Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 9 / 2010    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Δωροδοκία, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ενεργητική δωροδοκία και ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση. Το έγκλημα της δωροδοκίας (ενεργητικής - παθητικής) στοιχειοθετείται μόνο για τις μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις του δημοσίου υπαλλήλου, ενώ προκειμένου για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη η πράξη κατέστη ανέγκλητη με το άρθρο 2 του ν. 2802/2000. Λόγοι αναίρεσης: α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης. Ειδικά επί ηθικής αυτουργίας, τι πρέπει να αναφέρεται στην καταδικαστική απόφαση, και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι.




Αριθμός 9/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδέλλη, για αναίρεση της 2823/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Ψ1.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1163/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι διατάξεις των άρθρων 235 και 236 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2 του Ν.2802/2000, ορίζουν ότι "τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του η για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά", και "με την ποινή του άρθρου 236 του ίδιου κώδικα τιμωρείται όποιος υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα για τον εαυτό του ή για τρίτο, προκειμένου ο υπάλληλος κατά παράβαση των καθηκόντων του, να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της ενεργητικής δωροδοκίας, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τη δεύτερη από αυτές και στο οποίο κάθε τρόπος τελέσεως είναι αυτοτελής και αρκεί για την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξεως, απαιτείται υπόσχεση ή παροχή από οποιοδήποτε πολίτη σε υπάλληλο, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263 Α' του ΠΚ, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελημάτων για τον εαυτό του ή τρίτο και η υπόσχεση ή η παροχή τους να γίνεται για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου, που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο, ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διατάξεις και τις οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, ενώ προκειμένου για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου η πράξη αυτή κατέστη ανέγκλητη από την έναρξη ισχύος του ν. 2802/2000. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικά και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επί ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Για τον δόλο δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός τον φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής οινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΠΚ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2823/2009 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του ότι "από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (Ψ1), κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό χρόνο, ήταν δημόσιος υπάλληλος της Διεύθυνσης Μεταφορών της Νομαρχίας Αθηνών και υπηρετούσε στο Κ.Τ.Ε.Ο. ..., ως ελεγκτής. Στα καθήκοντα του υπαγόταν ο έλεγχος των αυτοκινήτων, που μετέβαιναν για τον προγραμματισμένο τεχνικό τους έλεγχο και η χορήγηση των προβλεπόμενων, μετά τον έλεγχο, πιστοποιητικών και δελτίων ελέγχου, καθώς και η έκδοση καρτών ελέγχου καυσαερίων. Τις μεσημβρινές ώρες της .... σε αστυνομικούς που εκτελούσαν περιπολία στο ...προξένησε το ενδιαφέρον το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο έθεσαν σε παρακολούθηση. Μετά από δέκα περίπου λεπτά έφθασε στην περιοχή το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και στάθμευσε κοντά στο ως άνω φορτηγό. Τότε ο οδηγός του τελευταίου αυτοκινήτου εξήλθε από αυτό και εισήλθε στη θέση του συνοδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ενώ βρίσκονταν περίπου για δέκα λεπτά στο αυτοκίνητο, επενέβησαν οι αστυνομικού για να τους ελέγξουν. Τότε διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν ο ως άνω υπάλληλος -πρώτος κατηγορούμενος- και ο έτερος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ1). Μέσα στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα αναφερόμενα στο διατακτικό πιστοποιητικά και δελτία τεχνικού ελέγχου και κάρτες καυσαερίων των αυτοκινήτων που επίσης αναφέρονται στο διατακτικό, χειρόγραφο σημείωμα με τα ονοματεπώνυμα των επτά ιδιοκτητών αυτοκινήτων και χρηματικό ποσό 765 ευρώ. Το ως άνω χρηματικό ποσό το είχε προσφέρει ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ1) στον πρώτο, προκειμένου αυτός να του χορηγήσει τα παραπάνω δημόσια έγγραφα (πιστοποιητικά και δελτία τεχνικού ελέγχου και κάρτες καυσαερίων επτά αυτοκινήτων), που αυτός ως εκ των καθηκόντων του είχε δικαίωμα να εκδώσει. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ζήτησε και έλαβε το παραπάνω χρηματικό ποσό, προκειμένου να χορηγήσει τα εν λόγω δημόσια έγγραφα, χωρίς βέβαια να ελέγξει τα αυτοκίνητα αυτά και να διαπιστώσει ότι πράγματι εδικαιούντο να λάβουν αυτά τα πιστοποιητικά. Με την έκδοση των ίδιων ως άνω πιστοποιητικών και καρτών, η οποία έκδοση υπαγόταν στα υπηρεσιακά του καθήκοντα, βεβαίωσε ψευδώς ότι τα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτοκίνητα ελέγχθηκαν από αυτόν στο Κ.Τ.Ε.Ο. ..., βρέθηκαν κατάλληλα για κυκλοφορία και έγινε έλεγχος εκπομπής των καυσαερίων αυτών, ενώ, όπως ο ίδιος γνώριζε, ουδέποτε έγινε έλεγχος αυτών των αυτοκινήτων στο Κ.Τ.Ε.Ο. .... Την απόφαση στον πρώτο κατηγορούμενο να εκδώσει τα παραπάνω πιστοποιητικά την προκάλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομα έσοδα από τους ιδιοκτήτες των ως άνω αυτοκινήτων. Οι κατηγορούμενοι είχαν γνωριστεί δύο περίπου χρόνια πριν τον ως άνω χρόνο σύλληψη τους, όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος μετέβαινε στο Κ.Τ.Ε.Ο. ... εξυπηρετώντας γνωστούς του στη διαδικασία ελέγχου των αυτοκινήτων τους, αφού, αντ' αυτών πήγαινε ο ίδιος τα αυτοκίνητα για έλεγχο. Όταν γνωρίστηκαν καλά συμφώνησαν να μην πηγαίνει ο δεύτερος τα αυτοκίνητα τρίτων για έλεγχο, αλλά μόνο τις άδειες κυκλοφορίας και τις πινακίδες. Με βάση αυτά εκδίδονταν τα απαραίτητα παράβολα και στη συνέχεια χωρίς να μεσολαβεί έλεγχος εκδίδονταν τα πιστοποιητικά και οι κάρτες καυσαερίων. Τούτο συνέβη και για τα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτοκίνητα, αφού τα έγγραφα που τα αφορούν βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς να βρίσκονται στο χώρο του Κ.Τ.Ε.Ο. ή πλησίον αυτού τα αυτοκίνητα. Κανένας δε λόγος δεν δικαιολογεί την κατοχή των πινακίδων και των συναφών πιστοποιητικών των εν λόγω αυτοκινήτων από τον πρώτο κατηγορούμενο, και μάλιστα τη μεταφορά και παράδοση αυτών στον δεύτερο κατηγορούμενο, που μάλιστα τον ανέμενε έξω από την υπηρεσία του και συναντήθηκαν με τον τρόπο που προαναφέρεται. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιοποίνων πράξεων που τους αποδίδονται". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενος, τον πρώτο (Ψ1, δημόσιο υπάλληλο) των αξιόποινων πράξεων της παθητικής δωροδοκίας και της ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση, και τον δεύτερο (Χ1), αναιρεσείοντα, των αξιόποινων πράξεων της ενεργητικής δωροδοκίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, και τους επέβαλε τις διαλαμβανόμενες σ'αυτή ποινές. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ενεργητικής δωροδοκίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 236 και 242 παρ. 1 του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών, και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Εφετείο στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης του εκθέτει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Έτσι, χωρίς αμφιβολία, το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα), χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζει από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ καμία ασάφεια ή αντίφαση δεν δημιουργείται ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο αναιρεσείων τέλεσε το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της ενεργητικής δωροδοκίας, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του σε συνδυασμό με το διατακτικό του, ότι ο αυτός υποσχέθηκε και ο συγκατηγορούμενός του, δημόσιος υπάλληλος, Ψ1, απαίτησε, σε χρόνο προγενέστερο από τη σύλληψη τους (που έλαβε χώρα την ...) το ποσόν των 765 ευρώ για μελλοντική πράξη του δημοσίου υπαλλήλου, ήτοι προκειμένου αυτός να χορηγήσει στον αναιρεσείοντα τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και δελτία τεχνικού ελέγχου και τις ανάλογες κάρτες ελέγχου καυσαερίων, τα οποία θα συμπλήρωνε κατά παράβαση των καθηκόντων του. Επομένως, πριν την ...., είχε ήδη ολοκληρωθεί η εγκληματική πράξη με τον ένα τρόπο τελέσεως, δηλαδή της υπόσχεσης της αθέμιτης ωφέλειας 765 ευρώ εκ μέρους του αναιρεσείοντος για μελλοντική πράξη και της απαίτησης του ποσού αυτού από τον δημόσιο υπάλληλο Ψ1 για την έκδοση των επτά ψευδών κατά περιεχόμενο πιστοποιητικών και δελτίων τεχνικού δήθεν ελέγχου και κάρτες καυσαερίων των επτά αυτοκινήτων διαφόρων ιδιοκτητών. Περαιτέρω, δεχθείσα η προσβαλλομένη απόφαση ότι μεταγενέστερα πραγματώθηκε και άλλος τρόπος τέλεσης της ίδιας πράξεως (πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, όπως προαναφέρθηκε, στο οποίο κάθε τρόπος τελέσεως είναι αυτοτελής και αρκεί για την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξεως), ότι δηλαδή στις ..., ο αναιρεσείων κατέβαλε το ποσόν των 765 ευρώ στον ως άνω δημόσιο υπάλληλο, ο οποίος το έλαβε, προκειμένου να χορηγήσει στον αναιρεσείοντα, στη συμφωνηθείσα συνάντηση τους της ..., τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και δελτία τεχνικού ελέγχου και τις ανάλογες κάρτες ελέγχου καυσαερίων τα οποία είχε συμπληρώσει, λίγο πριν την συνάντηση τους, κατά παράβαση των καθηκόντων του, αφού όμως σε προγενέστερο χρόνο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο αναιρεσείων είχε υποσχεθεί και ο δημόσιος υπάλληλος είχε απαιτήσει το παραπάνω χρηματικό ποσό για την έκδοση των εν λόγω ψευδών πιστοποιητικών, και συνεπώς η ψευδής βεβαίωση που επακολούθησε της προηγηθείσας αθέμιτης συμφωνίας, είναι πράξη μελλοντική σε σχέση με την συμφωνία της δωροδοκίας και όχι τελειωμένη, δεν διέλαβε ασάφεια τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της σχετικά με το αν τα απαιτηθέντα και ληφθέντα από τον δημόσιο υπάλληλο και υποσχεθέντα και παρασχεθέντα από τον αναιρεσείοντα ωφελήματα αφορούσαν σε μελλοντική υπηρεσιακή ενέργεια του υπαλλήλου. Το περιστατικό δε αυτό του ακριβούς χρόνου έκδοσης των ψευδών κατά περιεχόμενο ως άνω πιστοποιητικών, τον οποίο δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε χώρα την ..., αλλά αφού προηγουμένως ο υπάλληλος, αυτουργός της παθητικής δωροδοκίας, είχε ζητήσει και ο αναιρεσείων, αυτουργός της ενεργητικής δωροδοκίας, είχε υποσχεθεί τα ωφελήματα, τυγχάνει κρίσιμο, γιατί το έγκλημα της δωροδοκίας (παθητικής- ενεργητικής) στοιχειοθείται μόνο για τις μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις του δημοσίου υπαλλήλου, ενώ προκειμένου για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη, η πράξη αυτή κατέστη ανέγκλητη με το άρθρο 2 του Ν. 2108/2000. Περαιτέρω το δικαστήριο στο σκεπτικό του αλλά και στο διατακτικό της απόφασης του διαλαμβάνει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε τον συγκατηγορούμενό του δημόσιο υπάλληλο την απόφαση να εκτελέσει την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης που εκείνος διέπραξε, δεχόμενο στο σκεπτικό του ότι " την απόφαση στον πρώτο κατηγορούμενο να εκδώσει τα παραπάνω πιστοποιητικά την προκάλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομα έσοδα από τους ιδιοκτήτες των ως άνω αυτοκινήτων", και επομένως, δεν στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.Τα αυτοκίνητα δε αυτά προσδιορίζονται κατά την ταυτότητα τους πλήρως στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προκύπτει από αυτό, με την αναγραφή του αριθμού κυκλοφορίας τους και με την παράθεση, για το καθένα, του αριθμού του πιστοποιητικού τεχνικού ελέγχου και αυτού της κάρτας ελέγχου καυσαερίων και δεν υπάρχει ασάφεια κατά τούτο. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως(άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ΠΚ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ.1 Ε του ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/7/2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.2823/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή