Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 201 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Δεδικασμένο, Αναβολής αίτημα.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για απάτη κατά συναυτουργία (τηλεοπτικό παιχνίδι - απόκρυψη γεγονότος ότι ο τηλεθεατής θα ετίθετο σκοπίμως σε αναμονή για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να μπορέσει να μιλήσει με τον τηλεπαρουσιαστή και θα υπερχρεωνόταν με μεγάλο αριθμό μονάδων). Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ. Η απόκρυψη του ανωτέρω γεγονότος απευθυνόταν όχι γενικά στο κοινό, αλλά στους συγκεκριμένους τηλεθεατές που επιθυμούσαν να λάβουν μέρος στο τηλεπαιχνίδι, ενώ δεν επρόκειτο για αστική διαφορά. Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους. Απόρριψη αιτιάσεως για μη ανάγνωση εγγράφων (που δεν μνημονεύονται στα αναγνωστέα), γιατί δεν προκύπτει ότι προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά (δικαστικές αποφάσεις) και ζητήθηκε η ανάγνωση τους. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού είναι απαράδεκτη. Αίτημα αναβολής μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί συναφούς υποθέσεως με τους ιδίους κατηγορουμένους ήταν αόριστο, πάντως απορρίφθηκε αιτιολογημένα. Αιτιολογημένη απόρριψη ενστάσεως εκκρεμοδικίας, άλλως δεδικασμένου, και του συναφούς αιτήματος διακοπής της δίκης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του ισχυρισμού αυτού. Απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως στο σύνολο τους.




ΑΡΙΘΜΟΣ 201/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φωκά, περί αναιρέσεως της 904/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Μαΐου 2009, 4 Μαΐου 2009 και 13 Μαΐου 2009 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 707/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες υπ' αριθ. 24, 25/4.5.2009 και από 13.5.2009 (με αριθ. πρωτ. 4024/2009) αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της υπ' αριθ. 904/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 59 του ΚΠΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη απ' αυτήν ως άνω αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο δε νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότητα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ προϋποθέτει την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και όχι την αναβολή της δίκης και, επομένως, η παραβίαση των τελευταίων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση άλλου δικαστηρίου επί συναφούς υποθέσεως ή περί διακοπής της δίκης πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 904/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την οποία οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν για απάτη κατά συναυτουργία στις εκεί αναφερόμενες ποινές, και από τα πρακτικά τους, οι συνήγοροι που εκπροσώπησαν στη δίκη τους κατηγορουμένους, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης "μέχρι την έκδοση απόφασης από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διότι η πράξη για την οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι είναι συναφής γιατί πρόκειται για την ίδια υπόθεση στα ίδια χρονικά διαστήματα". Το αίτημα αναβολής αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο, γιατί δεν προβλήθηκε σαφώς και ορισμένως, με όλα τα πραγματικά περιστατικά που θα προέκυπταν από την αναμενόμενη απόφαση και θα είχαν έννομη επιρροή στην κρινόμενη περίπτωση. Επομένως, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό, χωρίς η απόρριψή του να επιφέρει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εφόσον αυτή προϋποθέτει την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και όχι την αναβολή της δίκης, με επαρκή αιτιολογία, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του τα εξής: "Το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι δεν συντρέχουν λόγοι αναβολής της παρούσας υπόθεσης και τούτο διότι η εκδοθησομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης επί της εφέσεως κατά της με αριθμό 483/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που αναφέρεται σε πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στη ... (και όχι στις ... όπως στην προκειμένη περίπτωση) και στρεφόμενες εναντίον διαφορετικών παθόντων, δεν θα αποτελέσει δεδικασμένο και ως εκ τούτου δεν θα ασκήσει έννομη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης.
Συνεπώς το αίτημα για αναβολή της υπόθεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο". Η αιτιολογία δε αυτή είναι η ειδική και εμπεριστατωμένη που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, αφού αναφέρεται και ο λόγος για τον οποίο η απόφαση, μέχρι την έκδοση της οποίας ζητήθηκε η αναβολή, δεν θα αποτελούσε δεδικασμένο για την παρούσα υπόθεση, και, επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, (κοινός) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής (υπό στοιχ. Α' αναιρετηρίων), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος των κατηγορουμένων ζήτησε τη διακοπή της δίκης για τις 13.2.2009, "ώστε να αναπτυχθεί ολοκληρωμένα η ένσταση εκκρεμοδικίας, άλλως δεδικασμένου των κατηγορουμένων". Το Τριμελές Εφετείο απάντησε στο αίτημα αυτό, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως για την έννοια της εκκρεμοδικίας, κατά λέξη, ως εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν με την με αριθμό 483/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' Βαθμού για την πράξη της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και ειδικότερα ότι τέλεσαν την ανωτέρω πράξη στη ... κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του 2004 μέχρι τις 23-9-2004 μεταδίδοντας καθημερινά και για πολλές ώρες το τηλεπαιχνίδι "FOTO FAULT" από τους τηλεοπτικούς σταθμούς "BEST NEWS", "BEST CHANNEL", "TV ...", "ΟΡΙΟΝ", "COSMOS", "EUROPE 1", "SUPER". Στη δικαζόμενη υπόθεση η κατηγορία αφορά πράξη που φέρεται ότι τέλεσαν οι κατηγορούμενοι στις ... κατά το χρονικό διάστημα από 15-12-2003 έως 15-3-2004 μεταδίδοντας το προαναφερόμενο τηλεπαιχνίδι από τηλεοπτικούς σταθμούς των ... (" ΤV ...", "Τηλεπιλογή"). Επομένως πρόκειται για διαφορετική πράξη από αυτήν για την οποία έχουν καταδικαστεί οι κατηγορούμενοι (με την με αριθμό 483/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση από τους κατηγορούμενους, η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση στη δικάσιμο της 24-2-2009) ως προς το χρόνο και τον τόπο τέλεσης αυτής αλλά και ως προς τα πρόσωπα των παθόντων και των λοιπών ιστορικών γεγονότων. Εξάλλου αφού κατά τα ανωτέρω εκκρεμεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έφεση κατά της με αριθμό 483/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δε μπορεί να γίνει λόγος περί δεδικασμένου καθόσον μεταξύ των άλλων αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη δεδικασμένου είναι η ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης η οποία όμως δεν υφίσταται εν προκειμένω.
Συνεπώς για όλους τους παραπάνω λόγους η ένσταση της εκκρεμοδικίας άλλως δεδικασμένου που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη". Ο ισχυρισμός, όμως, περί εκκρεμοδικίας, άλλως, δεδικασμένου, όπως έχει και ανωτέρω αναφερθεί, προβλήθηκε εντελώς αορίστως και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πλην η αιτιολογία που διέλαβε είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ο σχετικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, (κοινός) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, αφού δεν κήρυξε την ποινική δίωξη απαράδεκτη (υπό στοιχ. Β' αναιρετηρίων), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Στην απόφαση για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, ενυπάρχει και σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος για διακοπή της δίκης, στο οποίο και πάλι δεν υπεχρεούτο να απαντήσει το δικαστήριο, αφού και αυτό υποβλήθηκε αορίστως και χωρίς την επίκληση σημαντικού αιτίου, για το οποίο το Δικαστήριο θα έπρεπε να προχωρήσει στη διακοπή της δίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 ΠΚ, "αν δύο η περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού. Όταν, όμως, στον ίδιο τόπο και χρόνο περισσότεροι διαπράττουν την ίδια πράξη κατά το αντικειμενικό σκέλος της, χωρίς να υπάρχει κοινός δόλος (συναπόφαση) των δραστών, τότε δεν πρόκειται για συναυτουργία, αλλά για παραυτουργία ή παράλληλη αυτουργία, οπότε καθένας από τους δράστες διώκεται και κρίνεται ως αυτουργός της σχετικής πράξης.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες απάτης κατά συναυτουργία σε βάρος του ΑΑ, πράξη που τέλεσαν οι από αυτούς Χ2 και Χ3με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε τον μεν Χ1 σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, μετατραπείσα, τις δε ανωτέρω σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, ανασταλείσα, την καθεμιά. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. 0 πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) ήταν ο παραγωγός, δημιουργός και οργανωτής του τηλεπαιχνιδιού "FOTO FAULT". Το δικαίωμα εκμετάλλευσης του ανωτέρω τηλεπαιχνιδιού το εκχώρησε αυτός (α' κατηγορούμενος) στην εταιρία με την επωνυμία: "ΣΠΕΚΤΡΟΥΜ - ΚΟΝΝΕΚΤ ΦΑΣΜΑ ΑΕ", στις 9-1-2004 δυνάμει σχετικής συμβάσεως. Η δεύτερη κατηγορούμενη (Χ3), που ήταν διευθύνουσα σύμβουλος της παραπάνω εταιρίας (SPECTRUM) ανέλαβε την παραγωγή και εκμετάλλευση του παραπάνω τηλεπαιχνιδιού (FOTO FAULT) συμβληθείσα για το σκοπό αυτό μεταξύ των άλλων και με τηλεοπτικούς σταθμούς της πόλεως των ... Περαιτέρω ανατέθηκε στην εταιρία με την επωνυμία "FONS ΑΕ ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις" που εδρεύει στη ..., στην οποία διευθύνουσα σύμβουλος ήταν η τρίτη κατηγορουμένη (Χ2), να αναλάβει τον συντονισμό και την εκπομπή του προγράμματος μέσω των άνω τηλεοπτικών σταθμών, παρέχοντας Studios για την παραγωγή και προβολή του τηλεπαιχνιδιού FOTO FAULT. Η εταιρία ABC TELECOM παρείχε βάσει συμβάσεως τις γραμμές (090) στις εταιρίες SPECTRUM και FONS. Το τηλεπαιχνίδι αυτό συντονιζόταν από τηλεπαρουσιαστή και βασιζόταν στη συμμετοχή τηλεθεατών οι οποίοι τηλεφωνούσαν είτε από σταθερό είτε από κινητό τηλέφωνο σε τηλεφωνικές γραμμές οι οποίες ήταν υψηλής χρέωσης (090). Στη διάρκεια της εκπομπής, παρουσιαστές οι οποίοι εναλλάσσονταν μεταξύ τους παρουσίαζαν στο κοινό δύο φωτογραφίες σχεδόν όμοιες, αλλά με μια διαφορά την οποία οι παρουσιαστές καλούσαν τους τηλεθεατές να ανακαλύψουν και να ανακοινώσουν σε αυτούς (παρουσιαστές). Εάν ο τηλεθεατής έβρισκε τη διαφορά θα αμείβονταν με κάποιο ποσό το οποίο μετά από κάθε αποτυχημένη απάντηση αυξάνονταν και έφθανε σε αρκετές χιλιάδες ευρώ. Πρέπει να αναφερθεί πως η διαφορά μεταξύ των δύο φωτογραφιών ήταν εύκολα διακριτή, σχεδόν από κάθε τηλεθεατή. Όταν κάποιος τηλεθεατής εντόπιζε αυτή τη διαφορά και καλούσε στον αριθμό υψηλής χρέωσης που υπήρχε επί της οθόνης του δέκτη του, ένα μαγνητόφωνο τον πληροφορούσε ότι βρίσκεται σε γραμμή προτεραιότητας. Την ίδια στιγμή άκουγε τον παρουσιαστή του προγράμματος να συνομιλεί με κάποιον άλλο παίχτη που συμμετείχε και αυτός στο τηλεπαιχνίδι. Ο παίχτης αυτός εντελώς παράδοξα αντί να διακρίνει τη σωστή διαφορά μεταξύ των φωτογραφιών, η οποία ήταν ολοφάνερη, έδινε λανθασμένες απαντήσεις με συνέπεια να αποτυγχάνει στο παιχνίδι. Όπως αποδείχθηκε ο παίχτης αυτός δεν ήταν πραγματικός παίχτης, αλλά ενεργούσε ύστερα από συνεννόηση με τους κατηγορούμενους και δήλωνε σκόπιμα λανθασμένη διαφορά για να αυξάνει έτσι με το δήθεν λάθος του το ποσό που προσδοκούσε να κερδίσει. Την ώρα που ο τηλεθεατής τηλεφωνούσε δέχονταν την ψευδή παράσταση του γεγονότος ότι ήταν σε γραμμή προτεραιότητας καθώς και της συμμετοχής ενός άλλου παίχτη, η οποία συμμετοχή όμως ήταν εικονική. Μετά την παρέλευση δεκαπεντάλεπτου από την κλήση του πραγματικού παίχτη η τηλεφωνική σύνδεση διακόπτονταν χωρίς αυτός (πραγματικός παίχτης) να έχει μιλήσει με τον παρουσιαστή. Όμως ο τηλεθεατής αυτός που υποτίθεται ότι ανέμενε στη γραμμή προτεραιότητας χρεώνονταν πραγματικά την τηλεφωνική του σύνδεση. Στο χρονικό διάστημα από 15-12-2003 έως 15-3-2004 μεταδόθηκαν επανειλημμένα εκπομπές από τηλεοπτικούς σταθμούς τοπικής εμβέλειας της πόλεως των ... κατά τη διάρκεια των οποίων διεξάγονταν το παραπάνω τηλεοπτικό παιχνίδι, στο οποίο συμμετείχαν ανυποψίαστοι τηλεθεατές καταβάλλοντος διάφορα χρηματικά ποσά για τη συμμετοχή τους στο παιχνίδι. Όπως είναι προφανές αν οι τηλεθεατές γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, δηλαδή ότι το παιχνίδι είναι εικονικό δε θα συμμετείχαν σε αυτό. Όλα τα παραπάνω τα έπρατταν οι ως άνω κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν με την απατηλή αυτή συμπεριφορά τους παράνομα περιουσιακά οφέλη από τα κέρδη των υπερχρεώσεων των τηλεφωνικών λογαριασμών των τηλεθεατών βλάπτοντας τις αντίστοιχες περιουσίες τους. Μεταξύ των τηλεθεατών αυτών ήταν και ο ΑΑ, κάτοικος ... Ο εν λόγω τηλεθεατής βλέποντας να προβάλλεται από τηλεοπτικούς σταθμούς των ... το προαναφερόμενο τηλεπαιχνίδι εκδήλωσε την επιθυμία του να λάβει μέρος σε αυτό για να κερδίσει ως έπαθλο το ποσό των 10.000 ευρώ, αφού η απάντηση στις ερωτήσεις που υποβάλλονταν από την τηλεπαρουσιάστρια ήταν πολύ εύκολη. Ενώ όμως η κλήση στον αριθμό που αναγράφονταν επί της οθόνης ήταν ευχερέστατη, στη συνέχεια αυτός (τηλεθεατής) ετίθετο σκόπιμα σε αναμονή για μεγάλο χρονικό διάστημα που έφθανε μέχρι και δεκαπέντε (15) λεπτά της ώρας, χωρίς ουδέποτε να μπορέσει να συνομιλήσει με τον τηλεπαρουσιαστή του παιχνιδιού, αφού μετά την πάροδο του δεκαπεντάλεπτου έπεφτε η τηλεφωνική γραμμή και ήταν αδύνατη η επικοινωνία με τον παρουσιαστή του παιχνιδιού. Ο παραπάνω τηλεθεατής συμμετείχε στο παραπάνω τηλεπαιχνίδι αφενός μεν γιατί ήξερε να δώσει τη σωστή απάντηση για να κερδίσει το προαναφερόμενο ποσό και αφετέρου γιατί είχε την πεποίθηση ότι η χρέωση της τηλεφωνικής μονάδας των κλήσεων που πραγματοποιούσε ήταν η συνήθης. Και τούτο διότι αποκρύπτονταν από τον τηλεπαρουσιαστή σκόπιμα το γεγονός ότι οι τηλεφωνικές συνδέσεις του με τον τηλεοπτικό σταθμό θα χρεώνονταν με μεγάλο αριθμό μονάδων. Όλα αυτά είχαν ως συνέπεια να κληθεί ο τηλεθεατής ΑΑ από τον ΟΤΕ προκειμένου να πληρώσει το ποσό των 1900 ευρώ συν ΦΠΑ το οποίο είναι υπέρογκο για τον ίδιο. Έτσι με τον παραπάνω τρόπο, δηλαδή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων προκλήθηκε ζημία στην περιουσία του ΑΑ κατά το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο ποσό ωφελήθηκαν κατά τα συμβατικά τους ποσοστά οι παραπάνω κατηγορούμενοι, ιδιοποιούμενοι αυτά χωρίς νόμιμη αιτία, γεγονός στο οποίο αποσκοπούσαν από την αρχή ... Επομένως, για όλους τους παραπάνω λόγους, πρέπει ... οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι (εννοεί τους αναιρεσείοντες), να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σε αυτούς πράξεως κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της απάτης κατά συναυτουργία, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α) ο σκοπός των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων να περιποιήσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτών αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ότι, δηλαδή, ο τηλεθεατής που θα συμμετείχε στο τηλεπαιχνίδι θα υπερχρεωνόταν, για τις σχετικές τηλεφωνικές συνδέσεις, με μεγάλο αριθμό μονάδων, ενώ, κατά τη διάρκεια των 15 λεπτών που θα ανέμενε στην τηλεφωνική του γραμμή, δεν θα μπορούσε να μιλήσει με τον τηλεπαρουσιαστή, από την οποία (απόκρυψη), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο μηνυτής και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο συμπεριφορά, στη συμμετοχή του, δηλαδή, στο τηλεπαιχνίδι, έχοντας την πεποίθηση ότι η χρέωση της τηλεφωνικής μονάδας των κλήσεων που πραγματοποιούσε ήταν η συνήθης, γ) η βλάβη ξένης, ήτοι του παθόντος μηνυτή, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω παραπλανητική ενέργεια του αναιρεσείοντος και δ) ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν από κοινού και δη ο Χ1 ως πνευματικός δημιουργός του ως άνω τηλεπαιχνιδιού και συμβαλλόμενος με την παραγωγό εταιρία SPECTRUM, η Χ2 ως διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας αυτής, η οποία ανέλαβε την παραγωγή και εκμετάλλευση του τηλεπαιχνιδιού και συμβλήθηκε με τηλεοπτικούς σταθμούς τοπικής εμβέλειας της πόλεως των ..., και η Χ3, η οποία, ως διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας FONS, παρείχε studios για την παραγωγή και προβολή του τηλεπαιχνιδιού. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (υπό στοιχ. Γ', Ε', Στ' αναιρετηρίου Χ1, Γ', Ε' αναιρετηρίου Χ2 και Γ' αναιρετηρίου Χ3), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συγκεκριμένα: Η αιτίαση ότι, πρόκειται για αστική διαφορά, γιατί η μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως, όπως επί του τηλεοπτικού διαγωνισμού η μη απόδοση του επάθλου από τον οφειλέτη στον συμφωνηθέντα χρόνο, έστω και αν αυτός δεν είχε πρόθεση αποδόσεώς του κατά το χρόνο συνομολογήσεώς του, δεν αποτελεί "γεγονός" παρόν ή παρελθόν, είναι αβάσιμη, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, η αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες απάτη συνίσταται όχι στο ότι αυτοί, με ψευδείς παραστάσεις, δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους να αποδώσουν το έπαθλο στον νικητή του τηλεπαιχνιδιού, αλλά στο ότι αυτοί απέκρυψαν αληθινό γεγονός, ήτοι, κατά τα προεκτεθέντα, ότι ο τηλεθεατής που θα συμμετείχε στο τηλεπαιχνίδι θα υπερχρεωνόταν, για τις σχετικές τηλεφωνικές συνδέσεις, με μεγάλο αριθμό μονάδων, ενώ, κατά τη διάρκεια των 15 λεπτών που θα ανέμενε στην τηλεφωνική του γραμμή, δεν θα μπορούσε να μιλήσει με τον τηλεπαρουσιαστή. Η αιτίαση ότι δεν συνιστά πράξη εξαπάτησης το παραπάνω τηλεπαιχνίδι, γιατί απευθύνεται όχι σε εξατομικευμένο αποδέκτη, αλλά στο κοινό γενικά, δεν ευσταθεί, για το λόγο ότι η απόκρυψη του ανωτέρω γεγονότος απευθύνθηκε προς τους συγκεκριμένους τηλεθεατές, μεταξύ των οποίων και στον παθόντα, οι οποίοι επιθυμούσαν να λάβουν μέρος στο τηλεπαιχνίδι, και, παραπλανηθέντες, κατέβαλαν, για τις τηλεφωνικές κλήσεις, υπέρογκα ποσά. Οι μερικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών Χ2 και Χ3 ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ούτε ανέγνωσε τις υπ' αριθ. 30349/2008, όσον αφορά την πρώτη, και 46891/2006, όσον αφορά τη δεύτερη, αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, από τις οποίες θα αποδεικνυόταν ότι την ευθύνη για τη λειτουργία και τη διεκπεραίωση των οικονομικών υποχρεώσεων των εταιριών SPECTRUM και FONS είχε αποκλειστικά ο Χ1, είναι αβάσιμες, γιατί, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προκύπτει ότι οι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις κατηγορούμενες προσκόμισαν τις αποφάσεις αυτές και υπέβαλαν αίτημα για την ανάγνωσή τους και το Δικαστήριο αρνήθηκε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ1 ότι το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε και αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η αιτίαση του ιδίου ότι, από τη διατύπωση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δεν προκύπτει ποια ακριβώς έγγραφα αναγνώσθηκαν και αν είχε παρασχεθεί στον αναιρεσείοντα η ευχέρεια να ασκήσει το παρεχόμενο σ' αυτόν από το νόμο δικαίωμα εκθέσεως των απόψεων και παρατηρήσεών του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, είναι αβάσιμη, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκούσε ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων, εγγράφων κ.λ.π.), και δεν απαιτείτο και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντίρρηση στην ανάγνωση των εγγράφων ούτε ζήτησε να εκθέσει τις παρατηρήσεις του σχετικά με κάποιο έγγραφο. Τέλος, η μερικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας Χ2 για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού είναι απαράδεκτη για το λόγο που έχει εκτεθεί ανωτέρω.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, "αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, (κοινό) λόγο αναιρέσεως (υπό στοιχ. Δ' των αναιρετηρίων), οι αναιρεσείοντες παραπονούνται γιατί το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε το δεδικασμένο που απέρρεε από την υπ' αριθ. 483/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτοί αθωώθηκαν για την πράξη της απάτης που φερόταν ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2002 μέχρι τις 31.12.2003. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως έχει εκτεθεί, το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου είχε προβληθεί εντελώς αορίστως, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον απέρριψε, δεχόμενο ότι εκκρεμούσε έφεση κατά της παραπάνω αποφάσεως (που ήταν καταδικαστική και όχι αθωωτική) και ότι η πράξη για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι διαφορετική ως προς το χρόνο και τον τόπο τέλεσης, καθώς και ως προς τα πρόσωπα των παθόντων και τα λοιπά ιστορικά γεγονότα από αυτήν που αναφέρεται στην υπ' αριθ. 483/2006 απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις υπ' αριθ. 24/4.5.2009, 25/4.5.2009 και από 13.5.2009 (με αριθ. πρωτ. 4024/2009) αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθ. 904/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή