Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 486 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή αναγνωριστική, Αγωγή διεκδικητική, Χρησικτησία.




Περίληψη:
Έκτακτη και τακτική χρησικτησία στη Δωδεκάνησο μετά την προσάρτηση της στην Ελλάδα. Αναγνωριστική αγωγή με τακτική χρησικτησία. Διεκδικητική αγωγή. Ένσταση ιδίας κυριότητας 281. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Μη νόμιμη γιατί δεν αρκούν τα επικαλούμενα περιστατικά.. Λόγοι αναιρετικοί από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Προϋποθέσεις βασιμότητας των λόγων αυτών.




Αριθμός 486/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. συζ. Μ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Γ., 2) Μ. Α. του Γ. και 3) Α. Α. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ’γγελο Σκαρίμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 1/8/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 105/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 28/12/2012 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου εισήχθη σ' αυτή, με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α' του Ν. 510/1947, από 30.12.1947 ο Αστικός Κώδικας, ο Εισαγωγικός Νόμος του ΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945 "περί αποκαταστάσεως του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου", κατά δε το άρθρο 8 του παραπάνω ν. 510/1947, διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο και το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που είχε κυρωθεί με το υπ' αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου, που προέβλεπε την έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) επί ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ), με παραπομπή έκτοτε, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 3 ΕισΝΑΚ, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης στις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Επομένως, μετά την κατά τα άνω εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί κατά τα άρθρα 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και 974, 976-979 και 1045 ΑΚ προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου (ΑΠ 887/2002), ενώ για την τακτική χρησικτησία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα και μόνο, ήτοι οι διατάξεις των άρθρων 1041-1044 ΑΚ. Περαιτέρω από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ προκύπτει ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος που να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 περ.α και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας (ΑΠ 1183/2011). Ειδικότερα ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαρειά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος αποδείξεως (ΑΠ 1170/2011, ΑΠ 1179/2011). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 11/2012, ΑΠ 17/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε, παρά το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 24/1992, 1738/2012, 1740/2012), κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 369/2012). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1740/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση του συνόλου των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανέλεγκτα ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. .../1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Σ. Μαΐλη, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του κτηματολογίου Ρόδου, περιήλθε στη συγκυριότητα των εναγομένων - εναγόντων, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον κάθε ένα από αυτούς, ένας αγρός έκτασης 16.280 τ.μ., κείμενος στη θέση "Ζιμπουλί" Ρόδου, με κτηματολογικά στοιχεία, τόμος 1 γαιών Ρόδου, φύλλο 7, φάκελλος 10 και μερίδα 294. Επί τμήματος του ακινήτου αυτού, που αποτέλεσε τη μερίδα 2940, επιφανείας 1278,27 τμ, οι εναγόμενοι - ενάγοντες ανήγειραν πολυόροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο και μελλοντικό δεύτερο όροφο, η οποία υπήχθη στις διατάξεις για την οριζόντια ιδιοκτησία με την υπ' αριθμ. .../1983, νόμιμα καταχωρηθείσα, πράξη του συμβολαιογράφου Ρόδου Γ. Ροδίτη, μεταξύ δε των οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής αυτής περιλαμβάνεται και το επίδικο διαμέρισμα Α2 του πρώτου ορόφου, επιφανείας 117,36 τμ (βλ. το με αριθμό 9300/2007 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Ρόδου). Οι εναγόμενοι - ενάγοντες, μόνιμα εγκατεστημένοι στο ..., απέστειλαν στον Ε. Χ., το από 21.12.1988 πληρεξούσιο, με το οποίο του έδωσαν ρητές ειδικές και περιορισμένες εντολές που αφορούσαν διάφορες υποθέσεις με ακίνητά τους στη Ρόδο πλην όμως του επιδίκου. Πλην όμως, ο εν λόγω Ε. Χ. νόθευσε το ανωτέρω πληρεξούσιο, προσδίδοντας στον εαυτό του εξουσίες προς πώληση, παραχώρηση και παράδοση του επιδίκου οικοπέδου των εναγόντων και των επ' αυτού οριζοντίων ή κάθετων ιδιοκτησιών. Στις 26-4-1995 ο ανωτέρω φερόμενος ως αντιπρόσωπος των εναγόντων πώλησε στην ενάγουσα - εναγομένη το επίδικο διαμέρισμα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Ζωΐδου - Πέρου. Ωστόσο, πριν από την πώληση, ήδη από τον Ιανουάριο του 1995, οι εναγόμενοι - ενάγοντες μέσω του πραγματικού αντιπροσώπου τους Λ. Β. του Ι. είχαν προβεί, αφενός σε ανάρτηση σχετικής πινακίδας προ του επιδίκου, με την οποία πληροφορούσαν κάθε ενδιαφερόμενο αγοραστή για τον πραγματικό αντιπρόσωπό τους, γνωστοποιώντας και τον τηλεφωνικό αριθμό του, μέσω του οποίου θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του, και αφετέρου σε σχετικά δημοσιεύματα στον τοπικό τύπο της Ρόδου, με το οποίο ευθέως χαρακτήριζαν τον Ε. Χ. ως ψευδοαντιπρόσωπό τους και παρέπεμπαν κάθε ενδιαφερόμενο για την εκποίηση των ακινήτων τους, στον Λ.Β., γνωστοποιώντας ότι ο τελευταίος είναι ο αποκλειστικός πληρεξούσιος και αντιπρόσωπός τους. Παρά ταύτα, η ενάγουσα - εναγομένη και μολονότι θα έπρεπε να της είχε δημιουργηθεί βάσιμη αμφιβολία για τη νομιμότητα της εξουσίας αντιπροσώπευσης του Ε. Χ., προέβη στην αγορά του επιδίκου, ενώ δε της επιδόθηκε στη συνέχεια σχετική εξώδικη δήλωση από τους εναγομένους - ενάγοντες (βλ. την από 24-7-1995 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία και την με ίδια ημερομηνία έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ...) κατέλαβε επιλήψιμα τη νομή του και αφού το αποπεράτωσε διαμένει σ' αυτό, αρνούμενη έκτοτε να το αποδώσει στους εναγόμενους - ενάγοντες. Εν τέλει, επί της από 2.8.95 σχετικής αγωγής των (νυν) εναγομένων - εναγόντων κατά της (νυν) ενάγουσας - εναγομένης και του προαναφερθέντος Ε. Χ. εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 91/2005 (τελεσίδικη) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα, τόσο του από 21.12.1988 πληρεξουσίου ως νοθευμένου, όσο και του υπ' αριθμ. .../26.4.1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Ζωΐδου - Πέρου, ελλείψει πληρεξουσιότητας του πωλητή. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, και δη το ότι, παρά την ύπαρξη των πινακίδων και των σχετικών δημοσιεύσεων, παρέλειψε να ελέγξει την πληρεξουσιότητα του Ε. Χ., επιδιώκοντας συνάντηση με τον Λ.Β. ή τηλεφωνική επικοινωνία με τους ενάγοντες, συνιστά βαριά αμέλεια και κατά συνέπεια, κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, δεν βρισκόταν σε καλή πίστη, σε συνάφεια με τον επικαλούμενο τίτλο της. 'Αρα, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από αυτήν, δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου με τακτική χρησικτησία και ως εκ τούτου η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Συνεπώς, κύριοι του επιδίκου διαμερίσματος παρέμειναν οι εναγόμενοι - ενάγοντες, απορριπτομένης για τον ίδιο ως άνω λόγο και της έναντι της διεκδικητικής αγωγής των τελευταίων προβληθείσας ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσείουσας περί κτήσεως με τακτική χρησικτησία της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βασίμου της ασκηθείσας από αυτήν έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή ως νομικά αβάσιμη και στη συνέχεια δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη τη διεκδικητική, για το ίδιο ακίνητο, αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την κατ' αυτής υποβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας κατά τούτο την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία, μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ειδικότερα υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, καθόσον αυτή, όπως ανέλεγκτα κρίθηκε, κατά το χρόνο καταρτίσεως του προαναφερθέντος αγοραπωλητηρίου συμβολαίου δεν βρισκόταν σε καλή πίστη ως προς την απόκτηση της νομής του επιδίκου, αφού προέβη στην κατάρτιση της μεταβιβαστικής σύμβασης βαρυνόμενη με βαριά αμέλεια, καθόσον παρά την ύπαρξη πινακίδων και ανακοινώσεων στον τοπικό τύπο ως προς το ότι αντιπρόσωπος των αναιρεσιβλήτων είναι ο Λ. Β. και ότι ο αντισυμβληθείς μαζί της Ε. Χ. είναι ψευδοαντιπρόσωπος, παρέλειψε να ελέγξει την πληρεξουσιότητα του τελευταίου. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις ως προς το ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε λάβει γνώση των ανακοινώσεων και των δημοσιευμάτων των αναιρεσιβλήτων οικοπεδούχων πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και ως εκ τούτου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτες. Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσείουσα με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041 και 1042 ΑΚ. Το αποδεικτικό πόρισμα περί του ότι η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο καταρτίσεως της μεταβιβαστικής συμβάσεως τελούσε σε βαριά αμέλεια ως προς την ύπαρξη αντιπροσωπευτικής εξουσίας του αντισυμβληθέντος μαζί της, για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων, ψευδοαντιπροσώπου τους, διατυπώνεται πλήρως και σαφώς, οι δε επικαλούμενες ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες επιδεχόμενες τη μομφή της ερευνώμενης διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559, καθόσον, όπως αναφέρεται και στη νομική σκέψη μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ενόψει τούτων και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης καλής πίστεως στο πρόσωπό της, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο διάστημα, να καθιστά την άσκηση του δικαιώματος μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ήτοι κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 1740/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα είχε υποβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφέρει νομίμως στο δευτεροβάθμιο (ΟλΑΠ 14-15-16/2005, ΑΠ 1740/2012) την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων περί διεκδικήσεως του επιδίκου, στην οποία ισχυρίστηκε ότι οι τελευταίοι άσκησαν το 1995 μόνο αγωγή ακυρώσεως της μεταβιβαστικής συμβάσεως που είχε καταρτισθεί στις 26-4-1995, χωρίς να σωρεύουν και διεκδικητική αγωγή και ότι αυτή πέραν του τιμήματος των 29.202,33 Ευρώ, που κατέβαλε στον αντισυμβληθέντα ως πληρεξούσιό τους Ε. Χ., δαπάνησε και το ποσό των 51.360 Ευρώ για την αποπεράτωσή του, η δε άσκηση της ένδικης αγωγής μετά από δέκα περίπου χρόνια είναι καταχρηστική, καθόσον η μη διεκδίκηση του ακινήτου σε όλο αυτό το διάστημα της δημιούργησε την πεποίθηση ότι το δικαίωμα αυτό των εναγόντων αναιρεσιβλήτων δεν θα ασκηθεί και ότι αυτοί θα περιορισθούν στην αναζήτηση αποζημιώσεως από τον ψευδαντιπρόσωπό τους Ε. Χ.. Η ένσταση αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.), απορρίφθηκε με την ακόλουθη, επί λέξει, αιτιολογία "Περαιτέρω απορριπτέα ως μη νόμιμη κρίνεται και η ένσταση της τελευταίας (εναγομένης - αναιρεσείουσας) περί καταχρηστικής άσκησης της εν λόγω αγωγής, αφού τα επικαλούμενα προς επιστήριξή της περιστατικά (μη άσκηση διεκδικητικής αγωγής, αλλά μόνο αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας της πώλησης και καταβολή σημαντικών ποσών για την αποπεράτωση του διαμερίσματος) και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια της ΑΚ 281". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ορθά απέρριψε ως μη νόμιμη την οικεία ένσταση, καθόσον τα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθόσον δεν πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως αυτής, όπως τούτο (πραγματικό) αναλύθηκε στη νομική σκέψη. Ενόψει τούτων ο περί του αντιθέτου και εκ της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. τρίτος λόγος, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 και 176 Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2011 αίτηση της Μ. συζ. Μ. Σ., το γένος Σ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 105/2011 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή