Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 275 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή αναγνωριστική, Διαθήκη, Έγγραφα, Επίδοση εγγράφου στο εξωτερικό, Κληρονομία , Χωρισμός υπόθεσης.




Περίληψη:
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους μη κλητευθέντες. Σύμβαση δικαστικής αρωγής μεταξύ Ελλάδος και Μ. Βρετανίας, υπογραφείσα στις 27-2-1936 και κυρωθείσα με τον ΑΝ 730/1937, στην οποία προσχώρησε και η Αυστραλία. Πως γίνονται οι επιδόσεις κατά τη σύμβαση αυτή. Επί απλής ομοδικίας, η τελεσιδικία της απόφασης αφορά αυτοτελώς κάθε διάδικο. Η αγωγή αναγνωρίσεως του περιεχομένου ιδιόγραφης διαθήκης και του εξ αυτής κληρονομικού δικαιώματος συνδέει τους ομοδίκους με απλή ομοδικία. Η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως. Τρόποι τελεσιδικίας της απόφασης. Αν η απόφαση κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως δεν είναι τελεσίδικη, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Για τη σύνταξη διαθήκης απαιτείται ANIMUS TESTANDI. 1721 ΑΚ. 1712 ΑΚ. Σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης. Η διαθήκη ερμηνεύεται κατά 173 ΑΚ. 559 αρ.1 και 19. Προϋποθέσεις. 559 αρ.20. Παραμόρφωση εγγράφου. Μόνο αναφορά σε διαγνωστικό και όχι εκτιμητικό έλεγχο. Η αιτίαση ότι δεν αναγνώσθηκε αντιφάσκει με την αιτίαση ότι εκτιμήθηκε εσφαλμένα.




Αριθμός 275/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 2)Μ. Κ. του Χ., χήρας Δ. Τ. και 3)Ν. Τ. του Δ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του Δ. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Θ. χήρας Γ. Τ., το γένος Β., κατοίκου ... 2)Ι. Τ. του Ν., συζύγου Σ. Κ., κατοίκου ..., 3)Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 4)Α. Τ. του Ν., συζ. Δ. Α., κατοίκου ..., 5)Ό. Τ. του Ν., συζ. Α. Β., κατοίκου ..., 6)Μ. Τ. του Ν., συζ. ’. Π., κατοίκου ... 7)Α. χήρας Α. Τ., το γένος Γ. Κ., 8)Μ. Τ. του Α. και 9)Ν. Τ. του Α., κατοίκων ..., των τριών τελευταίων ως κληρονόμων του Α. Τ.. Οι 1η, 2η και 6η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/1/2006 αγωγή των 1ης έως 6ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και του αρχικού διαδίκου Α. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 586/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της πρωτόδικης απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/3/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 16/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύσει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά την παρ.3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ'αυτό με το άρθρο 62 του Ν.4139/20.3.2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔικ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Περαιτέρω η κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.2 ΚΠολΔικ προθεσμία των ενενήντα ημερών ασκήσεως αναιρέσεως , από πρόσωπο που διαμένει στο εξωτερικό, σε γνωστή διεύθυνση, υπολογίζεται από την επίδοση, η δε προθεσμία αυτή, κατά το άρθρο 136 παρ.1 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με το άρθρο 134 παρ.1 του ίδιου κώδικα, υπολογίζεται από τότε που έγινε η επίδοση στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την υποκείμενη σε αναίρεση απόφαση, αφού από τότε θεωρείται ότι αυτή (επίδοση) συντελέστηκε, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και παραλαβής της. Όμως το άρθρο 134 ΚΠολΔικ εκτοπίζεται από τη μεταξύ της Ελλάδος και της Μεγάλης Βρεττανίας υπογραφείσα, στις 27.2.1936, στο Λονδίνο, Σύμβαση δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε με τον ΑΝ 730/1937 (ΦΕΚ τ.Α' αρ. φύλλου 227 της 15ης Ιουνίου 1937) και άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτής, από την ανταλλαγή των επικυρώσεών της από τα συμβαλλόμενα μέρη, στις 16.11.1937. Στην εν λόγω Σύμβαση προσχώρησε νόμιμα, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 αυτής, η Αυστραλία στις 14.12.1938, με ισχύ αυθημερόν (ΦΕΚ 445/1938 τευχ. Α'). Κατά το άρθρο 4(α) της Σύμβασης η επίδοση μπορεί να ενεργηθεί και άνευ οιασδήποτε αιτήσεως προς τις αρχές της χώρας εκτελέσεως και μεσολαβήσεως τούτων (όπως η επίδοση αυτή προβλέπεται στο άρθρο 3 της Σύμβασης), με έναν από τους εκτιθέμενους- στο άρθρο αυτό (4) τρόπους, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνος (υπό τον αριθμό 1) "υπό προξενικού υπαλλήλου ενεργούντος εξ ονόματος της χώρας προελεύσεως" . Από δε το συνδυασμό των άρθρων 3 (η) και 4 (δ) της Σύμβασης σαφώς προκύπτει, ότι με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιελεύσεως του επιδοτέου εγγράφου στην παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται αν μεν η επίδοση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης (μέσω της αρμοδίας αρχής της χώρας εκτελέσεως) με πιστοποιητικό αποδεικνύον τη γενομένη επίδοση, παρεχόμενο από την εκτελούσα την αίτηση προς επίδοση αρχή, αν δε η επίδοση δεν πραγματοποιηθεί με πιστοποιητικό που επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αυτή δεν έγινε, εκθέτοντας το γεγονός, τον τρόπο και την ημερομηνία της αποπειραθείσας επιδόσεως, αν δε γίνει σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης με πιστοποιητικό επιδόσεως, κατά τα οριζόμενα στη νομοθεσία της χώρας του επιμεληθέντος την επίδοση συμβαλλομένου μέρους, οι δικαστικές αρχές της οποίας θα ελέγξουν το ζήτημα της εγκυρότητας της επίδοσης κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση, από το πινάκιο της αναφερομένης την αρχή της παρούσας αποφάσεως δικασίμου, από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες, καθώς και η πρώτη, δεύτερη και έκτη των αναιρεσιβλήτων με τους ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντες αντίστοιχα πληρεξουσίους δικηγόρους τους, Γεώργιο Παπαδημητρίου και Μαρία Σωτηροπούλου, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔικ. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν. Όπως δε προκύπτει από τις προσκομιζόμενες, από τις επισπεύδουσες τη συζήτηση αναιρεσείουσες, υπ'αριθμ. .../23.7.2013 και .../24.7.2013 εκθέσεις επιδόσεως, των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας αντίστοιχα, … και …, ακριβές αντίγραφο της από 30.3.2010 αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τρίτο και την πέμπτη από τους αναιρεσίβλητους. Περαιτέρω η αίτηση αναιρέσεως επιδόθηκε στις 22.3.2013, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με σκοπό να αποσταλεί στους τέταρτη, έβδομη, όγδοη και ένατο των αναιρεσιβλήτων στην γνωστής διεύθυνσης, κατοικία τους στην … για να επέλθουν οι νόμιμες συνέπειες (βλ. σχετικές περί επιδόσεως βεβαιώσεις του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση …, επί των αντιγράφων της αναιρέσεως, που ήταν επιδοτέες στις έβδομη, όγδοη και ένατο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και το υπ'αριθμ. πρωτ. Φ.683/Α 423/23.5.2013 έγγραφο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στη Μελβούρνη που αφορά την τέταρτη αναιρεσίβλητη). Στη συνέχεια οι αρμόδιες Ελληνικές Αρχές ακολούθησαν τη διαδικασία επιδόσεως που προβλέπεται στην άνω Σύμβαση. Συγκεκριμένα στις 23.5.2013 η τέταρτη αναιρεσίβλητη Α. Τ. του Ν., κληθείσα, προσήλθε στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στη Μελβούρνη και παρέλαβε, σύμφωνα με τα άρθρα 4 (α) περ.(1) της άνω Σύμβασης, από την αρμόδια προξενική υπάλληλο Ν. Κ., ενεργούσας εξ ονόματος της Χώρας προελεύσεως (Ελλάδας), το δικόγραφο που εστάλη με το υπ'αριθμ. πρωτ. 1373/22.3.2012 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ήτοι την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο. Για την επίδοση αυτή συντάχθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τα άρθρα 117 και 139 ΚΠολΔικ, η από 23.5.2013 επιδοτήρια έκθεση (αποδεικτικό επίδοσης), περιέχουσα όλα τα απαραίτητα, κατά νόμο, για την εγκυρότητα της επίδοσης, ως άνω στοιχεία, υπογραφόμενη από τον επιδόσαντα (με την επίθεση και της σφραγίδας του άνω Γενικού Προξενείου) και τον παραλαβόντα. Η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε, κατά τα προεκτεθέντα στις 23.5.2013, οπότε από την επόμενη ημέρα (άρθρο 144 παρ.1 ΚΠολΔικ) άρχισε η προθεσμία των ενενήντα ημερών για τη συζήτηση της αναιρέσεως (άρθρ.564 παρ.2 ΚΠολΔικ). Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για την έβδομη, όγδοη, και ένατο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ειδοποιήθηκαν από το προαναφερθέν Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στη Μελβούρνη στις 22.4.2013, 20.6.2013 και 5.9.2013 για να παραλάβουν την αίτηση αναιρέσεως, επειδή δε αυτοί δεν προσήλθαν το Προξενείο απέστειλε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την υπ'αριθμ. πρωτ. ΑΠ Φ. 683/ΑΣ 853/21.10.2013 βεβαίωση (πιστοποιητικό) της μη παραλαβής των δικογράφων, στην οποία αναφέρει ότι οι ενδιαφερόμενοι παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις που προσαρτώνται στην εν λόγω βεβαίωση, δεν προσήλθαν να παραλάβουν το αποσταλέν δικόγραφο της αναιρέσεως. Ενόψει των προεκτεθέντων οι τρίτος, τέταρτη και πέμπτη από τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και η ως προς αυτούς διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες, ενώ για τους έβδομη, όγδοη και ένατο των απολιπομένων αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους θεωρείται ότι δεν συντελέστηκε πραγματικά η επίδοση και που συνδέονται με τους λοιπούς με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ.74 παρ.1 ΚΠολΔικ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε αναγνώριση περιεχομένου ιδιόγραφης διαθήκης, και του εξ αυτής κληρονομικού δικαιώματος των εναγόντων πρέπει κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 3 ΚΠολΔικ να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τους εν λόγω (7η, 8η και 9ο) απολιπομένους αναιρεσιβλήτους να προχωρήσει νομίμως ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Επειδή κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή τελεσιδίκων, και εκείνων που απαγγέλθηκαν ανεκκλήτως, κατά δε το άρθρο 321 ΚΠολΔικ, όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι κατά το χρόνο της κατά το άρθρο 495 του ίδιου κώδικα καταθέσεως του πρωτοτύπου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, β) για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη και γ) η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια επιγενόμενη αιτία και δη λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης. Η ιδιότητα της απόφασης ως τελεσίδικης δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι κατ'αυτής ασκήθηκε έφεση, χωρίς να συντρέχει περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας της έφεσης εξ αιτίας βίας ή δόλου του αντιδίκου εκείνου που άσκησε την εκπρόθεσμη έφεση (άρθρ. 152 παρ.1 ΚΠολΔικ) λαμβανομένου επίσης υπόψη, ότι ακόμη και στην περίπτωση ασκήσεως τέτοιας εκπρόθεσμης έφεσης, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αρχίζει από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατ'αυτής αφότου και έγινε τελεσίδικη (ΑΠ 278/2012) η δε επίδοση της απόφασης από κάποιον προς κάποιον από τους απλούς ομοδίκους, κινεί την προθεσμία της εφέσεως, μόνο κατά του επιδόσαντος και προς αυτόν που έγινε η επίδοση και όχι και ως προς τους λοιπούς ομοδίκους. Εξάλλου επί αναγνωρίσεως του περιεχομένου διαθήκης και του εξ αυτής κληρονομικού δικαιώματος αν η αναγνώριση αφορά σε περισσότερα πρόσωπα, καθένα από αυτά ενάγεται αυτοτελώς. Μπορεί όμως να εναχθούν όλα με την ίδια αγωγή, στην δε περίπτωση αυτή η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς και πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης. Αν η τελεσιδικία δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται (μεν την προσκομιδή αποδεικτικών επίδοσης ή παραίτησης) η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η υπ'αριθμ. 13/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας εκδόθηκε ερήμην των 2ης, 3ου, 7ης, 8ης και 9ης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατ' αντιμωλία των λοιπών, ήτοι των 1ης, 4ης ,5ης και 6ης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες στις 2-2-2010 από την τέταρτη και την έκτη εναγομένων (Α. Τ. του Ν. και Μ. Τ. του Ν.) , οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, είχαν δικασθεί αντιμωλία. Οι ενάγοντες, λόγω παρελεύσεως της 30ήμερης προθεσμίας για άσκηση εφέσεως (άρθρ. 518 παρ.1 ΚΠολΔικ) - η οποία όμως αφορούσε μόνο την έκτη και κάτοικο Ελλάδας εναγόμενη, όχι δε και την τέταρτη που ήτα κάτοικος …- άσκησαν στις 1.4.2010 την αίτηση αναιρέσεως, ενώ συγχρόνως άσκησαν στις 8.3.2010 έφεση με αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ήτοι ζήτησαν λόγω ανωτέρας βίας η κατ'αυτούς εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεσή τους να θεωρηθεί εμπρόθεσμη και να γίνει τυπικά δεκτή. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 586/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Η παραπάνω όμως απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως (1.4.2010) μόνο ως προς την κάτοικο Ελλάδος 6η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη), ενώ για την επίσης κοινοποιήσασα 4η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) που ήταν κάτοικος …, η προθεσμία της έφεσης, που είναι 60 ημέρες, δεν είχε παρέλθει (άρθρ.518 παρ.1 ΚΠολΔικ). Επίσης η απόφαση δεν ήταν τελεσίδικη για την 1η, 2η, 3ο και 5η των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων για τους οποίους δεν προκύπτει επίδοση ή κοινοποίησης της αποφάσεως και επομένως από αυτούς η πρώτη και η πέμπτη, είχαν ενεργό το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης, ενώ η 2η και ο 3ος τόσο το δικαίωμα έφεσης, όσο και το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας. Ενόψει τούτων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους προαναφερθέντες αναιρεσίβλητους (1η, 2η, 3ο, 4η και 5η) λόγω μη τελεσιδικίας και να εξετασθεί μόνο ως προς την 6η αναιρεσίβλητη ως προς την οποία και μόνο, όπως προαναφέρθηκε η απόφαση ήταν τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, η δε τελεσιδικία αυτή, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν ανατράπηκε από την άσκηση της προαναφερθείσας και απορριφθείσας έφεσης. Πρέπει λοιπόν η ασκηθείσα παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 566 παρ.2 ΚΠολΔικ, ΑΠ 738/2013) αναίρεση κατά της υπ'αριθμ. 13/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας να ερευνηθεί ως προς την έκτη και μόνο αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία η τελεσιδικία της απόφασης είναι αυτοτελής, αφού η ομοδικία του την συνδέει με τους λοιπούς εναγομένους-αναιρεσίβλητους, είναι ως εκ του αντικειμένου της δίκης και όπως ειδικότερα αναφέρεται στη νομική σκέψη, απλή. Επειδή η εγκατάσταση κληρονόμου, η οποία κατά τον ΑΚ δεν υπόκειται σε πανηγυρικό τύπο γίνεται με διαθήκη, εφόσον από το περιεχόμενο αυτής συνάγεται πρόθεση του διαθέτη να ρυθμίσει τα της περιουσίας του μετά το θάνατό του και να ορίσει τον τιμώμενο ως άμεσο και καθολικό διάδοχό του. Η διαθήκη του συντάχθηκε χωρίς σοβαρή πρόθεση προς παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή χωρίς την ύπαρξη του ANIMUS TESTANDI, είναι άκυρη. Εξάλλου κατά το άρθρο 1721 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη από το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν και δεν υποβάλλεται σε κανένα άλλο τύπο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του 1712 ΑΚ, προκύπτει ότι ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να συνταχθεί και με τον τύπο εγγράφου, με την προϋπόθεσή του ότι στο περιεχόμενό του εκφράζεται η οριστική βούληση του διαθέτη αναφορικά με τον τρόπο διάθεσης της περιουσίας του, μετά το θάνατό του, η κρίση δε για την ύπαρξη ή μη της πιο πάνω πραγματικής βούλησης εξαρτάται προεχόντως από την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου και αν υπάρχει αδυναμία εξαγωγής τέτοιας κρίσης από τη στάθμιση και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Περαιτέρω αν υπάρχει ασάφεια ή ατέλεια στη δήλωση της βουλήσεως του διαθέτη, αναζητείται με ερμηνεία, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 173 ΑΚ (το άρθρο 200 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή στις διαθήκες), η αληθινή βούλησή του, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική αυτού άποψη. Στην περίπτωση δε αυτή συγχωρείται η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων εκτός του ερμηνευόμενου κειμένου, με την εξυπακουόμενη κατ'αρχήν προϋπόθεση ότι συνιστά τούτο διάταξη τελευταίας βούλησης. Περαιτέρω από τη διάταξη του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013 ΑΠ 1020/2013). Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για τη επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή η αντιφατικό, στερεί από την απόφασή του τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση ή στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν, παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 εδαφ.19 ΚΠολΔ, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση επί αγωγής με αιτήματα την προσκομιδή στο δικαστήριο της κατεχομένης από την πρώτη εναγόμενη ιδιόγραφης διαθήκης του Ν. Τ., την αναγνώριση του περιεχομένου της και του από αυτήν κληρονομικού δικαιώματος των εναγόντων και την αναγνώριση της υποχρεώσεως της πρώτης εναγομένης να τους αποδώσει τα ωφελήματα που τους αναλογούν από την εκμετάλλευση των αναφερομένων κληρονομιαίων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη και τελεσίδικη, κατά τα προαναφερθέντα, μόνο ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ν. Τ. του Γ., απεβίωσε στα Τραυλιαύτα Κεφαλληνίας, στις 17-11-1977, κατέλιπε δε κατά το χρόνο του θανάτου του ως πλησιέστερους συγγενείς του τη σύζυγό του Μ. χήρα Ν. Τ. και τα εννέα τέκνα αυτού, ήτοι τον Α., Δ. (αρχικοί ενάγοντες), τον Γ., Ι., Α., Α., Ό., Μ. και Α. (εναγόμενοι). Μέχρι δε τον θάνατό του είχε πνευματική διαύγεια και πλήρη συνείδηση των πραττομένων του. Πριν αποβιώσει ο Ν. Τ. είχε προβεί στη σύνταξη ενός εγγράφου, στο οποίο αποτύπωνε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και ερμηνεύοντας τη βούληση του διαθέτη, κάποιες αρχικές σκέψεις του για το πώς εκείνος επιθυμούσε να διατεθεί η περιουσία του. Το ως άνω επίμαχο έγγραφο, όμως, δεν δύναται να θεωρηθεί, ότι αποτελεί διάταξη τελευταίας βουλήσεως (ότι δηλαδή αυτό αποτελεί τη διαθήκη του), καθόσον δεν προκύπτει σοβαρή και σπουδαία πρόθεση του συντάκτη αυτού του εγγράφου, ήτοι του Ν. Τ., προς παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων χωρίς όμως να αποκλείεται, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, η διατύπωση κάποιων σκέψεων ή η κατάρτιση κάποιου σχεδίου αναφορικά με διαθήκη, που είχε σκοπό να συντάξει στο μέλλον. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός, ότι το συνταχθέν αυτό κείμενο, το οποίο παραθέτουν κατά λέξη οι ίδιοι οι ενάγοντες στην ένδικη αγωγή, φέρει διαγραφές, μεταβολές αλλά και προσθήκες, οι οποίες καταδεικνύουν ότι ο εν λόγω διαθέτης προέβη στη σύνταξη του παραπάνω κειμένου εν είδει προχείρου σχεδίου και δίχως την θέληση να αποτελέσει αυτό τη διαθήκη του ("animus testandi"). Τούτο δε διότι, εάν επιθυμούσε να ισχύσει αυτό το κείμενο ως η διαθήκη του θα έδινε στο πιο πάνω έγγραφο ανάλογο περιεχόμενο, αφού είχε την απαιτούμενη πείρα, αλλά και τη χρονική άνεση. Ακόμα, δεν θα προέβαινε στη σύνταξη του με τόση προχειρότητα, επιπολαιότητα και σπουδή, δεδομένου ότι είχε την ικανότητα να αντιληφθεί την σπουδαιότητα του εν λόγω εγγράφου και δεν περιοριζόταν χρονικά. Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές ο αποβιώσας Ν. Τ. δεν είχε σαφώς και με ορισμένο τρόπο καταλήξει στο πως αυτός θα διανείμει μεταξύ των συγγενών του την υπάρχουσα περιουσία του, προέβη δε εκ του προχείρου στη σύνταξη του επίμαχου εγγράφου. Ως εκ τούτου, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας το κείμενο αυτό, δεν έχει καμία ισχύ. Από την ύπαρξη άλλωστε και του πρόχειρου σημειώματος με τον τίτλο "δημόσια διαθήκη", επιρρωνύεται η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι ο Ν. Τ. δεν είχε διαμορφώσει κατά σταθερό τρόπο την βούλησή του για την από πλευράς του σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης. Σημειώνεται δε χαρακτηριστικά, ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και οι εναγόμενοι (αρχικοί και επιγενόμενοι) είχαν γνώση της προπεριγραφείσας κατάστασης για αυτό άλλωστε και μετά το θάνατο του Ν. Τ. είχαν αποδεχθεί, ότι είχε χωρήσει πλέον η εξ αδιαθέτου διαδοχή και γι'αυτό δεν είχαν προχωρήσει σε καμία περαιτέρω ενέργεια, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι αυτοί έλαβαν στα χέρια τους αντίγραφο του εν λόγω σχεδίου κατά το έτος 1990. Αντίθετα μάλιστα ο πρώτος των αρχικών εναγόντων, η δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και ο έβδομος εκ των αρχικών εναγομένων αποδέχθησαν των εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος πατρός τους Ν. Τ. (βλ. την υπ'αριθμ..../23.7.2003 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Πρόννων Καλλιόπης Κουρκουμέλλη). Περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι έστω και το ως άνω σχέδιο διαθήκης έχει βρεθεί στην κατοχή της πρώτης των εναγομένων. Σύμφωνα άλλωστε και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ως άνω σχέδιο δεν υπήρχε λόγος να παραδοθεί στην πρώτη των εναγομένων, αφού μετά το θάνατο του Ν. Τ. παρέμεναν εν ζωή όλα τα τέκνα του, συμπεριλαμβανομένου και του μεταποβιώσαντος (του πατρός του) και συζύγου της πρώτης των εναγομένων Γ. Τ., ο οποίος αποβίωσε στις 6 Νοεμβρίου 1986. Ως εκ τούτου παρίσταται λογικό να κατείχε το ως άνω έγγραφο (σχέδιο) κάποιο εκ των εν ζωή τέκνων του αποβιώσαντος Ν. Τ. και όχι η πρώτη των εναγομένων. Τέλος, δεν αποδείχθηκε, ότι η πρώτη των εναγομένων ήταν εκείνη, η οποία εισέπραττε τα μισθώματα, τα οποία αντιστοιχούν στο κατάστημα, το οποίο βρίσκεται στην οδό Διαδόχου Κωνσταντίνου (Λιθόστρωτο) και Α. Μ.. Τούτο δε διότι, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι ενάγοντες συνομολογούν, τα μισθώματα αυτά είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους τα τέκνα να εισπράττει η μητέρα τους, μέχρι το θάνατό της, ώστε να διαβιώνει αξιοπρεπώς, όπερ και εγένετο. Για δε το χρονικό διάστημα μετά το θάνατό της μητρός τους, Μ. Τ., σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, καταρχήν δεν αποδείχθηκε, ότι βαρύνει την πρώτη των εναγομένων κανενός είδους υπαιτιότητα σε σχέση με την μη καταβολή των μισθωμάτων στους δύο ενάγοντες, αφού εξάλλου - ελλείψει εγκύρου διαθήκης - οι τελευταίοι δεν είναι τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνται να εισπράξουν τα συγκεκριμένα μισθώματα. Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές το Πρωτοδικείο, με την προσβαλλομένη τελεσίδικη ως προς την έκτη των αναιρεσιβλήτων απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς όλα τα αιτήματά της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο εξετίμησε ανελέγκτως πράγματα και συγκεκριμένα το περιεχόμενο του παραπάνω επίμαχου εγγράφου, χωρίς να παραβιάσει οποιονδήποτε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε ειδικότερα τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες προμνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 1712 και 1721 ΑΚ και εκείνη του άρθρου 160 ΑΚ (κατά την οποία το έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη) ή τους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες, αφού την εφαρμογή των τελευταίων απέκλειε στην παρούσα περίπτωση η κρίση του αναφορικά με την σαφήνεια του επίμαχου εγγράφου ως προς την έλλειψη σ' αυτό διατάξεως τελευταίας βουλήσεως. Διέλαβε δε αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, επί όλων των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου. Ούτε τέλος, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη ιδρύεται λόγος από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ από ελλείψεις ή αντιφάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων όταν το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο καταλήγει το δικαστήριο της ουσίας είναι σαφές, όπως συμβαίνει και στην κρινόμενη υπόθεση. Περαιτέρω οι αιτιάσεις κατά τις οποίες το επίμαχο έγγραφο φέρει τα στοιχεία που του προσδίδουν την ιδιότητα της διαθήκης, όπως ιδιόχειρη σύνταξη και υπογραφή σε όλες τις σελίδες, καθώς και συναγομένη ημεροχρονολογία είναι απαράδεκτες, γιατί υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των επικαλουμένων κανόνων δικαίου πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Προσέτι οι αιτιάσεις που αφορούν στις παραδοχές του δικαστηρίου ως προς τις περιεχόμενες στο επίμαχο έγγραφο διαγραφές και ως προς τη σύνταξη του εγγράφου "με προχειρότητα επιπολαιότητα και σπουδή" είναι απαράδεκτες γιατί αφορούν σε επιχειρήματα του δικαστηρίου που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων τα οποία, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν συνιστούν αιτιολογίες πληττόμενες με τον ερευνώμενο, από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο. Ενόψει τούτων ο από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή ο από το άρθρο 559 εδαφ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 609/2013). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού, δηλαδή φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του εδαφ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αποτελούντος αντικείμενο της δίκης επίμαχου εγγράφου, που κατά την αγωγή είναι ιδιόγραφη διαθήκη, με το να δεχθεί ότι δεν περιέχει ANIMUS TESTANDI του συντάκτη του, πράγμα το οποίο οφείλεται στο ότι απέδωσε έννοια διαφορετική από την πραγματική στα στοιχεία του εγγράφου ότι "αποτελεί διαθήκη", ότι ο συντάκτης του "αποφάσισε να διανείμει την περιουσία του", ότι "αφήνει στα τέκνα του" τα κατονομαζόμενα περιουσιακά του στοιχεία, ότι "η διαθήκη αυτή θα έχει αξία μετά το θάνατό μου", καθώς και ότι το έγγραφο είναι γραμμένο και υπογεγραμμένο σε κάθε σελίδα από τον εν λόγω συντάκτη. Ο λόγος αυτός που αφορά σε έγγραφο που σε φωτοτυπία, λόγω μη ανευρέσεως του πρωτοτύπου του, προσκομίζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη και του οποίου επίκληση και προσκομιδή είχε γίνει στο δικαστήριο της ουσίας ενώ αποτελεί και περιεχόμενο του αναιρετηρίου είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" του εγγράφου, το οποίο ορθά αναγνώσθηκε, αλλά σε λανθασμένη κατά τους αναιρεσείοντες, εκτίμηση του περιεχομένου του, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που αυτοί θεωρούν ορθό. Δηλαδή η επικαλουμένη πλημμέλεια αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου, που ήταν άλλωστε και το αντικείμενο της δίκης. Εξάλλου οι αιτιάσεις κατά τις οποίες το επίμαχο έγγραφο, κατά τα προεκτεθέντα στοιχεία του δεν αναγνώσθηκε, αντιφάσκουν με τις προεκτεθείσες περί εκτιμητικού σφάλματος αιτιάσεις, καθόσον το έγγραφο δεν μπορεί να αναγνώσθηκε εσφαλμένα και συγχρόνως να μην αναγνώσθηκε. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός ως προς όλες τις αιτιάσεις του, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της και κατά το μέρος που αφορά την έκτη αναιρεσίβλητη πρέπει να απορριφθεί. Οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων και εχουσών κοινή δικαστική συμπαράσταση αναιρεσιβλήτων ήτοι των πρώτης, δεύτερης και έκτης (αρθρ.176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους απολιπομένους έβδομη, όγδοη και ένατο των αναιρεσιβλήτων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους εν λόγω απολιπομένους διαδίκους, ήτοι τους α)Α. χας Α. Τ., το γένος Γ. Κ. )Μ. Τ. του Α. και )Ν. Τ. του Α.
Απορρίπτει την από 30.3.2010 αναίρεση των α)Α. Τ. του Ν. β)Μ. Κ. του Χ. και γ)Ν. Τ. του Δ. κατά των α)Θ. χας Γ. Τ., β)Ι. Τ. του Ν., γ)Α. Τ. του Ν., δ)Α. Τ. του Ν., )Ό. Τ. του Ν. και )Μ. Τ. του Ν.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των πρώτης, δεύτερης και έκτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή