Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1032 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Απάτη από κοινού - Αιτιολογία αποφάσεως - Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. ’ρθρο 171 ΚΠΔ. Όχι ακυρότης εκ του ότι αναγράφεται ο ίδιος δικηγόρος υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής, εφ' όσον οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι άλλος παρέστη ως συνήγορος πολιτικής αγωγής. Δεν απαιτείται αιτιολογία, όταν έχουμε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1032/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 το γένος ... και 2) Χ2 αμφοτέρων κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Ευσταθόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 6.006/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 το γένος ..., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόκοτα.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 104/2009.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 171 ΚΠΔ Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ'όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη προκαλείται: 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ....δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος και 2) Αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 6006/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, οι κατηγορούμενοι εξεπροσωπήθησαν από τον δικηγόρο Αθηνών Αργύριο Ευσταθόπουλο, ο οποίος τους εξεπροσώπησε και πρωτοδίκως, η δε παθούσα Ψ1 εδήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και διώρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Δημήτριο Μπόκοτα, ο οποίος και παρέστη, όπως και πρωτοδίκως. Οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς των, ότι στα πρακτικά αναγράφεται ο άνω Αργύριος Ευσταθόπουλος ως δικηγόρος τόσο των κατηγορουμένων, όσο και της πολιτικώς εναγούσης, υπαρχούσης, εντεύθεν, απολύτου ακυρότητος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η τοιαύτη αναγραφή, η οποία οφείλεται εις προφανή παραδρομή, δεν συνιστά λόγον απολύτου ακυρότητας, εις πάσα περίπτωση δε, κατ' ουδέν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι η αναγραφή του ιδίου δικηγόρου και για την πολιτικώς ενάγουσα, ο οποίος όμως δεν παρέστη και δια την τελευταίαν, παρεμπόδισε την άσκηση των υπό του νόμου παρεχομένων δικαιωμάτων τους ως κατηγορουμένων καθ' όσον κατά λέξη αναφέρουν ότι: "ως δικηγόρος της παρέστη ο δικηγόρος Αθήνας Δημήτριος Μπόκοτας, ο οποίος και αγόρευσε ως συνήγορος πολιτικής αγωγής". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρεται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει εις την διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη, την οποία πράγματι έχει αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στη διάταξη που εφηρμόσθη καθώς και όταν η διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, αναγόμενο στην ταυτότητα και στα στοιχεία του οικείου εγκλήματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οίοι είναι οι κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 ΚΠΔ προβαλλόμενοι από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Όταν όμως ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του προβάλλει αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα ειδικώς και αιτιολογημένως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, υπ'αριθμ. 6.006/2008 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 έχουν τελέσει την πράξη της απάτης από κοινού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι με την εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι, το Μάϊο του 2001, ζήτησαν από την εγκαλούσα να συναινέσει στην σύναψη τοκοχρεωλυτικού δανείου στο όνομα της από τη Eurobank Ergasias, ύψους 29.350 ευρώ, με την παροχή δικαιώματος εγγραφής προσημειώσεως σε ακίνητο ιδιοκτησίας της, προκειμένου στη συνέχεια να τους παραδώσει το χρηματικό ποσό που θα λάμβανε αυτή από την ως άνω Τράπεζα, ως δάνειο για την κάλυψη των αναγκών της οικογενειακής επιχειρήσεως εμπορίας ειδών χαρτοπωλείου, βιβλιοπωλείου κ.λ.π. που διατηρούσαν και λειτουργούσε υπό τη μορφή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" με την υποχρέωση αυτών να εξοφλούν οι ίδιοι τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου στην ως άνω Τράπεζα, διαβεβαιώνοντας την από κοινού ότι έχουν τη δυνατότητα να καταβάλουν τις δόσεις του δανείου, δεδομένου ότι είναι συγκύριοι πολυώροφης οικοδομής ευρισκόμενης στην ... στο...την οποία επρόκειτο να εκποιήσουν. Με την παράσταση του ως άνω γεγονότος, δηλ. της συγκυριότητας τους επί της ως άνω οικοδομής και της εντεύθεν δυνατότητας τους προς εξόφληση των δόσεων του δανείου έπεισαν την εγκαλούσα στις... να υπογράψει για τον ως άνω σκοπό την υπ' αριθμ. ... δανειακή σύμβαση με την ως άνω Τράπεζα και να λάβει από την τελευταία το ποσό των 29.347,73 ευρώ ως στεγαστικό δάνειο, συναινώντας στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της εν λόγω Τράπεζας, για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του και ακολούθως, να καταθέσει την ίδια ημέρα εκταμίευσης του δανείου σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης κατηγορουμένης και του δεύτερου κατηγορούμενου, που τη συνόδευσε στην ως άνω Τράπεζα την ημερομηνία υπογραφής της δανειακής συμβάσεως, το ποσό του δανείου. Το παραπάνω γεγονός, όμως, με την παράσταση του οποίου ως αληθούς οι κατηγορούμενοι έπεισαν την εγκαλούσα να προβεί στις πιο πάνω πράξεις ήταν εν γνώσει τους ψευδές, αφού, όπως αποδείχτηκε, ιδιοκτήτης της πιο πάνω πολυώροφης οικοδομής, η οποία μάλιστα ήταν βεβαρημένη με κατασχέσεις και προσημειώσεις ήταν ο αδελφός τους Ζ1 πράγμα το οποίο εάν γνώριζε η εγκαλούσα δεν θα συναινούσε στη λήψη του εν λόγω δανείου και την παράδοση του ποσού αυτού στους κατηγορούμενους, καθώς και στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του παραπάνω ακινήτου της για την εξασφάλιση της αποπληρωμής αυτού. Αποτέλεσμα της ως παραπλανητικής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, στην οποία προέβησαν οι κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ποσό του δανείου με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας, ήταν να υποστεί αυτή ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία η εγκαλούσα, ύψους 2.934,73 ευρώ, δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι, πέραν μικρού αριθμού δόσεων, συνολικού χρηματικού ποσού 2.160 ευρώ περίπου (βλ. τα αναγνωσθέντα δελτία καταθέσεων στην ως άνω Τράπεζα), που αφορούσε τόκους του δανείου, σταμάτησαν από το 2002 να καταβάλουν τις δόσεις αυτού, το οποίο τελικά αναγκάστηκε να εξοφλήσει η ίδια. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, ιδίως δε από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας η οποία κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι οι κατηγορούμενοι της είπαν ότι είναι συνιδιοκτήτες σε ένα ακίνητο, ότι την ημέρα εκταμίευσης των χρημάτων κατέληξε να βρεθεί σε ένα υποκατάστημα της ως άνω τράπεζας με το δεύτερο κατηγορούμενο και να καταθέσει στον κοινό λογαριασμό τους το ποσό του δανείου, ότι αν δεν της έλεγαν ότι είχαν ακίνητη περιουσία δεν θα έκανε τέτοια κίνηση, ότι ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα ότι δεν πληρώνονται οι δόσεις και ότι όταν ζήτησε εξηγήσεις από τους κατηγορούμενους για τη μη πληρωμή των δόσεων οι τελευταίοι της είπαν μην τους τα έδινε τα χρήματα και ότι θα την κατηγορήσουν για τοκογλυφία, ενώ στη συνέχεια, όταν αναγκάστηκε να εξοφλήσει το δάνειο για να μην έχει οφειλές προς την Τράπεζα, της υποσχέθηκαν ότι θα της πλήρωναν το κεφάλαιο και δεν της έδωσαν τίποτε. Η κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας ενισχύεται από την κατάθεση του εργαζόμενου στην ως άνω Τράπεζα ..., ο οποίος κατέθεσε ότι το έτος 2002 μετέβη η πολιτικώς ενάγουσα με το σύζυγό της στην Τράπεζα, η οποία παραπονέθηκε σε σχέση με το ως άνω δάνειο ότι έπεσε θύμα απάτης. Οι κατηγορούμενοι με τους υποβληθέντες στην παρούσα δίκη ισχυρισμούς τους που καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, οι οποίοι στην πραγματικότητα αποτελούν άρνηση της εις βάρος τους κατηγορίας και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, συνομολογούν ότι η πολιτικώς ενάγουσα έλαβε πράγματι και κατέθεσε στον ως άνω κοινό λογαριασμό τους το ως άνω δάνειο, ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 δεν είχε την παραμικρή ανάμιξη στην έκδοση του δανείου και τη λήψη του προϊόντος του δανείου από το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος ανέλαβε έναντι της πολιτικώς ενάγουσας την αποπληρωμή των δόσεων αυτού στην Τράπεζα, ότι η πολιτικώς ενάγουσα γνώριζε, ως μόνιμη πελάτης της επιχειρήσεώς τους (βιβλιοπωλείου) το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ως άνω πολυκατοικίας, και συγκεκριμένα ότι αυτή ανήκε στον αδελφό τους και ότι ήταν βεβαρυμένη, καθώς και τα επικαλούμενα απ' αυτούς οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, λόγω της ύπαρξης των οποίων προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει οικονομικά, πλην, όμως τα παραπάνω, πέραν της συνομολογούμενης και από την ίδια ιδιότητας της ως πελάτισσας επί πολλά χρόνια της επιχειρήσεως τους, δεν επιβεβαιώνονται από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ενώ εξάλλου καθόσον αφορά τη μη ανάμιξη της πρώτης κατηγορουμένης στη λήψη του ποσού του δανείου, ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός των κατηγορουμένων αναιρείται από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, από το οποίο αποδείχτηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη ήταν αυτή που αρχικά πρότεινε στην πολιτικώς ενάγουσα να προβεί στη λήψη του δανείου για το σκοπό που προαναφέρθηκε και αναγνώρισε μαζί με το συγκατηγορούμενο αδελφό της, μετά από απαίτηση της πολιτικώς ενάγουσας, με την από 5-11-2001 υπογραφόμενη και από τους δύο κατηγορούμενους "απόδειξη δρχ. 10.000.000 (EUR 29.347,0286)" την εις ολόκληρον οφειλή της προς την πολιτικώς ενάγουσα από την παραπάνω αιτία, ενώ τέλος και το προϊόν του δανείου κατατέθηκε σε κοινό τραπεζικό λογ/σμό αυτής και του συγκατηγορούμενου αδελφού της. Επομένως, και μετά απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμων των ως άνω αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών των κατηγορουμένων, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για την ως άνω πράξη, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Μετά ταύτα εκήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "Στην ... στις 30.5.2001 οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικότερα, ζήτησαν από την εγκαλούσα Ψ1 να τους δανείσει το ποσό των 29.350 ευρώ διαβεβαιώνοντας την από κοινού ότι έχουν τη δυνατότητα να εξοφλήσουν το δάνειο, διότι είναι συγκύριοι πολυώροφης οικοδομής κείμενης στο ..., επί της οδούς .... Με τον τρόπο αυτό έπεισαν την εγκαλούσα να υπογράψει την υπ' αριθμ. ... δανειακή σύμβαση και να λάβει το ποσό των 29.347,73 ευρώ ως στεγαστικό δάνειο από την Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias και αφενός μεν να παραδώσει σ' αυτούς το ποσό του δανείου, αφετέρου δε να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Τράπεζας σε μονοκατοικία ιδιοκτησίας της κείμενη στην οδό ... στην ... για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του, πράξεις από τις οποίες υπέστη ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία ύψους 29.347,73 ευρώ, δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν τις δόσεις του δανείου, το οποίο τελικά εξόφλησε η μηνύτρια, εάν δε γνώριζε η εγκαλούσα την αληθή των πραγμάτων κατάσταση και δη ότι δεν ανήκε σ' αυτούς η επί της οδού ... βεβαρημένη με κατασχέσεις και προσημειώσεις πολυκατοικία αλλά στον αδελφό τους Ζ1 και ότι οι κατηγορούμενοι, ήταν κατάχρεοι και δεν σκόπευαν να εξοφλήσουν το δάνειο ασφαλώς και δεν επρόκειτο να τους παρέδιδε το ως άνω ποσό". Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της αποφάσεως, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθησαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27, 386 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει το ψευδές περιστατικό, το οποίο παρέστησαν ως αληθές, με την γνώση των ότι είναι ψευδές, τον σκοπό του περιουσιακού οφέλους, το οποίο και επέτυχον, με την αντίστοιχη ζημία της πολιτικώς εναγούσης, ανερχομένης εις το ως εις το διατακτικό αναφερόμενο ποσόν των 29.347,73 ευρώ, αφού τόσον ήτο και το ποσόν του δανείου, το οποίον έλαβε και εν τέλει εξόφλησεν η τελευταία αυτή, χωρίς, συνεπώς, εκ της αναφοράς των 2.943,73 ευρώ στο σκεπτικό, ως ζημίας της πολιτικώς εναγούσης, να δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση, ενώ, περαιτέρω, σαφώς αναφέρει ότι το ποσόν των 2.160 ευρώ αφορούσε τόκους του δανείου, που, εις ουδεμία περίπτωση, εμείωσαν το ποσόν της ζημίας της παθούσης. Επίσης απήντησε και στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, καίτοι δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει, αφού αυτοί δεν ήσαν αυτοτελείς, ως ορθώς εκρίθη υπό της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφ' όσον επεκαλέσθησαν οι κατηγορούμενοι ότι (εν συνόψει) "δεν ετελέσθη το αδίκημα" και, εντεύθεν, ούτε ο Εισαγγελεύς ήτο υποχρεωμένος να προτείνει επ' αυτών. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα σχετικοί δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινομένης αναιρέσεως, ως εκτιμώνται εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης.

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 9/16 Ιανουαρίου 2009 αίτηση των 1) Χ1 το γένος ... και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6.006/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστον ως και την δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης εξ ευρώ πεντακοσίων (500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή