Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1156 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Απάτη κακουργηματική κατά συν-αυτουργία. Αναίρεση με την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπάρχει αιτιολογία και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1156/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 59/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Θ.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1483/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πριάμου Λεκκού με αριθμό 509/27.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την εμπροθέσμως ασκηθείσα από 8-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 59/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, εκθέτω τα εξής:
Α. Συμφώνως προς τα άρθρα 473 § 2 και 474 Κ.Π.Δ., επί ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, η συντασσομένη κατά τις διατάξεις του άρθρ. 148 του αυτού Κώδικα από τον δικαστικό γραμματέα σχετική έκθεση πρέπει να φέρη την υπογραφή του. 'Όμως, αν από παραδρομή δεν υπεγράφη από αυτόν, δεν είναι επιτρεπτό η εν λόγω παράλειψη να επισύρη ως κύρωση το απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 1079/2005, ΑΠ 887/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/137, 41, αντιστοιχ.). Στην προκειμένη περίπτωση, η έκθεση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως δεν φέρει, στο τέλος αυτής, την υπογραφή της γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου, ενώπιον της οποίας ησκήθη το ένδικο τούτο μέσο. Η παράλειψη αυτή οφείλεται εις προφανή παραδρομή της ανωτέρω γραμματέως, της οποίας, άλλως τε, η μονογραφή έχει τεθή επί εκάστου των λοιπών φύλλων της εκθέσεως αναιρέσεως. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθή παραδεκτώς. Β. Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 210/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, διά να δικασθή δι'απάτη κατά συναυτουργία και κατ'επάγγελμα, με συνολικό όφελος υπερβαίνον το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ.). Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 § § 1,3 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκόμιση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επαγγέλμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.). Ως παράνομο περιουσιακό όφελος νοείται το μη στηριζόμενο επί νομίμου αξιώσεως του δράστου κατά του παθόντος (βλ. ΑΠ 723/1976, εις ΠΧ/ΚΖ'/157, ΑΠ 1608/2001). Ως γεγονότα δε, κατά την στο ανωτέρω άρθρο έννοια, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως, από τον δράστη ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπλήρωση την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 51/2007). Εξ άλλου, συμφώνως προς το αρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλ. όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 2200/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι ετέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, έκαστος τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι έκαστος συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζων ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι έκαστος πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ. ΑΠ 50/1990). Τέλος, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 66/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, με την ιδιότητα του οικονομολόγου διατηρούσε το έτος 2002 στην ... (επί της οδού .....) γραφείο παροχής οικονομικών υπηρεσιών και επενδυτικών συμβουλών στα πλαίσια της λειτουργίας του οποίου συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο (μη ασκήσαντα έφεση) Ζ. Τους ανωτέρω επισκέφτηκε στις 22-3-2002 ο μηνυτής Θ, επιχειρηματίας της .... στον τομέα της ανέγερσης οικοδομών (αντιπαροχές-αγορές οικοπέδων με κατασκευή-πώληση διαμερισμάτων - γραφείων και καταστημάτων), ο οποίος, λόγω υπερδανεισμού με ληξιπρόθεσμα χρέη προς τις Τράπεζες άνω του 1 δις. δρχ. και με όλη του την ακίνητη περιουσία κατασχεμένη, ήταν αποκλεισμένος από τα ημεδαπά Τραπεζικά ιδρύματα και αναζητούσε απελπισμένα κάποιου είδους χρηματοδότηση. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης οι κατηγορούμενοι εμφανιζόμενοι ως αξιόπιστοι μεσολαβητές δήλωσαν κατηγορηματικά στον μηνυτή ότι διέθεταν τις γνώσεις και τους μηχανισμούς για την έκδοση και τη χορήγηση σ' αυτόν εγγυητικής επιστολής αξιόχρεης Τράπεζας του εξωτερικού προκειμένου αυτός να προβεί στην προεξόφληση της, δηλαδή του παρουσιάστηκαν ως οικονομολόγοι με ειδικές γνώσεις και κατάλληλες διασυνδέσεις με οικονομικούς παράγοντες του εξωτερικού καλλιεργώντας σ' αυτόν, με τους ελιγμούς των σκέψεων τους, την πεποίθηση ότι είχαν την δυνατότητα να φέρουν σε πέρας την έκδοση εγγυητικής επιστολής ύψους 10.000.000 δολαρίων. Επακολούθησε και δεύτερη συνάντηση των ανωτέρω στις 15-6-2002 στη ...., στο Ξενοδοχείο .... όπου διέμεναν, με την παρουσία του αδελφού του μηνυτή ...., κατά την οποία του ζήτησαν προμήθεια 10% επί του ποσού της εγγυητικής επιστολής και ως προκαταβολή για την κίνηση της διαδικασίας έκδοσής της και της προαπαιτούμενης διαγραφής του από τα στοιχεία του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ το ποσό των 10.000.000 δρχ. Επίσης του πρότειναν τη δημιουργία μιας υπεράκτιας (off shore) συμμετοχικής κατασκευαστικής και χρηματοδοτικής εταιρίας με έδρα την .... και επωνυμία "YANNES LTD" το σύνολο των εταιρικών μεριδίων της οποίας θα ανήκε στο μηνυτή, εκπρόσωπος της οποίας θα εμφανιζόταν άλλο πρόσωπο, αφού ο μηνυτής ήταν καταχρεωμένος, με σκοπό η εταιρία αυτή να εμφανιστεί ως χρηματοδοτούμενο νομικό πρόσωπο και να προβεί στην προεξόφληση της εγγυητικής επιστολής, παρέδωσαν δε στο μηνυτή ένα αντίγραφο της εγγυητικής επιστολής που ισχυρίστηκαν ότι είναι σε θέση να του εξασφαλίσουν. Ο μηνυτής πειθόμενος από τις παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων περί σημαντικών διασυνδέσεων τους με οικονομικούς παράγοντες του εξωτερικού, υψηλές γνωριμίες με τραπεζικά ιδρύματα και ειδικές γνώσεις επάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο άρχισε να καταβάλει προοδευτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 19-6 έως 5-8-2002, σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο εκκαλών στην ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ συνολικό ποσό 22.500 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο. Τελικά η ανωτέρω εγγυητική επιστολή ουδέποτε εκδόθηκε αφού δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι δεν διέθεταν τις απαραίτητες γνωριμίες και γνώσεις που απαιτούνταν, ενώ γνώριζαν ότι δεν ήταν δυνατή η έκδοση της από Τράπεζα του εξωτερικού δεδομένου ότι ο μηνυτής ήταν καταχρεωμένος-αποκλεισμένος λόγω υπερδανεισμού από Τράπεζες που είχαν κατάσχει όλη την ακίνητη περιουσία του και είχαν δρομολογήσει πλειστηριασμούς αυτής. Από όλη δε την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και ειδικότερα την οργάνωση πολυτελών γραφείων, την εμφάνιση τους ως αξιόπιστων και έμπειρων μεσολαβητών και διακεκριμένων οικονομολόγων, τη διαμονή τους σε πολυτελή ξενοδοχεία και από τους ελιγμούς των σκέψεων τους προκύπτει η πρόθεση τους για επανειλημμένη τέλεση της πράξης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη, ότι εκ των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος, δια την προαναφερομένη αξιόποινη πράξη, απέρριψε δε κατ'ουσίαν την έφεση τούτου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτό. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του. Ειδικότερα, η αιτιολογία αυτή εκτείνεται και στη κρίση περί συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ'επάγγελμα τελέσεως του ανωτέρω εγκλήματος. Τις δε εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το Συμβούλιο Εφετών και δεν παρεβίασε αυτές ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες.
Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ, καθ'ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω Να απορριφθή η από 8-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 59/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 10 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 4/8-9-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως, του Χ, κατά του υπ' αριθμό 59/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 210/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Δωδεκανήσου, για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξης της κακουργηματικής απάτης, κατά συναυτουργία και κατ' επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (386 παρ.1,3 εδ. α του ΠΚ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ' υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του συμβουλίου, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που συγκεντρώθηκαν, από την προανάκριση και την κύρια ανάκριση, και ειδικότερα από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, όλα τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, δέχθηκε ότι πρόεκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, με την ιδιότητα του οικονομολόγου διατηρούσε το έτος 2002 στην .... (επί της οδού .....) γραφείο παροχής οικονομικών υπηρεσιών και επενδυτικών συμβουλών στα πλαίσια της λειτουργίας του οποίου συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο (μη ασκήσαντα έφεση) Ζ. Τους ανωτέρω επισκέφτηκε στις 22-3-2002 ο μηνυτής ...., επιχειρηματίας της .... στον τομέα της ανέγερσης οικοδομών (αντιπαροχές-αγορές οικοπέδων με κατασκευή-πώληση διαμερισμάτων - γραφείων και καταστημάτων), ο οποίος, λόγω υπερδανεισμού με ληξιπρόθεσμα χρέη προς τις Τράπεζες άνω του 1 δις. δρχ. και με όλη του την ακίνητη περιουσία κατασχεμένη, ήταν αποκλεισμένος από τα ημεδαπά Τραπεζικά ιδρύματα και αναζητούσε απελπισμένα κάποιου είδους χρηματοδότηση. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης οι κατηγορούμενοι εμφανιζόμενοι ως αξιόπιστοι μεσολαβητές δήλωσαν κατηγορηματικά στον μηνυτή ότι διέθεταν τις γνώσεις και τους μηχανισμούς για την έκδοση και τη χορήγηση σ' αυτόν εγγυητικής επιστολής αξιόχρεης Τράπεζας του εξωτερικού προκειμένου αυτός να προβεί στην προεξόφληση της, δηλαδή του παρουσιάστηκαν ως οικονομολόγοι με ειδικές γνώσεις και κατάλληλες διασυνδέσεις με οικονομικούς παράγοντες του εξωτερικού καλλιεργώντας σ' αυτόν, με τους ελιγμούς των σκέψεων τους, την πεποίθηση ότι είχαν την δυνατότητα να φέρουν σε πέρας την έκδοση εγγυητικής επιστολής ύψους 10.000.000 δολαρίων. Επακολούθησε και δεύτερη συνάντηση των ανωτέρω στις 15-6-2002 στη ..., στο Ξενοδοχείο ... όπου διέμεναν, με την παρουσία του αδελφού του μηνυτή ...., κατά την οποία του ζήτησαν προμήθεια 10% επί του ποσού της εγγυητικής επιστολής και ως προκαταβολή για την κίνηση της διαδικασίας έκδοσής της και της προαπαιτούμενης διαγραφής του από τα στοιχεία του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ το ποσό των 10.000.000 δρχ. Επίσης του πρότειναν τη δημιουργία μιας υπεράκτιας (off shore) συμμετοχικής κατασκευαστικής και χρηματοδοτικής εταιρίας με έδρα την ... και επωνυμία "YANNES LTD" το σύνολο των εταιρικών μεριδίων της οποίας θα ανήκε στο μηνυτή, εκπρόσωπος της οποίας θα εμφανιζόταν άλλο πρόσωπο, αφού ο μηνυτής ήταν καταχρεωμένος, με σκοπό η εταιρία αυτή να εμφανιστεί ως χρηματοδοτούμενο νομικό πρόσωπο και να προβεί στην προεξόφληση της εγγυητικής επιστολής, παρέδωσαν δε στο μηνυτή ένα αντίγραφο της εγγυητικής επιστολής που ισχυρίστηκαν ότι είναι σε θέση να του εξασφαλίσουν. Ο μηνυτής πειθόμενος από τις παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων περί σημαντικών διασυνδέσεων τους με οικονομικούς παράγοντες του εξωτερικού, υψηλές γνωριμίες με τραπεζικά ιδρύματα και ειδικές γνώσεις επάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο άρχισε να καταβάλει προοδευτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 19-6 έως 5-8-2002, σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο εκκαλών στην ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ συνολικό ποσό 22.500 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο. Τελικά η ανωτέρω εγγυητική επιστολή ουδέποτε εκδόθηκε αφού δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι δεν διέθεταν τις απαραίτητες γνωριμίες και γνώσεις που απαιτούνταν, ενώ γνώριζαν ότι δεν ήταν δυνατή η έκδοση της από Τράπεζα του εξωτερικού δεδομένου ότι ο μηνυτής ήταν καταχρεωμένος-αποκλεισμένος λόγω υπερδανεισμού από Τράπεζες που είχαν κατάσχει όλη την ακίνητη περιουσία του και είχαν δρομολογήσει πλειστηριασμούς αυτής. Από όλη δε την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και ειδικότερα την οργάνωση πολυτελών γραφείων, την εμφάνιση τους ως αξιόπιστων και έμπειρων μεσολαβητών και διακεκριμένων οικονομολόγων, τη διαμονή τους σε πολυτελή ξενοδοχεία και από τους ελιγμούς των σκέψεων τους προκύπτει η πρόθεση τους για επανειλημμένη τέλεση της πράξης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς (για Κακουργήματα) Εφετείου Δωδεκανήσου, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος απάτης σε βαθμό κακουργήματος, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 386 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι το Συμβούλιο εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρει λεπτομερώς και αναλυτικά με ποιο τρόπο ο αναιρεσείων, ο οποίος διατηρούσε στην ..... γραφείο παροχής οικονομικών υπηρεσιών και επενδυτικών συμβουλών, με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη, συνεργάτη του Ζ, παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα, ότι τυγχάνουν αξιόπιστοι μεσολαβητές που διέθεταν τις εξειδικευμένες γνώσεις και τους κατάλληλους μηχανισμούς, προκειμένου να εξασφαλίσουν για λογαριασμό του εγκαλούντος, εγγυητική επιστολή ποσού 10.000.000 δολαρίων Αμερικής. Συγκεκριμένα, ενώ γνώριζε ο αναιρεσείων τη δυσχερή οικονομική κατάσταση του εγκαλούντος, και την αδυναμία του να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις του, αφού, εν τω μεταξύ τον είχε διαβεβαιώσει για τις διασυνδέσεις του με οικονομικούς κύκλους και πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού, δημιούργησε σε αυτόν (εγκαλούντα), την πεποίθηση, ότι ήταν βεβαία και εξασφαλισμένη η έκδοση και η χορήγηση της ως άνω εγγυητικής επιστολής, από πιστωτικό ίδρυμα της αλλοδαπής. Οι διαβεβαιώσεις του, όμως, αυτές υπήρξαν ψευδείς, εξαιτίας δε αυτών παραπείσθηκε ο εγκαλών, ο οποίος του κατέβαλε στο χρονικό διάστημα από 19-6-2002 έως 5-8-2002, τμηματικά το συνολικό ποσό των 22.500 ευρώ, ποσό το οποίο ο αναιρεσείων δέχεται ότι έλαβε, και το ισόποσο του οποίου ζημιώθηκε ο εγκαλών. Επιπρόσθετα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ειδική αιτιολογία, αναφέρεται και στο υποκειμενικό στοιχείο του δόλου του αναιρεσείοντος, ο οποίος αν και γνώριζε εξαρχής, ότι δεν διέθετε τους αντίστοιχους μηχανισμούς και πολύ περισσότερο τις δυνατότητες εκείνες με τις οποίες θα ικανοποιούσε το πρόβλημα της εξασφάλισης του εγκαλούντος, με την εγγυητική επιστολή, εν τούτοις, αυτός (αναιρεσείων), παραπλάνησε ψευδώς τον εγκαλούντα ότι ήταν βεβαία η επίλυση του προβλήματός του, αφού πέτυχε με τον τρόπο αυτό να εισπράξει το ως άνω χρηματικό ποσό των 22.500 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος. Αιτιολογείται, ακόμη, η παραδοχή του βουλεύματος, ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, και από την υποδομή που αυτός είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αίτησή του στο σύνολό της. Απορριπτομένης της αιτήσεως, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 4 από 8-9-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμό 59/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή