Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 399 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.




Περίληψη:
Αιτιολογία για παράβαση του άρθρου 19 Ν. 2523/1997. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 399/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μέντη, περί αναιρέσεως της 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 24 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 985/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία'', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατηρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του άνω ν. 2.523/1997, στα νομικά πρόσωπα, ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής τιμωρούνται α) στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες ,οι πρόεδροι των Δ.Σ.,οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι ,οι διοικητές ,οι γενικοί διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση αυτής, στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, που αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την παραπάνω έννοια, και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος, ήταν ο πραγματικός διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία Ευρωπαϊκό Κέντρο Επίπλου ..... Α.Ε. που ανήκε στη σύζυγο του, Α, και με την οποία είχε συμφωνήσει να έχει τη διαχείριση, τα δε μέλη, Πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και αντιπρόεδρος της εταιρίας είχαν τυπική συμμετοχή στο Δ.Σ. της εταιρίας για αυτό με την εκκαλούμενη απόφαση αθωώθηκαν. Ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, εκ των οποίων ένα είναι και πλαστό, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της αποφάσεως, ειδικότερα μάλιστα το πλαστό είναι το ..... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο καθόσον είχε αποκοπεί από χειρόγραφο στέλεχος με αριθμό ....., ενώ ο φερόμενος ως εκδότης Β έχει θεωρήσει και καταχωρήσει στην καρτέλα του χειρόγραφο στέλεχος ΔΑ-τιμολόγιο με αριθμό ... . Τα φορολογικά στοιχεία που αποδέχτηκε είναι εικονικά γιατί εκδόθηκαν για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της και γιατί δεν έγινε συναλλαγή με το πρόσωπο του εκδότη αφού ο φερόμενος ως εκδότης Β δεν είχε προμηθευτεί ποτέ εμπορεύματα ξυλείας τα έτη 2000, 2001, 2002, ούτε βρέθηκαν φορτωτικά έγγραφα στον εκδότη ή το λήπτη που να αποδεικνύουν μεταφορά και παράδοση ξυλείας στην παραπάνω εταιρία. Επιπλέον το κατάστημα και η επιχείρηση του Β ήταν κλειστή από το τέλος Μαρτίου 2001 και παρά ταύτα με τα εικονικά στοιχεία φέρεται να διενεργεί συναλλαγές με την εταιρία του κατηγορούμενου. Το Δημόσιο από την πρώτη πράξη του κατηγορουμένου υπέστη ζημία ποσού 52.186,58 ευρώ. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν καθόσον αυτός ήταν κατά τα παραπάνω ο πραγματικός διαχειριστής της εταιρίας, οι δε συναλλαγές είναι ανύπαρκτες και τα φορολογικά στοιχεία εικονικά. Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και όπως οι πράξεις του κατά τα λοιπά στοιχεία περιγράφονται στο διατακτικό" και έτσι κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι "Στο ..... και την ..... ο κατηγορούμενος Χ ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία Ευρωπαϊκό Κέντρο Επίπλου ..... ΑΕ, που είχε κατόπιν συμφωνίας με τη σύζυγο του Α, Πρόεδρο και Διευθύνοντα σύμβουλο, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία πλαστό και συγκεκριμένα στις 23,26 Φεβρουαρίου 2001, 16,20 και 22 Μαρτίου 2001, στις 2,3 και 5 Απριλίου 2001, στις 4 Μαΐου 2001, 20 Σεπτεμβρίου 2001 και στις 20,29 Οκτωβρίου 2001, αποδέχθηκε τα παρακάτω δελτία αποστολής-τιμολόγια: 1) το ....., αξίας (5.067.000) δρχ. και αναλογούντα ΦΠΑ (912.060) δρχ., 2) το ....., αξίας (5.130.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (923.400) δρχ., 3) το ....., αξίας (5.375.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (967.500) δρχ., 4) το ....., αξίας (7.310.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.351.000) δρχ., 5) το ....., αξίας (7.355.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.323.900), 6) το ....., αξίας (8.760.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.576.800) δρχ., 7) το ....., αξίας (7.805.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.404.900) δρχ., 8) το ....., αξίας (7.355.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.323.900) δρχ, 9) το ....., αξίας (8.760.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.576.800) δρχ., 10) το ....., αξίας (9.770.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.758.600) δρχ., 11) το ....., αξίας (8.835.000) δρχ και αναλογούντα ΦΠΑ (1.590.300) δρχ. και τα αντίστοιχα τιμολόγια με α/α ..., ..., ..., ..., ..., ..., και ... με αξίες άνευ Φ.Π.Α (7.355.000), (8.760.000), (7.805.000), (7.355.000). (8.760.000), (9.770.000) και (8.835.000) δρχ και με αναλογούντα ΦΠΑ (1.323.000). (1.576.800), (1.404.900), (1.323.900), (1.576.800), (1.758.000) και (1.590.300) δρχ. Επίσης στις 13 Δεκεμβρίου 2004 (φερόμενος χρόνος έκδοσης και αποδοχής-χρόνος οριστικοποίησης της φορολογικής εγγραφής, ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής), αποδέχθηκε τα παρακάτω δελτία αποστολής-τιμολόγια: 12) το ..... με αξία άνευ Φ.Π.Α (8.420.000) δρχ και με αναλογούντα Φ.Π.Α (1.515.600) δρχ και 13) το ....., αξίας (13.470,54) EURO και αναλογούντα ΦΠΑ (2424,70) Ευrο, δηλαδή συνολικής αξίας (289.338,48) Euro και με αναλογούντα συνολικό Φ.Π.Α (52.186,58) Εuro. Όλα τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία είναι εικονικά τόσο διότι εκδόθηκαν για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της, όσο και ως προς το πρόσωπο του εκδότη, καθόσον η λήπτρια εταιρία μόνο κατά το φαινόμενο συναλλάχθηκε με την επιχείρηση του Β, αφού η εταιρία φαίνεται να έχει προμηθευθεί από τον τελευταίο εμπορεύματα ξυλείας, χωρίς ο Β να έχει αγοράσει ποτέ τέτοια εμπορεύματα από οποιονδήποτε προμηθευτή τα έτη 2000,2001 και 2002, ούτε βρέθηκαν φορτωτικά έγγραφα είτε στον εκδότη είτε στον λήπτη, που να αποδεικνύουν μεταφορά και παράδοση της ξυλείας στο Ευρωπαϊκό κέντρο Επίπλου ..... ΑΕ. Επίσης, από το τέλος Μαρτίου 2001 το κατάστημα της επιχείρησης του Β είναι κλειστό και έχει παύσει να λειτουργεί, χωρίς να έχει δηλώσει οποιαδήποτε μεταβολή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ενώ ταυτόχρονα φαίνεται ότι συνέχιζε να διενεργεί συναλλαγές μέχρι και το έτος 2002 με το Ευρωπαϊκό κέντρο Επίπλου ..... ΑΕ. Επιπλέον το με αριθμό ..... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο είναι και πλαστό, αφού φέρει α/αριθμό ... και φαίνεται να έχει αποκοπεί από χειρόγραφο στέλεχος το οποίο φέρει α/αριθμό από ...-..., ενώ ο Βέχει θεωρήσει και καταχωρήσει στην καρτέλα του χειρόγραφο στέλεχος Δ.Α.-τιμολόγιο μέχρι τον α/αριθμό ...".
Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με αυτά που δέχθηκε δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως. Ειδικότερα, ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας και του μάρτυρα υπερασπίσεως στην οποία περιλαμβάνεται η κατάθεση του μοναδικού εξετασθέντος μάρτυρα κατηγορίας Γ επίσης προσδιορίζονται κατά τα αριθμητικά τους στοιχεία και την αξία τους καθένα από τα τιμολόγια-δελτία αποστολής εκδόσεως του Β και παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο άγεται στο αποδεικτικό πόρισμα αφενός μεν ότι όλα τα άνω τιμολόγια ήσαν εικονικά, αφετέρου δε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την εικονικότητα αυτών. Ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλάβει πότε και που έγινε η συμφωνία μεταξύ της Προέδρου και διευθύνουσας Συμβούλου της εταιρείας συζύγου του κατηγορουμένου και του τελευταίου δυνάμει της οποίας αυτός ανέλαβε τη διαχείριση της εταιρείας αλλά αρκεί που δέχεται ότι έγινε η συμφωνία αυτή. Η αιτίαση για ασαφή αιτιολογία της αποφάσεως δεν είναι βάσιμη καθόσον σαφώς τόσο στο διατακτικό όσο και στο σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος "αποδέχθηκε" εικονικά φορολογικά στοιχεία υπό την έννοια ότι αυτά εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ως άνω αναφερόμενο υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο-δελτίο αποστολής το οποίο ως εκ περισσού αναγράφεται και ως πλαστό. Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος 1) ότι δεν είχε ιδιότητα στην Α.Ε. από αυτές που ορίζονται στο άρθρο 20 του ν.2523/1997, ώστε να υπέχει ποινική ευθύνη 2) ότι η επιχείρηση του Β είναι υπαρκτή, δεν είναι αυτοτελείς αλλά αποτελούν άρνηση της κατηγορίας και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 19 ν.2523/1997 πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ και Ε λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως που ασκήθηκαν με το από 24-9-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων και πλήττουν την παράβαση του άρθρου 8 Ν.1599/1986 της προσβαλλομένης αποφάσεως η οποία δεν πλήττεται με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, γιατί η άσκηση αυτών προϋποθέτει την παραδεκτή άσκηση αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/2002). Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.5.2008 αίτηση του Χ και τους από 24.9.2008 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή