Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1387 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία. Ψευδής βεβαίωση. Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2ε ΠΚ. Λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Όχι ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο όταν το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Απόρριψη όλων των λόγων αίτησης ως αβασίμων.




Αριθμός 1387/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 10310/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ2 και 2. Χ3.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 177/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-1-2010 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10310/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελη-μάτων) Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα είναι εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 ΚΠΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση επί τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον και γεγονός του μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Τέλος, το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, κατά την αληθινή έννοια του οποίου η δράση των συναυτουργών μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική αρκεί η ύπαρξη γνώσης του ενός συναυτουργού για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν, ενώ η καταδικαστική απόφαση που δέχεται τη συνδρομή των όρων αυτών αρκεί να αναφέρει, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, την πράξη που τελέσθηκε και τον κοινό δόλο των συναυτουργών, χωρίς να απαιτείται και μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από αυτούς (ΟλΑΠ 50/1990 και ΑΠ 1827/2003). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύναξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. α του ίδιου Κώδικα, "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Τέλος, έγγραφο είναι, κατά την περίπτ. γ' εδ. α' του ίδιου άρθρου "κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός". Ακόμη συστατικός όρος-υλικό αντικείμενο του ανωτέρω εγκλήματος είναι η αρμοδιότητα του υπαλλήλου για έκδοση ορισμένων δημοσίων εγγράφων από εκείνα τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 438, 440 και 441 του ΚΠολΔ, που συμπληρώνουν το κενό του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, συντάσσονται κατά τους νομικούς τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αρμόδιο καθόλη και κατά τόπο για την σύνταξη ή την έκδοσή τους και το οποίο ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 10310/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσον αφορά την αναιρεσείουσα αλλά και τους λοιπούς δύο συγκατηγορούμενούς της για το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία).
Στις 25-2-2002 εμφανίστηκαν στην Α' ΔΟΥ ..., όπου υπηρετούσε ως Προϊσταμένη στο Τμήμα Αυτοκινήτων η πρώτη κατηγορούμενη Χ1, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ αυτοκινήτου και η κόρη του Χ3, τρίτη κατηγορούμενη, καθώς και ο ΑΑ, ως εκπρόσωπος του πατέρα του ΒΒ, προκειμένου να προβούν στη διαδικασία της μεταβίβασης του παραπάνω φορτηγού αυτοκινήτου στο ΒΒ, στον οποίο το εν λόγω αυτοκίνητο είχε πωληθεί από το Χ2. Κατά τη διαδικασία αυτή και οι τρεις κατηγορούμενοι, αποφάσισαν από κοινού, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπάλληλους της ως άνω ΔΟΥ ... και τη ΔΟΥ αυτή ως υπηρεσία, ότι πληρώθηκε ο φόρος υπεραξίας για τη μεταβίβαση του παραπάνω αυτοκινήτου και έθεσαν στη βεβαίωση ή σημείωμα υπολογισμού επιβαρύνσεων για τη μεταβίβαση αυτοκινήτου οχήματος, στο τέλος και αριστερά αυτής τη σημείωση: "ΕΙΣΟΔΗΜΑ Ν.2579/88 ΑΡΘ.10. ... 25/2/02. Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΟΥ ..." και δυσανάγνωστη υπογραφή, η πρώτη δε από αυτούς, υπάλληλος της ως άνω ΔΟΥ, έθεσε τη στρογγυλή σφραγίδα της υπηρεσίας της, έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι η υπάλληλος της ίδιας υπηρεσίας ΓΓ, βεβαίωνε ότι καταβλήθηκε το ποσό του φόρου υπεραξίας, που ανερχόταν σε 1760,82 ευρώ, χωρίς τη γνώση ή την εντολή της τελευταίας.
Στην κατάρτιση της ως άνω πλαστής βεβαίωσης προέβησαν όλοι οι κατηγορούμενοι από κοινού, με σκοπό να παραπλανήσουν την Υπηρεσία της Α' ΔΟΥ ..., ως αρμόδια για την είσπραξη του φόρου υπεραξίας, σχετικά με το αναληθές γεγονός ότι πληρώθηκε ο φόρος αυτός, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία της μεταβίβασης του παραπάνω αυτοκινήτου, χωρίς την καταβολή του φόρου. Στη συνέχεια έκαναν χρήση της εν λόγω πλαστής βεβαίωσης, διότι με βάση αυτή προέβησαν στη διαδικασία της μεταβίβασης του οχήματος, χωρίς να, πληρώσουν το φόρο υπεραξίας στην ως άνω ΔΟΥ, όπως απαρχής αποσκοπούσαν.
Περαιτέρω προέκυψε ότι η πρώτη κατηγορουμένη, υπάλληλος της ως άνω υπηρεσίας της Α' ΔΟΥ ..., κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και εντός της ανατεθειμένης σ' αυτήν υπηρεσίας, με πρόθεση βεβαίωσε στο παραπάνω δημόσιο έγγραφο, ήτοι τη βεβαίωση ή σημείωμα υπολογισμού επιβαρύνσεων για τη μεταβίβαση του παραπάνω οχήματος, ψευδές περιστατικό, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα ως Προϊσταμένη της ανωτέρω ΔΟΥ, βεβαίωσε στο ως άνω έγγραφο ότι είχε καταβληθεί ο φόρος υπεραξίας για τη μεταβίβαση του με αριθμό κυκλοφορίας ...ΔΧΦ, που ανερχόταν στο ποσό των 1760,82 ευρώ, θέτοντας ημερομηνία 25/2/02, τη σφραγίδα της Υπηρεσίας και το ονοματεπώνυμο της, εν γνώσει της ότι ο φόρος αυτός δεν πληρώθηκε καθόλου, με συνέπεια να γίνει η μεταβίβαση του παραπάνω οχήματος, χωρίς να καταβληθεί ο φόρος υπεραξίας.
Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις πράξεις που τους αποδίδονται ισχυριζόμενοι η μεν πρώτη ότι δεν γνωρίζει τους λοιπούς και ότι δεν χειρίστηκε το φάκελο του παραπάνω οχήματος και ότι με την υπογραφή της στο επίμαχο έγγραφο, ήτοι στη βεβαίωση ή σημείωμα υπολογισμού επιβαρύνσεων για τη μεταβίβαση αυτοκινήτου οχήματος, βεβαίωνε ότι ακολουθήθηκε η διαδικασία για τη μεταβίβαση του οχήματος, θεωρώντας δεδομένο ότι πληρώθηκε ο φόρος υπεραξίας, αφού υπήρχε η υπογραφή της υπαλλήλου ΓΓ στο ως άνω έγγραφο. Επίσης η δεύτερη κατηγορουμένη αρνείται ότι μετέβη στις 25-2-2002 στη ΔΟΥ ... και ότι συμμετείχε στη διαδικασία για τη μεταβίβαση του παραπάνω οχήματος, ενώ τους ισχυρισμούς της αυτούς επιβεβαιώνει και ο δεύτερος κατηγορούμενος, που είναι πατέρας της, ο οποίος αναφέρει ότι κατά τον ως άνω χρόνο η κόρη του ήταν στην ..., όπου διορίστηκε ως αγροτικός γιατρός. Όμως και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, προέκυψε ότι η τρίτη κατηγορουμένη ανέλαβε υπηρεσία στο Νοσοκομείο Χανίων Κρήτης (τρίμηνη υποχρεωτική εκπαίδευση) στις 22-3-2002, οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν ευσταθούν και αναιρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΔΔ και ΑΑ, που δόθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στην Επιθεωρήτρια ΕΕ, από τις οποίες με σαφήνεια προκύπτει η παρουσία της τρίτης κατ/νης στις 25-2-2002 στην Α' ΔΟΥ ..., στο τμήμα αυτοκινήτων, όπου υπηρετούσε η πρώτη κατ/νη, καθώς και η από προηγούμενο χρόνο γνωριμία των πρώτης και τρίτης κατ/νων και επίσης η ενασχόληση της πρώτης κατ/νης με τη διαδικασία της μεταβίβασης του παραπάνω οχήματος, την οποία ανέλαβε προσωπικά. Έτσι και με δεδομένο ότι ο φόρος υπεραξίας δεν καταβλήθηκε κατά τη διαδικασία της μεταβίβασης του οχήματος, η δε υπογραφή της υπαλλήλου ΓΓ, που βεβαιώνει δήθεν ότι ο φόρος αυτός καταβλήθηκε είναι πλαστή, γεγονότα, τα οποία εμμέσως, πλην σαφώς ομολογούνται από τους κατ/νους και ότι έννομο συμφέρον από την πλαστογραφία αυτή είχε ο δεύτερος κατ/νος με την ιδιότητα του πωλητή του οχήματος, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με το νόμο, να καταβάλει το φόρο υπεραξίας, και ο οποίος, καθώς και η κόρη του δεύτερη κατ/νη, η οποία τον συνόδευσε κατά τη μετάβασή του στην Εφορία, προκειμένου να τον εξυπηρετήσει, λόγω της γνωριμίας της με την πρώτη κατ/νη, δεν θα μπορούσαν μόνοι τους να προβούν στην πλαστογραφία, δεν καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο αφενός, ότι και οι τρείς κατ/νοι προέβησαν από κοινού στην πράξη της πλαστογραφίας και στη χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου, κατά τα ανωτέρω, και αφετέρου ότι η πρώτη κατ/νη, τελώντας εν γνώσει του γεγονότος ότι ο φόρος υπεραξίας για τη μεταβίβαση του παραπάνω οχήματος δεν είχε καταβληθεί, βεβαίωσε με την υπογραφή της ψευδές γεγονός, ήτοι ότι ο φόρος αυτός καταβλήθηκε.
Συνεπώς πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται, να αναγνωριστεί όμως ότι συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 περ.α ΠΚ, διότι μέχρι και το χρόνο που έγιναν οι πράξεις έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα των αποδιδομένων σ' αυτήν αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού κατά συναυτουργία και της ψευδούς βεβαίωσης και της επέβαλε συνολική ποινή έξι (6) ποινών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (χρόνια).
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγής τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 242 παρ. 1 του ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, στις οποίες περιλαμβάνονται των μαρτύρων-συναδέλφων της αναιρεσείουσας ΓΓ και ΔΔ. Ακόμα το Δικαστήριο έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την τέλεση από κοινού (κατά συναυτουργία) της πράξης της πλαστογραφίας και χρήσης του πλαστού εγγράφου (της από 25-2-2002 βεβαίωσης της ΔΥΟ Α' ... υπολογισμού επιβαρύνσεων για τη μεταβίβαση αυτοκινήτου οχήματος), χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρει και τον τρόπο συμμετοχής καθενός των συναυτουργών. Επίσης το ίδιο Δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία κατέληξε στην ενοχή της αναιρεσείουσας και για το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης, αφού στο κρίσιμο ως άνω έγγραφο βεβαιώνει ψευδώς ως Προϊσταμένη, ΔΟΥ ότι είχαν καταβληθεί ο φόρος υπεραξίας, ύψους 1760,32 ευρώ του αυτοκινήτου του Χ2 και μπορούσε τούτο να μεταβιβασθεί στο ΒΒ, χωρίς να ελέγξει αν πράγματι έγινε και καταβολή του ως άνω φόρου και υπήρχε σχετικό διπλότυπο για την καταβολή αυτή, που έπρεπε να είχε εκδώσει ο αρμόδιος υπάλληλος, περιστατικά που υπόκεινταν τότε στον υπηρεσιακό έλεγχο της ως καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδίας υπαλλήλου. Επομένως οι σχετικές περί του αντιθέτου των ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το μέρος που με τον πρώτο των ως άνω λόγων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι έτσι προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και το έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 29 της απόφασης αυτής), το Δικαστήριο για να αποκρούσει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της κατ' αυτής κατηγορίας για τις πράξεις της από κοινού πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού και της ψευδούς βεβαίωσης, αναφέρει ότι "οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ευσταθούν και αναιρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτυριών ΔΔ και ΑΑ, που δόθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στην επιθεωρήτρια ΕΕ". Περαιτέρω, όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ίδιας (προσβαλλόμενης) απόφασης- βλ. σελ. 18 αυτής, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο τόσο η πρωτοβάθμια απόφαση (υπ' αριθμ. 32746/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) όσο και τα πρακτικά αυτής, όπου περιέχονται οι δύο ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις. Επίσης αναγνώσθηκε και η πορισματική έκθεση της επιθεωρήτριας ΕΕ (η οποία είχε αναγνωσθεί και πρωτοδίκως), στην οποία γίνεται αναφορά των καταθέσεων των ίδιων ως άνω μαρτύρων. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι οι ίδιοι ως άνω μάρτυρες εξετάσθηκαν ενώπιον και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. σελ. 7 έως 14 και 15-16 αντίστοιχα), όπου κάθε διάδικος άσκησε τα εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαιώματά του (βλ. σελ'. 21 της προσβαλλόμενης απόφασης).
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγου της λήψης υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και των δύο ως άνω μαρτυρικών καταθέσεων που δόθηκαν στην Επιθεωρήτρια ΕΕ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μια ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιους αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η υποβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχ. ε, ήτοι όταν ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση, πρέπει η συμπεριφορά του δράστη να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονική κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, που καταδικά-σθηκε ως δημόσια υπάλληλος για τα εγκλήματα της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού και ψευδή βεβαίωση (για να ωφελήσει παράνομα τον συγκατηγορούμενό της, μη καταβάλλοντας αρχικά (όπως επιδιωκόταν από την αναιρεσείουσα και τους συγκατηγορουμένους της), το ποσό των 1760,82 ευρώ ως φόρο υπεραξίας για τη μεταβίβαση Δ.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου του), με αυτοτελή ισχυρισμό, που κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, εκτός εκείνης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ (η οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη), εκθέτοντας σχετικά τα παρακάτω: "όσον αφορά στο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' του ΠΚ επισημαίνεται ότι μετά την δήθεν τέλεση των πράξεων που κακώς μου αποδίδονται, που έλαβαν χώρα στις 25-2-2002, μέχρι σήμερα, ζώντας σε ελεύθερη στην κοινωνία διαβίωση και υπηρετώντας στο Υπουργείο Οικονομικών (σε διάφορες ΔΟΥ), επέδειξα εξαίσια και άριστη συμπεριφορά, δεν απασχόλησα τις διοικητικές και δικαστικές αρχές, επιδεικνύοντας εργατικότητα, προθυμία και συνεπεία και διήγα άρτιο, κοινωνικό, ατομικό, οικογενειακό και επαγγελματικό βίο, καθώς εργάζομαι ακόμα και σήμερα στην ίδια θέση στην οποία εργαζόμουν και παλαιέστερα ως εφοριακός". Τα ως άνω περιστατικά μόνα τους και αληθινά υποτιθέμενα δεν είναι αρκετά για να θεμελιώσουν την ως άνω ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ. Ειδικότερα η διέλευση επτά (7) ετών και εννέα (9) μηνών από το χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων που τέλεσε η αναιρεσείουσα (25-2-2002) έως και την εκδίκαση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (26.11.2009) διάγοντας έντιμη, ατομική και οικογενειακή ζωή και εκτελώντας ως υπάλληλος το υπηρεσιακό της καθήκον, χωρίς την επίκληση επιπλέον περιστατικών που παρέχουν αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους της και της κοινωνικής προδιάθεσής της, ως θα ήταν οι "εξαιρετικές επιδόσεις, στο κριτήριο της αξιολόγησής της ως υπάλληλος του Δημοσίου σε ευαίσθητο τομέα ή περιστατικά κοινωνικής δραστηριότητας με εμφανή στοιχεία ανιδιοτέλειας, αμετά-βλητου ήθους και ακεραιότητας του χαρακτήρα της. Πρέπει να επισημανθεί ότι η κατηγορούμενη ακόμη και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης των Δικαστηρίων εκείνων με την απολογία και των εν γένει στάση της συνδρομής ουδαμός συνέβαλε στην ανεύρεση της αλήθειας, αποκρύπτοντας την ταυτότητα των προσώπων που εμφανίσθηκαν ενώπιόν της για την φορολογική ρύθμιση της υποθέσεώς τους.
Συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε σιωπηρά του ως άνω αόριστο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της συνδρομής στο πρόσωπό της, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ δεν έσφαλε, καθόσον το Δικαστήριο εκείνο δε υποχρεούταν να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα κατά τον ως άνω αόριστου ισχυρισμού της. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ λόγοι αναίρεσης, που περιέχονται στον υπ' αρ. 4 λόγο της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη ακρόασής της κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2010 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10310/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή