Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1639 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.




Περίληψη:
Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού, τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητα τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΑΠ 1958/2009, ΑΠ 1942/2008). Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 248/2010, ΑΠ 1983, 1985/2009). Η επίκληση οικονομικής αδυναμίας και αδυναμία, λόγω κρατήσεως του καταδικασθέντος στις φυλακές να παρακολουθεί το χρόνο καταχώρησης της αποφάσεως στο οικείο βιβλίο, δε συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Η αμέλεια του συνηγόρου δε συνιστά ανωτέρα βία (ΑΠ 576/2009) -.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1639/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμούζη, περί αναιρέσεως της 1668, 1669/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 759/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ.1 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ.18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ.1,2 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δεκαή-μερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ.3 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, και εικοσαήμερη αν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Δηλαδή από την άνω διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητα τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως στο ακροα-τήριο, είναι απαράδεκτη. Τέλος, ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκε-κριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει ο Άρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της ασκηθείσας αναιρέσεως, η προσβαλλομένη ως άνω με αριθμό 1668, 1669/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος κατηγο-ρουμένου, καταχωρήθηκε στο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ την 1-12-2009, όπως αυτό προκύπτει από τη με ημερομηνία 1-12-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είναι καταχωρημένη στο σώμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Παρά ταύτα, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη από 30-4-2010 αίτηση-δήλωση αναι-ρέσεως, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30-4-2010, ήτοι εκπροθέσμως μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άνω άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ εικοσαήμερης προθεσμίας, που έληγε στις 21-12-2009, ήτοι μετά πάροδο χρόνου πλέον του τετραμήνου, χωρίς μάλιστα να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένους νόμιμους λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Η επίκληση ελλείψεως οικονο-μικής δυνατότητας και αδυναμίας του αναιρεσείοντος, λόγω κρατήσεώς του στις φυλακές, να παρακολουθεί το χρόνο καταχωρήσεως της αποφάσεως στο οικείο βιβλίο καθαρο-γραμμένων αποφάσεων του Εφετείου, δε συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα, ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Επίσης, απορριπτέα, ως απαράδεκτη είναι και η ετέρα αιτίαση του αναιρεσείοντος, ως το πρώτον προβαλλόμενη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και στο υποβληθέν μετά τη συζήτηση υπόμνημά του, ότι δηλαδή αυτός δεν άσκησε εμπροθέσμως αίτηση αναιρέσεως, γιατί αμέλησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του στον οποίο είχε δώσει σχετική εντολή, ανεξάρτητα του ότι η αμέλεια του συνηγόρου δε συνιστά ανωτέρα βία. Ενώ δεν παραβιάζεται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ από την άνω απαίτηση του νόμου να αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ο λόγος ανωτέρας βίας, ούτε μπορεί να γίνει επίκληση νομικής πλάνης.

Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναι-ρέσεως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να απορ-ριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Απριλίου 2010 αίτηση - δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της με αριθμό 1668, 1669/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ