσχετους με τη βούληση του δράστη (βλ. μόνο ΑΠ 1497/1997 ΠοινΧρ 1998,969, ΑΠ 374/1997 ΠοινΧρ 1998,60, Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 1996, σελ. 339 επ., ΑΠ. 327/54 ΠΧΡ.Ε/15 με αγόρευση Εισ.Κ.Κόλλια, Χωραφάς ΠΟΙΝ.ΔΙΚ.78/312].
ε-Κατά το άρθρο 98 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την προσθήκη σε αυτό δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999, αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει το άρθρο 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνον ποινή. Από την διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί προς τον σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, συνάγεται, ότι το κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μία περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους, λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος, που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία συρροή, όμως, το δικαστήριο μπορεί, αντί να επιβάλει στον δράστη συνολική ποινή, να καταγνώσει μία ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Β-Παραδοχές και σκέψεις βουλεύματος
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών) προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά:
Την 7.12.2005 η Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος της ΕΛ.ΑΣ δέχθηκε ανώνυμη τηλεφωνική καταγγελία, σύμφωνα με την οποία ένα δελτίο βεβαίωσης παράβασης, που διαπιστώθηκε από αστυνομικό του Αστυνομικού Τμήματος ..." και δη τον αρχιφύλακα ..., σε βάρος του ιδιώτη ..., κατοίκου ..., για παράβαση του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (α'.17 § 8α'γ. 1337/1983), δεν καταχωρήθηκε στο Βιβλίο Αδικημάτων-Συμβάντων της Υπηρεσίας, δεν συντάχθηκε οικεία μήνυση για την παράβαση αυτή και δεν υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως μήνυση για την ανωτέρω παράβαση. Με αφορμή-έναυσμα την καταγγελία αυτή διενεργήθηκε έλεγχος στα αρχεία της ως άνω Υπηρεσίας του Α.Τ. ... προς διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη αυτής, από τον οποίο προέκυψε πως πράγματι την 6.6.2005 βεβαιώθηκε σε βάρος του προαναφερομένου ιδιώτη η προσημειούμενη παράβαση από τον προμνημονευόμενο αστυνομικό χωρίς να έχει αυτή καταχωρηθεί στο οικείο βιβλίο αδικημάτων-συμβάντων και να μην έχει καταρτισθεί οικεία-για την παράβαση αυτή- μήνυση. Ο έλεγχος αυτός της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος δεν περιορίσθηκε μόνο στην καταγγελθείσα, κατά τα προλεχθέντα, περίπτωση, αλλά επεκτάθηκε προς διακρίβωση τυχόν υπάρξεως και άλλων όμοιων ή παρόμοιων περιπτώσεων και για τα έτη 2001 έως 2005. Για το χρονικό αυτό διάστημα και δη αυτό από 12.6.2002 έως και 31.8.2005, κατά το οποίο υπηρετούσε ως Διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος ... ο εκκαλών Χ με το βαθμό του Υπαστυνόμου Β', η οικεία έρευνα κατέδειξε την ύπαρξη παρόμοιων με την ανωτέρω περιπτώσεων για τις οποίες δεν είχαν συνταχθεί οι σχετικές εκθέσεις και ούτε είχαν κατά συνέπεια υποβληθεί αυτές αρμοδίως, με άμεση συνέπεια να υποβληθεί η σχηματισθείσα δικογραφία, με τη μορφή της αυτεπαγγέλτως γενομένης αστυνομικής προανάκρισης (α'. 243 § 2 ΚΠΔ), στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αλεξανδρουπόλεως για τις δικές της περαιτέρω ενέργειες. Στο πλαίσιο των περαιτέρω δικονομικών ενεργειών και κυρίως και προεχόντως κατά τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών υπό την ως άνω ιδιότητα του, έχοντας, μεταξύ των άλλων καθηκόντων του, και αυτά που απορρέουν από τις διατάξεις των α'. 83§1 και 84§1 Π.Δ. 141/1991 και δη να μονογράφει τα δελτία βεβαίωσης παράβασης-καταχωρώντας την ημερομηνία μονογραφής-και να θέτει επ' αυτών την εντολή για υποβολή μηνύσεως, καθώς και να αναθέτει σε συγκεκριμένο προανακριτικό υπάλληλο της υπηρεσίας του κάθε παράβαση προκειμένου, με βάση τις αναγραφείσες παραβάσεις στα αστυνομικά σημειωματάρια που ήδη ως Διοικητής παρελάμβανε από τους αστυνομικούς της υπηρεσίας του,να προβαίνουν αυτοί στη σύνταξη των οικείων μηνύσεων και στη συνέχεια στην υποβολή αυτών-αναλόγως του χαρακτήρα της μηνυόμενης πράξης-στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή στο Δημόσιο Κατήγορο, αφού προηγουμένως ο ίδιος ως Διοικητής υπέγραφε το κείμενο της αντίστοιχης μήνυσης και το έγγραφο υποβολής της, στις πιο κάτω παρατιθέμενες-λεπτομερώς κατά χωροχρόνο και ειδικές συνθήκες-περιπτώσεις, που αναφέρονται σε παραβάσεις του Υγειονομικού Κανονισμού, του Αγορανομικού Κώδικα, του ΚΟΚ, του ΓΟΚ και της εργατικής νομοθεσίας και που φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος (α'.18β'- 19 ΠΚ),δεν ακολούθησε την προαδιαλαμβανόμενη διαδικασία, ήτοι υπογραφή στο αστυνομικό σημειωματάριο, επισημείωση για υποβολή μηνύσεως, καταχώρηση ημερομηνίας, χρέωση σε προανακριτικό υπάλληλο για κατάρτιση-σύνταξη μηνύσεως, με αποτέλεσμα να μην υποβληθούν για τις περιπτώσεις αυτές οι αντίστοιχες μηνύσεις κατά των υπαιτίων μέχρις ότου διενεργηθεί, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, η έρευνα από την ως άνω Υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ.
Συγκεκριμένα, δεν προέβη σε καμιά απολύτως ενέργεια από τις προαναφερόμενες -ως επιβαλλόμενες εκ των καθηκόντων του στις πιο κάτω παραβάσεις.
α. Στην παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 28.7.2002 από την αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... σε βάρος του ... [άρθρα 234 της ΑΔΥΕ 14/1989 σε συνδυασμό με το α'. 30 § 1 ν.δ. 136/1946], ήτοι γιατί "κατελήφθη ο ανωτέρω ιδιώτης την 28.7.2002 και ώρα 20.10' να μην έχει θέσει τιμοκαταλόγους επί των τραπεζών του υγειονομικού ενδιαφέροντος καταστήματος του".
β. Στην παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 28.7.2002 από την ανωτέρω αστυφύλακα σε βάρος του ... , [ΑΣΤ.Δ.3/1996,σε συνδυασμό με το α' 459 ΠΚ], ήτοι για το ότι "κατελήφθη ο ανωτέρω ιδιώτης την 28.7.2002 και ώρα 21.00'να λειτουργεί μουσική στο κατάστημα του -καφετέρια στερούμενος αδείας του Δήμου ...".
γ. Στις παραβάσεις που βεβαιώθηκαν και καταχωρήθηκαν στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 28.7.2002 από την αυτήν ως άνω αστυφύλακα σε βάρος των ... και ... [άρθρα 14 § 1 της ΑΙβ/8577/1983 Υ.Δ. σε συνδυασμό με το α'. 11 § 10 ν. 2307/1995],ήτοι για το ότι "η πρώτη ως ιδιοκτήτρια καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος την 28.6.2002 απασχολούσε ως σερβιτόρο το δεύτερο χωρίς αυτός να διαθέτει βιβλιάριο υγείας".
δ. Στις παραβάσεις που βεβαιώθηκαν και καταχωρήθηκαν στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο τη 2.8.2002 από την αυτήν ως ανωτέρω αστυφύλακα σε βάρος των ... και ...[άρθρα 14 § 1 της ΑΙβ/8577/1983 Υ.Δ. σε συνδυασμό με το α'. 11 § 10 ν. 2307/1995 και4 Π.Δ.180/1979] και δη για το ότι " ο πρώτος ιδιώτης ως ιδιοκτήτης καφετέριας τη 2.8.2002 και ώρα 19.50' απασχολούσε ως σερβιτόρα τη δεύτερη που εστερείτο βιβλιαρίου υγείας και αδείας εργασίας.
ε. Στην παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 9.8.2003 από τον αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... σε βάρος της ... [άρθρα 4 ν.δ.515/1970 σε συνδυασμό με τα α'. 13 και 15 ν.δ. 1037/1971] και δη για το ότι η ανωτέρω ιδιώτης ως ιδιοκτήτρια καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος την 9.8.2003 και ώρα 23.15' εστερείτο θεωρημένης κατάστασης εργασίας".
στ. Στην παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 9.8.2003 από τον αυτόν ως άνω αστυφύλακα σε βάρος του ... για την αυτήν ως ανωτέρω παράβαση με χρόνο τελέσεως αυτής την 9.8.2003 και ώρα 23.30'.
ζ. Στην παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 9.8.2003 από τον αστυφύλακα ... του Α.Τ.... σε βάρος του ... για την αυτήν ως άνω παράβαση με χρόνο τελέσεως αυτής την 9.8.2003 και ώρα 23.35'.
η. Στην παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο τη 12.2.2004 από τον αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... σε βάρος του ... [άρθρα 6 § 1 της ΑΙβ/8577/1983 Υ.Δ.σε συνδυασμό με το α'. 11 § 10 ν. 2307/1995],και δη για το ότι "ο ανωτέρω ιδιώτης τη 12.2.2004 και ώρα 05.20'διατηρούσε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στερούμενος οικείας αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας του,
θ. Στην παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 22.9.2004 από την αστυφύλακα ... του Α.Τ.... σε βάρος του ... αναφερόμενη στο Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό [άρθρο 17 § 8α' Ν.1337/1983],και δη για το ότι ο ανωτέρω την 22.9.2004 και ώρα 18.45' προέβη στην κατασκευή υπόστεγου στερούμενος οικείας οικοδομικής αδείας".
ι. Στην παράβαση που καταχωρήθηκε μετά από βεβαίωση της στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο τη 10.2.2004 από τον αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... σε βάρος του ... [άρθρα 94 §§ 1,3 και 5α'ΚΟΚ,όπως κυρώθηκε από το α', πρώτο ν.2696/1999] και δη για το ότι "ο ως άνω ιδιώτης οδηγούσε τη 10.2.2004 μοτοσικλέτα στερούμενος αδείας ικανότητας οδηγήσεως". Και
ια. Στην παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο τη 10.2.2004 από τον αυτόν ως άνω αστυφύλακα σε βάρος του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου,[άρθρα 45 §§ 1 και 4 ΚΟΚ, όπως κυρώθηκε το α', πρώτο ν.2696/1999] και δη για το ότι Ό ανωτέρω οδηγός τη 10.2.2004 αρνήθηκε να συμμορφωθεί σε σήμα στάσης ένστολου αστυνομικού οργάνου".
Για τις ανωτέρω υπό τα στοιχεία α έως και θ' παραβάσεις οι μηνύσεις εναντίον των υπαιτίων-παραβατών υποβλήθηκαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, έρευνα της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος της ΕΛ.ΑΣ στα αρχεία του Α.Τ. ... και υπό το βάρος των ήδη διαπιστωθεισών αξιόποινων πράξεων και δη με τις από 30.5.2006 και 15.5.2007 οικείες αναφορές του ανωτέρω Αστυνομικού Τμήματος, προκειμένου να τύχουν της κατ' α'. 43 επ. ΚΠΔ επεξεργασίας από τον προδιαλαμβανόμενο Εισαγγελέα, ενώ για τις λοιπές δύο περιπτώσεις υπό τα στοιχεία ι' και ια' δεν υπήρξε δικονομικό στάδιο περαιτέρω διαδικασιών για επεξεργασία τους από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως μετά από υπηρεσιακή ενέργεια του Α.Τ. ... παρά μόνο στάδιο αυτεπάγγελτης ενέργειας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως το έτος 2008 προς σχηματισμό οικείας δικογραφίας με Α.Β.Μ. Α-2008/2078.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται πως η συμπεριφορά του κατηγορουμένου-εκκαλούντος στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή του κακουργήματος της κατάχρησης εξουσίας κατ' εξακολούθηση, σε απόπειρα και τετελεσμένη, με τη μορφή της εν γνώσει πρόκλησης απαλλαγής υπαιτίου από την τιμωρία. Ειδικότερα, καταδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα οι πράξεις αυτές, με τη μορφή της γνώσης των στοιχείων τους από τον εκκαλούντα και της θέλησης επέλευσης των έκνομων συνεπειών τους στις εννέα πρώτες μερικότερες πράξεις σε απόπειρα και στις δύο τελευταίες σε τετελεσμένη μορφή. Ο αντίθετος ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι η προβαλλόμενη άρνηση του και η συνοδεύουσα αυτήν αιτίαση του- για δήθεν αμελή συμπεριφορά του συνδυαζόμενη με φόρτο εργασίας- ως επαγωγός λόγος εμφανίσεως των ως άνω ένδεκα (11) συνολικώς περιπτώσεων- μερικότερων πράξεων, δεν στηρίζεται σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο και δεν είναι ικανή να κλονίσει τα ανωτέρω προκύψαντα περιστατικά. Πλέον συγκεκριμένα, ο εκκαλών, σε συνέχεια της υπερασπιστικής θέσεως που διατύπωσε κατά το δικονομικό στάδιο της απολογίας του ενώπιον του Ανακριτή Αλεξανδρουπόλεως, εγείρει το επιχείρημα και υποστηρίζει την άποψη του για αμελή του συμπεριφορά ως προς την επίβλεψη-εποπτεία των υφισταμένων του εξαιτίας του αυξημένου φόρτου εργασίας του ως Διοικητή του Α.Τ. ... και κατά την ανάπτυξη των λόγων της εφέσεως του, προκειμένου να αντιπαρατεθεί στην αποδιδόμενη σ' αυτόν κατηγορία, επιπλέον δε αφήνει να εννοηθεί ευθέως πως αποδέχεται ότι και οι εννέα (9) σε απόπειρα, καθώς και οι δύο (2) τελειωμένες πράξεις που αποδίδονται σ' αυτόν, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, είναι υπαρκτά περιστατικά, πλην όμως διατείνεται πως ελλείπει το στοιχείο του άμεσου δόλου, δηλαδή δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση της πράξεως που αποδίδεται σ' αυτόν. Περαιτέρω, στο από 21.8.2008 υπόμνημα του, που κατέθεσε σε συνέχεια της εφέσεως του και προς συμπλήρωση των λόγων αυτής, αναπτύσσει νέα επιχειρηματολογία, αιτιώμενος το μεν τη μη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως του ποινικού αδικήματος που του αποδίδεται, το δε το μη εφικτό της σε απόπειρα τελέσεως της πράξεως που του αποδίδεται με τη μορφή των εννέα (9) μερικότερων πράξεων. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει με το εφετήριο είναι ουσία αβάσιμοι, δεδομένου ότι ο εκκαλών -κατηγορούμενος ήταν, κατά το χρόνο που εκτελούσε τα καθήκοντα του Διοικητού στο προαναφερόμενο Αστυνομικό Τμήμα, έμπειρος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ,ως έχων υπέρ 25ετή πραγματική υπηρεσία και ως Υπαξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ, και κατά συνέπεια γνώστης της λειτουργικότητας και της κατά προορισμό χρήσης των αστυνομικών σημειωματαρίων. Οι ισχυρισμού που προβάλλει με το υπόμνημα, είναι νομικά αβάσιμοι και προβάλλονται υπ' αυτού αστόχως και αλυσιτελώς, καθόσον αυτοί δεν στηρίζονται στις διατάξεις που αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Κατόπιν αυτών το Συμβούλιο Εφετών Θράκης αποφάνθηκε ότι προέκυψαν σοβαρές, επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος -κατηγορουμένου για τη στήριξη δημόσιας κατηγορίας σε βάρος του και κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 309 § Ιε'και 313 ΚΠΔ, τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου καθύλη και κατά τόπο Δικαστηρίου, ήτοι του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Θράκης [άρθρα 109 α', 119 § 1 και 122 §1ΚΠΔ και α'. 97 § 1 Συντ.1975/1986/2001/2008],που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της προδιαληφθείσης αξιόποινης πράξεως (άρθρα 13α',42 § 1,83γ',98 και 239 στοιχ. β'περ. δεύτερη ΠΚ σε συνδυασμό με τα α'. 83 § 1 και 84 §1 Π.Δ. 141/1991].
Γ)-Αναιρετικός έλεγχος.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κατάχρησης εξουσίας υπό τη μορφή της πρόκλησης απαλλαγής από την κατηγορία υπαιτίου, συντελεσμένη και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1,98 και 239 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνει από πλευράς μεν της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ότι ο κατηγορούμενος με το να μη υποβάλλει τις μηνύσεις των αστυνομικών οργάνων στον αρμόδιο εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο στις μεν πρώτες εννέα ποινικές παραβάσεις επιχείρησε να προκαλέσει την απαλλαγή από την κατηγορία των υπαιτίων, πράξεις που συνιστούν την εξακολούθηση της απόπειρας κατάχρησης εξουσίας, στις δε δυο τελευταίες ποινικές παραβάσεις ολοκλήρωσε την επιδιωκόμενη πρόκληση απαλλαγής από την κατηγορία των υπαιτίων, πράξεις που συνιστούν την κατ' εξακολούθηση κατάχρηση εξουσίας σε τετελεσμένη μορφή, από πλευράς δε της υποκειμενικής υπόστασης ότι αυτός τελούσε σε άμεσο δόλο, ότι δηλ. γνώριζε με απόλυτη βεβαιότητα ότι μη υποβάλλοντας τις ανωτέρω μηνύσεις στον εισαγγελέα ή στο δημόσιο κατήγορο, επιχειρεί πράξη τελέσεως της κατ' εξακολούθηση κατάχρησης εξουσίας και την ολοκλήρωση της κατ' εξακολούθηση κατάχρησης εξουσίας, αντίστοιχα, υπό τη μορφή της πρόκλησης απαλλαγής των υπαιτίων από την κατηγορία. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το βούλευμα υπέπεσε σε εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων και δη 1) συμπεριέλαβε στις μερικότερες πράξεις και τη δεύτερη περίπτωση της παράβασης της χρήσης μουσικής σε κατάστημα χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής, [Αστυν.Διαταξη 3/96 που τιμωρείται ως πταίσμα κατά το άρθρο 459 ΠΚ],με την αιτιολογία ότι η πρόκλησης απαλλαγής από την κατηγορία κατά του υπαιτίου για πταίσμα δεν εντάσσεται στην ποινική εμβέλεια του άρθρου 239 ΠΚ και 2) αποφάνθηκε ότι τελείται το έγκλημα της πρόκλησης απαλλαγής του υπαιτίου από την κατηγορία, χωρίς να έχει επέλθει η τελειωτική απαλλαγή αυτού ως αποτέλεσμα της παράλειψής του, είναι νομικά αβάσιμες. Πρώτο, διότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 239 ΠΚ η πρόκληση απαλλαγής του υπαιτίου από την κατηγορία αναφέρεται για οποιοδήποτε κολαζόμενο από τις ποινικές διατάξεις έγκλημα, κακούργημα, πλημμέλημα ή πταίσμα, εφόσον ο νόμος δεν προβαίνει σε καμία διάκριση [ΑΠ. 1702/83, Χριστοφιλόπουλος Θέμ.ΞΓ/308].Και δεύτερο, η τιμώρηση του δράστη στην πρόκληση της απαλλαγής του υπαιτίου από την κατηγορία συντελείται χωρίς να απαιτείται και η επέλευση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος της απαλλαγής τούτου από τις πράξεις του δράστη [ΑΠ. 16/77 ΠΧΡ.ΚΖ/488, ΑΠ. 846/76 ΠΧΡ.ΚΖ/261]. Οι λοιπές αιτιάσεις του ότι το Συμβούλιο Εφετών παρέλειψε να εκτιμήσει το από 21-8-08 υπόμνημά του που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης και το ... πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πλημμ/κών Αλεξανδρουπόλεως, από το οποίο προκύπτει η κίνηση των μηνύσεων που υποβλήθηκαν στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αλεξανδρουπόλεως, τις οποίες δεν υπέβαλε, ως όφειλε, στον Εισαγγελέα Πλημμ/κών Αλεξανδρουπόλεως, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Συμβούλιο τα έγγραφα αυτά τα συνεκτίμησε, το μεν έγγραφο της Εισαγγελίας, όπως όλα τα έγγραφα που ρητά αναφέρει ότι εκτίμησε, το δε υπόμνημα με ρητή και ειδική προς αυτό αναφορά στο περιεχόμενό του. Οι λοιπές αιτιάσεις του ότι το Συμβούλιο εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις και κατέληξε στην κρίση ότι υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο, όπως ότι προκάλεσε την απαλλαγή και ότι συνέτρεχε άμεσος δόλος, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες γιατί με αυτές βάλλει κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.
5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλέυματος,το δε να καταδικάσει αυτόν στα δικαστικά έξοδα,που ανέρχονται στο ποσό των 220 €.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί η 50/21-11-08 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 245/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, Και
Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 239 του Π.Κ. "υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή ανάκριση αξιοποίνων πράξεων: α) ..., β) "αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη αυτή του εδ. β' προβλέπει δύο ιδιαίτερα και ανεξάρτητα μεταξύ τους εγκλήματα, ήτοι 1) την έκθεση σε δίωξη ή τιμωρία κάποιου αθώου και 2) την παράλειψη διώξεως ή πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, κάποιου υπαίτιου. Το έγκλημα δε της περιπτώσεως 2, είναι σωρευτικά μικτό και τελείται με δύο διαφορετικούς τρόπους, δηλαδή Ι) την παράλειψη διώξεως, η οποία τελείται μόνο από πρόσωπο που δικαιούται στην άσκηση ποινικής διώξεως (εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο) και Π) την πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, η οποία μπορεί να τελεσθεί από εισαγγελέα, ανακριτή ή ανακριτικό (προανακριτικό) υπάλληλο. Οι δύο αυτοί τρόποι, δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Η τέλεση δε της πράξεως με την μορφή της "προκλήσεως απαλλαγής" του υπαίτιου από την τιμωρία, δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως, γιατί ο όρος "απαλλαγή", τίθεται εδώ με την "γενική" και όχι την "ποινική" του σημασία (η οποία άλλωστε, κατά κυριολεξία, προϋποθέτει απόφαση δικαστηρίου ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου), αφού πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, νοείται καθ' οιονδήποτε τρόπο (εκτός από την παράλειψη ασκήσεως ποινικής διώξεως), ούτε άλλωστε γίνεται λόγος για "απαλλαγή" από την "ποινή" (η οποία προϋποθέτει την άσκηση ποινικής διώξεως), αλλά για "απαλλαγή" από την "τιμωρία". Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η "απαλλαγή" προϋποθέτει, προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και επί ελλείψεως αυτής, θεμελιώνεται ενδεχομένως το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος του άρθρου 259 του Π.Κ., προσκρούει στην αντίληψη, ότι δεν είναι δυνατό να διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση του υπαλλήλου, που ενεργεί αυτεπάγγελτη προανάκριση και η μεν συμπεριφορά του μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, ως κατάχρηση εξουσίας, η προγενέστερη δε της δίωξης συμπεριφορά του, να τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, ως παράβαση καθήκοντος, όταν μάλιστα και στις δύο περιπτώσεις, το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό είναι το ίδιο, δηλαδή το συμφέρον της πολιτείας να τιμωρείται η τέλεση αξιόποινων πράξεων, ίδια δε και η απαξία της πράξεως. Υποκείμενο του εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας, υπό τη μορφή της προκλήσεως "απαλλαγής" του υπαίτιου από την "τιμωρία", μπορεί να είναι, όχι μόνον ο δικαιούμενος στην άσκηση ποινικής διώξεως (όπως όταν το έγκλημα τελείται υπό την μορφή της παραλείψεως διώξεως), αλλά και κάθε (γενικός ή ειδικός) προανακριτικός υπάλληλος, αφού ως "ανάκριση" νοείται και η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση, και επομένως στην έννοια του "υπαλλήλου" στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων, εντάσσεται και ο προανακριτικός υπάλληλος, όπως είναι και ο αξιωματικός και υπαξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος είναι κατά το άρθρο 33 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., γενικός προανακριτικός υπάλληλος. Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται, στη γνώση της τελέσεως αξιοποίνου πράξεως και του υπαιτίου αυτής, καθώς και τη γνώση ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά, προκαλεί την απαλλαγή του και τη θέληση να προκληθεί η απαλλαγή αυτή. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1α' του Π.Κ. προκύπτει ότι τα στοιχεία της απόπειρας είναι η απόφαση του δράστη να διαπράξει ορισμένο κακούργημα ή πλημμέλημα, η αρχή εκτέλεσης αυτού και η μη ολοκλήρωσή του. Αρχή εκτέλεσης του ως άνω εγκλήματος στην περίπτωση της "πρόκλησης απαλλαγής" του υπαιτίου από την "τιμωρία" είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που γίνεται από κάποιον αρμόδιο υπάλληλο και η οποία στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας είναι αποφασιστικής σημασίας για την τελική απαλλαγή του υπαιτίου, η οποία πάντως για άλλο λόγο δεν επήλθε τελικά. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 245/2008 βούλευμά του, και με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχτηκε ότι από την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων της ανακριτικής δικογραφίας και της προκαταρκτικής εξετάσεως που προηγήθηκε αυτής και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απολογίας του κατηγορουμένου - εκκαλούντος, καθώς και από τη σύννομη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης (α'. 177 § 1 ΚΠΔ), προέκυψαν τα επόμενα πραγματικά περιστατικά, ασκούντα ουσιώδη επιρροή στη διερεύνηση, κρίση και απόφανση επί της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη της κρινομένης εφέσεως: Την 7.12.2005 η Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος της ΕΛ.ΑΣ δέχθηκε ανώνυμη τηλεφωνική καταγγελία, σύμφωνα με την οποία ένα δελτίο βεβαίωσης παράβασης, που διαπιστώθηκε από αστυνομικό του Αστυνομικού Τμήματος ... και δη τον αρχιφύλακα ..., σε βάρος του ιδιώτη ..., κατοίκου ..., για παράβαση του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (α'. 17 § 8α' ν. 1537/1983), δεν καταχωρήθηκε στο Βιβλίο Αδικημάτων-Συμβάντων της Υπηρεσίας, δεν συντάχθηκε οικεία μήνυση για την παράβαση αυτή και δεν υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως μήνυση για την ανωτέρω παράβαση. Με αφορμή-έναυσμα την καταγγελία αυτή διενεργήθηκε έλεγχος στα αρχεία της ως άνω Υπηρεσίας του Α.Τ. ... προς διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη αυτής, από τον οποίο προέκυψε πως πράγματι την 6.6.2005 βεβαιώθηκε σε βάρος του προαναφερομένου ιδιώτη η προσημειούμενη παράβαση από τον προμνημονευόμενο αστυνομικό χωρίς να έχει αυτή καταχωρηθεί στο οικείο βιβλίο αδικημάτων-συμβάντων και να μην έχει καταρτισθεί οικεία -για την παράβαση αυτή- μήνυση. Ο έλεγχος αυτός της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος δεν περιορίσθηκε μόνο στην καταγγελθείσα, κατά τα προλεχθέντα, περίπτωση, αλλά επεκτάθηκε προς διακρίβωση τυχόν υπάρξεως και άλλων όμοιων ή παρόμοιων περιπτώσεων και για τα έτη 2001 έως 2005. Για το χρονικό αυτό διάστημα και δη αυτό από 12.6.2002 έως και 31.8,2005, κατά το οποίο υπηρετούσε ως Διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος ... ο εκκαλών Χ με το βαθμό του Υπαστυνόμου Β', η οικεία έρευνα κατέδειξε την ύπαρξη παρόμοιων με την ανωτέρω περιπτώσεων για τις οποίες δεν είχαν συνταχθεί οι σχετικές εκθέσεις και ούτε είχαν κατά συνέπεια υποβληθεί αυτές αρμοδίως, με άμεση συνέπεια να υποβληθεί η σχηματισθείσα δικογραφία, με τη μορφή της αυτεπαγγέλτως γενομένης αστυνομικής προανάκρισης (α'. 243 § 2 ΚΠΔ), στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αλεξανδρουπόλεως για τις δικές της περαιτέρω ενέργειες. Στο πλαίσιο των περαιτέρω δικονομικών ενεργειών και κυρίως και προεχόντως κατά τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών υπό την ως άνω ιδιότητα του, έχοντας, μεταξύ των άλλων καθηκόντων του, και αυτά που απορρέουν από τις διατάξεις των α'. 83§1 και 84§1 Π.Δ. 141/1991 και δη να μονογράφει τα δελτία βεβαίωσης παράβασης-καταχωρώντας την ημερομηνία μονογραφής-και να θέτει επ' αυτών την εντολή για υποβολή μηνύσεως, καθώς και να αναθέτει σε συγκεκριμένο προανακριτικό υπάλληλο της υπηρεσίας του κάθε παράβαση προκειμένου, με βάση τις αναγραφείσες παραβάσεις στα αστυνομικά σημειωματάρια που ήδη ως Διοικητής παρελάμβανε από τους αστυνομικούς της υπηρεσίας του, να προβαίνουν αυτοί στη σύνταξη των οικείων μηνύσεων και στη συνέχεια στην υποβολή αυτών -αναλόγως του χαρακτήρα της μηνυόμενης πράξης- στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή στο Δημόσιο Κατήγορο, αφού προηγουμένως ο ίδιος ως Διοικητής υπέγραφε το κείμενο της αντίστοιχης μήνυσης και το έγγραφο υποβολής της, στις πιο κάτω παρατιθέμενες-λεπτομερώς κατά χωροχρόνο και ειδικές συνθήκες-περιπτώσεις, που αναφέρονται σε παραβάσεις του Υγειονομικού Κανονισμού, του Αγορανομικού Κώδικα, του ΚΟΚ, του ΓΟΚ και της εργατικής νομοθεσίας και που φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος (α'. 18β'- 19 ΠΚ) δεν ακολούθησε την προαδιαλαμβανόμενη διαδικασία, ήτοι υπογραφή στο αστυνομικό σημειωματάριο, επισημείωση για υποβολή μηνύσεως, καταχώρηση ημερομηνίας, χρέωση σε προανακριτικό υπάλληλο για κατάρτιση-σύνταξη μηνύσεως, με αποτέλεσμα να μην υποβληθούν για τις περιπτώσεις αυτές οι αντίστοιχες μηνύσεις κατά των υπαιτίων μέχρις ότου διενεργηθεί, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, η έρευνα από την ως άνω Υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ. Συγκεκριμένα, δεν προέβη σε καμιά απολύτως ενέργεια από τις προαναφερόμενες -ως επιβαλλόμενες εκ των καθηκόντων του- σε σχέση: α: με την παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 28.7.2002 από την αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... σε βάρος του ... για παράβαση του α'. 234 της ΑΔΥΕ 14/1989 σε συνδυασμό με το α'. 30§1 ν.δ. 136/1946, ήτοι για το "κατελήφθη ο ανωτέρω ιδιώτης την 28.7.2002 και ώρα 20.10' να μην έχει θέσει τιμοκαταλόγους επί των τραπεζών του υγειονομικού ενδιαφέροντος καταστήματός του", β. με την παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 28.7.2002 από την ανωτέρω αστυφύλακα σε βάρος του ... για παράβαση της 3/1996 Αστυνομικής Διάταξης σε συνδυασμό με το α' 459 ΠΚ, ήτοι για το ότι "κατελήφθη ο ανωτέρω ιδιώτης την 28.7.2002 και ώρα 21.00' να λειτουργεί μουσική στο κατάστημά του - καφετέρια στερούμενος αδείας του Δήμου ...", γ. με τις παραβάσεις που βεβαιώθηκαν και καταχωρήθηκαν στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 28.7.2002 από την αυτήν ως άνω αστυφύλακα σε βάρος των ... και ... για παράβαση του α'. 14 § 1 της Α1β/8577/1983 Υ.Δ. σε συνδυασμό με το α'. 11 § 10 ν. 2307/1995 και ειδικότερα για το ότι "η πρώτη ως ιδιοκτήτρια καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος την 28.6.2002 απασχολούσε ως σερβιτόρο το δεύτερο χωρίς αυτός να διαθέτει βιβλιάριο υγείας", δ. με τις παραβάσεις που βεβαιώθηκαν και καταχωρήθηκαν στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο τη 2.8.2002 από την αυτήν ως ανωτέρω αστυφύλακα σε βάρος των ... και ... για παράβαση του α'. 14 § 1 της ΑΙβ/8577/1983 Υ.Δ. σε συνδυασμό με το α'. 11 § 10 ν. 2307/1995 και για παράβαση του α'. 4 Π.Δ. 180/1979 και ειδικότερα για το ότι " ο πρώτος ιδιώτης ως ιδιοκτήτης καφετέριας τη 2.8.2002 και ώρα 19.50' απασχολούσε ως σερβιτόρα τη δεύτερη που εστερείτο βιβλιαρίου υγείας και αδείας εργασίας, ε. με την παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 9.8.2003 από τον αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... σε βάρος της ... για παράβαση του α'. 4 ν.δ. 515/1970 σε συνδυασμό με τα α'. 13 και 15 ν.δ. 1037/1971 και ειδικότερα για το ότι "η ανωτέρω ιδιώτης ως ιδιοκτήτρια καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος την 9.8.2003 και ώρα 23.15' εστερείτο θεωρημένης κατάστασης εργασίας", στ. με την παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 9.8.2003 από τον αυτόν ως άνω αστυφύλακα σε βάρος του ... για την αυτήν ως ανωτέρω παράβαση με χρόνο τελέσεως αυτής την 9.8.2003 και ώρα 23.30', ζ. με την παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 9.8.2003 από τον αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... σε βάρος του ... για την αυτήν ως άνω παράβαση με χρόνο τελέσεως αυτής την 9.8.2003 και ώρα 23.35', η. με την παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο τη 12.2.2004 από τον αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... σε βάρος του ... για παράβαση του α'. 6 § 1 της ΑΙβ/8577/1983 Υ.Δ. σε συνδυασμό με το α'. 11 § 10 ν. 2307/1995 και ειδικότερα για το ότι "ο ανωτέρω ιδιώτης τη 12.2.2004 και ώρα 05.20'διατηρούσε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στερούμενος οικείας αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας του, θ. με την παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο την 22.9.2004 από την αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... σε βάρος του ... για παράβαση του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (α'. 17 § 8α' ν. 1337/1983) και ειδικότερα για το ότι ο ανωτέρω την 22.9.2004 και ώρα 18.45' προέβη στην κατασκευή υπόστεγου στερούμενος οικείας οικοδομικής αδείας", ι. με την παράβαση που καταχωρήθηκε μετά από βεβαίωσή της στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο τη 10.2.2004 από τον αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... σε βάρος του ... για παράβαση του α'. 94 §§ 1, 3 και 5α' ΚΟΚ, όπως κυρώθηκε από το α', πρώτο ν. 2696/1999, και ειδικότερα για το ότι "ο ως άνω ιδιώτης οδηγούσε τη 10.2.2004 μοτοσικλέτα στερούμενος αδείας ικανότητας οδηγήσεως" και ια. με την παράβαση που βεβαιώθηκε και καταχωρήθηκε στο οικείο αστυνομικό σημειωματάριο τη 10.2.2004 από τον αυτόν ως άνω αστυφύλακα σε βάρος του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου για παράβαση του α'. 45 §§ 1 και 4 ΚΟΚ, όπως κυρώθηκε το α', πρώτο ν. 2696/1999, και ειδικότερα για το ότι ο ανωτέρω οδηγός τη 10.2.2004 αρνήθηκε να συμμορφωθεί σε σήμα στάσης ένστολου αστυνομικού οργάνου". Για τις ανωτέρω υπό τα στοιχεία α' έως και θ' περιπτώσεις οι μηνύσεις εναντίον των υπαιτίων-παραβατών υποβλήθηκαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, έρευνα της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος της ΕΛ.ΑΣ στα αρχεία του Α.Τ. ... και υπό το βάρος των ήδη διαπιστωθεισών αξιόποινων πράξεων και δη με τις από 30.5.2006 και 15.5.2007 οικείες αναφορές του ανωτέρω Αστυνομικού Τμήματος, προκειμένου να τύχουν της κατ' α'. 43 επ. ΚΠΔ επεξεργασίας από τον προδιαλαμβανόμενο Εισαγγελέα, ενώ για τις λοιπές δύο περιπτώσεις υπό τα στοιχεία ι' και ιβ,' δεν υπήρξε δικονομικό στάδιο περαιτέρω διαδικασιών για επεξεργασία τους από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως μετά από υπηρεσιακή ενέργεια του Α.Τ. ... παρά μόνο στάδιο αυτεπάγγελτης ενέργειας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως το έτος 2008 προς σχηματισμό οικείας δικογραφίας με Α.Β.Μ. Α-2008/2078. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως εκτέθηκε ότι προέκυψαν κατά την κρίση μας, συνάγεται πως η συμπεριφορά του κατηγορουμένου-εκκαλούντος στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή του κακουργήματος της κατάχρησης εξουσίας κατ' εξακολούθηση σε απόπειρα και τετελεσμένη με τη μορφή της εν γνώσει πρόκλησης απαλλαγής υπαιτίου από την τιμωρία. Ειδικότερα, καταδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα οι πράξεις αυτές, με τη μορφή της γνώσης των στοιχείων τους από τον εκκαλούντα και της θέλησης επέλευσης των έκνομων συνεπειών τους, ως εννέα κατ' αριθμό μερικότερες πράξεις σε απόπειρα και ως δύο κατ' αριθμό μερικότερες πράξεις τελειωμένες, κατά τα προεκτεθέντα, παρά τον περί αντιθέτου ισχυρισμό του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για μη τέλεση τους, που πρέπει να κριθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι η προβαλλόμενη άρνηση του και η συνοδεύουσα αυτήν αιτίασή του - για δήθεν αμελή συμπεριφορά του συνδυαζόμενη με φόρτο εργασίας - ως επαγωγός λόγος εμφανίσεως των ως άνω ένδεκα (11) συνολικώς περιπτώσεων - μερικότερων πράξεων δεν στηρίζεται σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο και δεν είναι ικανή να κλονίσει τα ανωτέρω προκύψαντα περιστατικά. Πλέον συγκεκριμένα, ο εκκαλών, σε συνέχεια της υπερασπιστικής θέσεως που διατύπωσε κατά το δικονομικό στάδιο της απολογίας του ενώπιον του Ανακριτή Αλεξανδρουπόλεως, εγείρει τα επιχείρημα και υποστηρίζει την άποψη του για αμελή του συμπεριφορά ως προς την επίβλεψη-εποπτεία των υφισταμένων του εξαιτίας του αυξημένου φόρτου εργασίας του ως Διοικητή του Α.Τ. ... και κατά την ανάπτυξη των λόγων της εφέσεως του, προκειμένου να αντιπαρατεθεί στην αποδιδόμενη σ' αυτόν κατηγορία, επιπλέον δε αφήνει να εννοηθεί ευθέως πως αποδέχεται ότι και οι εννέα (9) σε απόπειρα, καθώς και οι δύο (2) τελειωμένες πράξεις που αποδίδονται σ' αυτόν, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, είναι υπαρκτά περιστατικά, πλην όμως διατείνεται πως ελλείπει το στοιχείο του άμεσου δόλου, δηλαδή δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση της πράξεως που αποδίδεται σ' αυτόν. Περαιτέρω, στο από 21.8.2008 υπόμνημα του, που κατέθεσε σε συνέχεια της εφέσεως του και προς συμπλήρωση των λόγων αυτής, αναπτύσσει νέα επιχειρηματολογία, αιτιώμενος το μεν τη μη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως του ποινικού αδικήματος που αποδίδεται σ' αυτόν, το δε το μη εφικτό της σε απόπειρα τελέσεως της πράξεως που αποδίδεται σ' αυτόν με τη μορφή των εννέα (9) μερικότερων πράξεων. Καθό μέρος αφορά τους ως άνω λόγους του κρινόμενου εφετηρίου, φαίνονται να είναι ουσία αβάσιμοι, δεδομένου ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος ήταν, κατά το χρόνο που εκτελούσε τα καθήκοντα του Διοικητού στο προαναφερόμενο Αστυνομικό Τμήμα, έμπειρος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ, ως έχων υπέρ 25ετή πραγματική υπηρεσία και ως Υπαξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ, και κατά συνέπεια γνώστης της λειτουργικότητας και της κατά προορισμό χρήσης των αστυνομικών σημειωματαρίων, σε σχέση δε με τους λόγους του υπομνήματος, πρέπει να τονισθεί πως αστόχως και αλυσιτελώς εγείρονται προς κατάλυση της αποδιδόμενης στον εκκαλούντα κατηγορίας, με βάση τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσης.
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το Συμβούλιο Εφετών Θράκης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου που θα οριστεί αρμοδίως για να δικαστεί για την πράξη της κατ' εξακολούθηση κατάχρησης εξουσίας τετελεσμένη και σε απόπειρα και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεσή του κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος υπ' αριθ. 15/2008 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, το οποίο και επικύρωσε. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και προκαταρκτική εξέταση και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχοντας σκοπό να προκαλέσει την απαλλαγή των υπαιτίων παραβατών από την τιμωρία, δεν προέβη στις απαραίτητες υπηρεσιακές ενέργειες προκειμένου να υποβληθούν μηνύσεις κατά των παραβατών, οι οποίες μηνύσεις υποβλήθηκαν εκ των υστέρων από άλλους αστυνομικούς για τις εννιά πρώτες περιπτώσεις, ενώ για τις υπόλοιπες δύο περιπτώσεις (δέκατη και ενδέκατη) δεν υποβλήθηκαν μηνύσεις. Επίσης αναφέρεται και αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου και περαιτέρω προκύπτει ότι ο Συμβούλιο εκτίμησε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας καθώς και το απολογητικό του υπόμνημα, για το οποίο μάλιστα γίνεται και ρητή αναφορά στο περιεχόμενό του. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος και επίσης είναι αβάσιμες και οι συναφείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι το Συμβούλιο δεν εκτίμησε το απολογητικό του υπόμνημα ούτε το υπ'αριθ. ... έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης στο οποίο αναφερόταν ότι σε δύο περιπτώσεις οι παραβάτες δεν απαλλάχθηκαν τελικώς από την τιμωρία και σε τρεις περιπτώσεις οι παραβάτες αθωώθηκαν από το αρμόδιο δικαστήριο. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 239 του Π.Κ., συνιστάμενη στο ότι α) σε δύο περιπτώσεις από αυτές που αποδίδονται στον κατηγορούμενο οι παραβάτες δεν απαλλάχθηκαν τελικώς από την τιμωρία αλλά καταδικάστηκαν από το αρμόδιο δικαστήριο, ενώ σε τρεις περιπτώσεις οι παραβάτες αθωώθηκαν από το αρμόδιο δικαστήριο και έτσι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της καταχρήσεως εξουσίας, αφού στις δύο ως άνω περιπτώσεις δεν προκάλεσε αυτός την απαλλαγή τους από την τιμωρία και στις τρεις λοιπές περιπτώσεις δεν υπήρχε αξιόποινη πράξη του παραβάτη του οποίου ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να προκαλέσει την απαλλαγή και ούτε στοιχειοθετείται ο απαιτούμενος άμεσος δόλος αυτού για πρόκληση απαλλαγής των παραβατών αφού αυτοί ήταν αθώοι, β) στη δεύτερη από τις περιπτώσεις που του αποδίδονται η παράβαση ήταν πταισματική και δεν στοιχειοθετείται κατάχρηση εξουσίας από την πρόκληση απαλλαγής από πταίσμα, για το οποίο μάλιστα αυτός είχε τη δυνατότητα να κάνει δεκτές αντιρρήσεις του παραβάτη και να θέσει την παράβαση στο αρχείο και γ) η από μέρους του παράλειψη ειδοποίησης του αρμόδιου Εισαγγελέα δεν συνιστά κατάχρηση εξουσίας, αλλά παράβαση καθήκοντος. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος και κατά τα τρία σκέλη του και συγκεκριμένα α) η μεταγενέστερη και ανεξάρτητη από την ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας του δράστη καταδίκη ή αθώωση του παραβάτη, δεν αναιρεί την από μέρους του τέλεση του εγκλήματος, του οποίου τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, όπως δέχτηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα, και δεν ισχυρίζεται αυτός ότι στις περιπτώσεις της μεταγενέστερης αθώωσης δεν προέβη στις επιβαλλόμενες υπηρεσιακές ενέργειες επειδή γνώριζε ότι ήταν αθώοι, πράγμα άλλωστε που δεν ήταν αρμόδιος να κρίνει, αλλά όφειλε να παραπέμψει τον παραβάτη στις αρμόδιες δικαστικές αρχές, β) η πρόκληση απαλλαγής του υπαιτίου από την τιμωρία αναφέρεται σε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα (κακούργημα, πλημμέλημα ή πταίσμα), αφού ο νόμος δεν κάνει διάκριση, ενώ για τη θέση της παράβασης στο αρχείο δεν ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκαν αντιρρήσεις από τον παραβάτη και ότι έγιναν δεκτές, ώστε να είναι νόμιμη η αρχειοθέτηση και γ) όπως έχει αναφερθεί, τα περιστατικά που δέχτηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα συνιστούν το έγκλημα της καταχρήσεως εξουσίας και όχι της παραβάσεως καθήκοντος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθ. 245/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή