Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 102 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση η οποία θεμελιώνεται στην προηγούμενη επικίνδυνη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, συνισταμένη στην εκβάθυνση τάφρου. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για: 1) μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς δυνατότητα πρόβλεψης του αποτελέσματος και ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και 2) εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 15, 28 και 302 ΠΚ.




Αριθμός 102/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βάϊο Θεοχάρη, περί αναιρέσεως της 1037/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 495/2008.

Αφού άκουσε Του πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 28 του ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ'αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας (ή κατά περίπτωση της σωματικής βλάβης) από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από εκούσια ανάληψη της υποχρέωσης παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται χωριστά τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων είναι αναγκαία όχι μόνο για την περί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής, καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση ποινής ή στην απαλλαγή απ' αυτήν. Όμως οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς και γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή τους και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει, όπως και η εσφαλμένη ερμηνεία αυτής, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό, της προσβαλλόμενης με αριθμ. 1037/2007 απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος διατηρεί στο Δ.Δ ..... ένα μανδρί, εντός ενός αγρού ιδιοκτησίας του. Για τις ανάγκες της άρδευσης αυτού του αγρού χρησιμοποιούσε μία τάφρο, που είχε ανοίξει παλιά η ΜΟΜΑ και βρίσκεται σε δημοτικό έδαφος και στην οποία συγκεντρώνονται τα ύδατα. ’λλοτε δε την τροφοδοτούσε με νερό από πομώνα ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Παρά το ότι όμως πλέον την χρησιμοποιούσε καθημερινά μόνο ο ίδιος και κανένας άλλος, αφού δεν είχε άλλος γείτονας πρόσβαση, δεν έλαβε κανένα προστατευτικό μέτρο για την περίφραξή της. Αντίθετα μάλιστα κάθε χρόνο προέβαινε σε καθαρισμό της και έτσι επερχόταν εκβάθυνση αυτής. Παρότι δε υπήρχε κοντά η οικία του πατέρα της θανούσας ανήλικης και τα παιδιά του έπαιζαν στην περιοχή, αυτός αδράνησε παρά τις προειδοποιήσεις του άνω πατρός. Έτσι την 13-3-2002 η ανήλικη, που ακολούθησε τα αδέλφια της στο παιγνίδι, χωρίς να την αντιληφθούν οι γονείς της, γλύστρησε στην τάφρο και πνίγηκε. Ο ως άνω πνιγμός της οφείλεται και στην αμέλεια του κατηγορουμένου, που δεν έλαβε τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα περίφραξης της τάφρου, αν και έκανε αποκλειστική χρήση αυτής, όπως θα έπραττε κάθε άλλος μετρίως συνετός άνθρωπος με τις αυτές συνθήκες. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, για το ότι ήταν κοινοτική έκταση και δεν μπορούσε να την περιφράξει, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του για τους άνω λόγους.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξεως. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ειδικότερα σε σχέση με την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 15 του ΠΚ με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προσδιορίζονται: α) η παράλειψη του αναιρεσείοντος από την οποία επήλθε το ως άνω θανατηφόρο αποτέλεσμα, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας για την αποτροπή ατυχήματος και συγκεκριμένα δεν προέβη στην τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων-συρματοπλέγματος και δεν περιέφραξε την τάφρο, ώστε να είναι αδύνατη η είσοδος και πτώση εντός αυτής μικρών παιδιών και β) η ειδικότερη (ειδική) υποχρέωση αυτού για τη λήψη του ως άνω μέτρου ασφαλείας, η οποία πήγαζε από την προηγούμενη επικίνδυνη ενέργειά του, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, μόνο αυτός χρησιμοποιούσε την τάφρο για την κάλυψη των αναγκών του ακινήτου του, που προαναφέρθηκαν και ακόμη, κάθε καλοκαίρι, σταδιακά, προέβαινε στην εκβάθυνσή της, "καθαρίζοντας την από πέτρες, ξύλα και από άλλα αντικείμενα, χρησιμοποιώντας για τον σκοπό τούτο εκσκαφέα, με αποτέλεσμα να αποκτήσει αυτή στις 13-3-2002 διαστάσεις 8Χ5Χ1μ ύψος" πράξη του που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, σε σχέση με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 28 ΠΚ, με βάση τις παραδοχές της απόφασης προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας που επέδειξε ο κατηγορούμενος σε ασυνείδητη και προκύπτει απ' αυτές η δυνατότητα του να προβλέψει το αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του, αφού γίνεται δεκτό ότι 1) ο ίδιος γνώριζε ότι πλησίον του αγρού του και της τάφρου υπήρχε λιβάδι, όπου έπαιζαν συχνά μικρά παιδιά, αλλά και η οικία του πατέρα της θανούσας, τα παιδιά του οποίου έπαιζαν στην περιοχή και 2) ο τελευταίος (πατέρας της θανούσας) τον είχε ενημερώσει για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή των παιδιών από τη μη περίφραξη της τάφρου. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την αναίρεση του επικαλείται πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης, συνιστάμενες στο ότι δεν αιτιολογείται με την απόφαση 1)η δυνατότητά του να περιφράξει την τάφρο, αφού, όπως δέχεται, ήταν σε κοινοτικό ακίνητο και να προβλέψει το παραπάνω αποτέλεσμα, αφού προηγήθηκαν ακραία καιρικά φαινόμενα με μεγάλης διάρκειας και έντασης βροχές, εξ αιτίας των οποίων η τάφρος καλύφθηκε με νερό και κατέστη επικίνδυνη και 2) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του θανάτου της ανήλικης και της τελευταίας εκβάθυνσης της τάφρου, αφού αυτή έγινε σε χρόνο που δεν συμπίπτει με το ατύχημα. Όμως η πρώτη απ' αυτές είναι απαράδεκτη, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι το δικαστήριο δεν δέχθηκε την εκδήλωση των ακραίων καιρικών φαινομένων, που επικαλείται ο αναιρεσείων, την ιδιαίτερη δε υποχρέωσή του να λάβει τα προστατευτικά μέτρα, που επαρκώς προσδιορίζει, θεμελιώνει όχι σε συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά στην αποκλειστική χρήση από αυτόν της τάφρου για τις ανάγκες του ακινήτου του, (από την οποία προκύπτει και η δυνατότητα να την περιφράξει) και την προηγούμενη επικίνδυνη ενέργειά του (σταδιακή εκβάθυνση της τάφρου). Περαιτέρω η δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμη, γιατί στην απόφαση περιλαμβάνονται τα αποδειχθέντα, αναγκαία, πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αιτιώδη συνάφεια παραλείψεως και αποτελέσματος. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2008 (και με αριθ. 668/6-3-2008) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθ. 1037/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή