Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 86 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία, Ψευδής καταμήνυση, Πλάνη.




Περίληψη:
Στοιχεία ψευδούς καταμηνύσεως (άρθρ. 229 § 1 ΠΚ). Στοιχεία πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού. Πότε αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. "Εν γνώσει". Αιτιολογία απαιτείται και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που απορρίπτονται (άρθρο 170 § 2 και 333 § 2 ΚΠΔ) οίος είναι και ο περί πραγματικής πλάνης. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 86/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμοπούλου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καχριμάνη, για αναίρεση της 7857/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης,
με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βουλβουκέλη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1030/2009.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ κατά το οποίον "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει καταδίωξή του γι' αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση" προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως αντικειμενικώς απαιτείται καταμήνυση, ανακοίνωση ή αναφορά, η οποία να έγινε ενώπιον αρχής, να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιοποίνου πράξεως ή πειθαρχικής παραβάσεως, ο οποίος να μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικώς, η καταμήνυση δε να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικώς αναληθής, διότι εάν δεν αποδειχθεί η αναλήθεια, δεν υπάρχει αδίκημα, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του δράστου, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του, κατά τον χρόνο της καταμηνύσεως ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία ήτοι άμεσος δόλος, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος. Εξ άλλου ή καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχειών του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει ,όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, επί του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Τέλος η κατά τα άνω απαιτουμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στους ορισμένως προτεινομένους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, που προβάλλονται κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, οίος είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7857/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα εξής πραγματικά περιστατικά..... "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τη χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν κατά την κρίση της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της αθλητικής ενώσεως ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ ... με την επωνυμία ....Στη δύναμη της ανωτέρω αθλητικής ενώσεως ανήκει ο αθλητής του ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ Χ, υιός του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως και το 2001 κατέκτησε, σε αθλητικές διοργανώσεις του ως άνω αθλήματος, 2 χρυσά, 3 αργυρά και 1 χάλκινο μετάλλια σε πανελλήνιους αγώνες, ένα αργυρό και ένα χάλκινο μετάλλιο σε βαλκανικούς αγώνες και 6η θέση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ έκτοτε δεν προκύπτει εάν συνέχισε να αγωνίζεται, σε κάθε όμως περίπτωση δεν προκύπτει ότι επέδειξε κάποια διάκριση. Στις 14-10-2003 κοινοποιήθηκε στον αθλητικό σύλλογο που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, έγγραφο της Ελληνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, σύμφωνα με το οποίο κατά τη συνεδρίαση της 11-10-2003 εγκρίθηκε ομόφωνα η εισήγηση της τεχνικής επιτροπής για τα πρόσωπα που θα απαρτίσουν την Ολυμπιακή ομάδα του 2004 και στην κατηγορία +80 κιλά θα αγωνιζόταν ο πολιτικώς ενάγων Ψ. Ο ανωτέρω αθλητής, κατά το διάστημα των ετών 1996 έως 2003, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο της Ελληνικής Ομοσπονδίας του αθλήματος έλαβε στην κατηγορία των εφήβων κατά τα έτη 1996 και 1997 2 χρυσά μετάλλια σε Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα και 1 χρυσό μετάλλιο σε παγκόσμιο πρωτάθλημα, ενώ έκτοτε σε αγώνες ανδρών έλαβε αργυρό μετάλλιο σε Μεσογειακό πρωτάθλημα, 2 χρυσά μετάλλια σε Βαλκανικό πρωτάθλημα, 5η θέση σε Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, 3η θέση στο παγκόσμιο στρατιωτικό πρωτάθλημα, 2η θέση στο προκριματικό προολυμπιακό πρωτάθλημα το Σίδνεϋ, 8η θέση στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϋ, 1η θέση σε διεθνές τουρνουά στη Γερμανία και 9η θέση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, ενώ το έτος 2002 ήταν πρώτος στην παγκόσμια κατάταξη της Διεθνούς Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ. Καθοριστικό ρόλο για την επιλογή του πολιτικώς ενάγοντος προκειμένου να συμμετέχει στην Ολυμπιάδα του 2004 ήταν η 8η θέση που κατέλαβε στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϋ. Ο κατηγορούμενος, θεωρώντας ότι ο υιός του έπρεπε να επιλεγεί για την ολυμπιακή ομάδα, διότι είχε κατακτήσει περισσότερα πανελλήνια πρωταθλήματα, αντέδρασε άμεσα, αμφισβητώντας την 8η θέση του πολιτικώς ενάγοντος στην Ολυμπιάδα του 2000. Ειδικότερα απευθύνθηκε άμεσα στην Ελληνική Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, ζητώντας με επανειλημμένες αιτήσεις του, να λάβει γνώση των εγγράφων που πιστοποιούσαν τη θέση του αθλητή στην Ολυμπιάδα. Παράλληλα ζήτησε από το βουλευτή ... να υποβάλει επερώτηση στη Βουλή των Ελλήνων για τα κριτήρια επιλογής του Ψ στην Ολυμπιακή ομάδα, κατ' αποκλεισμό του Χ που είχε υπέρτερα, κατά την άποψή του, προσόντα. Ήδη κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2003, με το προαναφερόμενο έγγραφο της Ελληνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ που αναφέρει τις διακρίσεις του ... και εκδόθηκε επ' ευκαιρία της επερωτήσεως, αλλά και από έγγραφα που παρέλαβε ο κατηγορούμενος από την ίδια Ομοσπονδία κατά τις επισκέψεις του στα γραφεία της στην ... και ειδικότερα: α) του πιστοποιητικού που ήταν συνταγμένο στη γαλλική γλώσσα και υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής ..., Πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής Αγώνων Σίδνεϋ, που απονεμήθηκε στον Ψ για την κατάκτηση της 8ης θέσης στο αγώνισμα του ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, στην κατηγορία ανδρών άνω των 80 χλγρ., το οποίο μερίμνησε να μεταφράσει στην ελληνική γλώσσα, β) της με αριθμό πρωτοκόλλου 12807/2-11-2001 βεβαιώσεως της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο ... συμμετείχε στην Ελληνική Αποστολή στους XXVI Ολυμπιακούς Αγώνες 2000, στο άθλημα ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, κατηγορία +80 κ. καταλαμβάνοντας την 8η ολυμπιακή θέση, γ) της από 1-12-2000 βεβαιώσεως της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ με την οποία βεβαιώνεται ότι ο .... έλαβε την 8η θέση στην κατηγορία των άνω των 80 κιλών ανδρών κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϋ, ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση ότι κατά τις αρμόδιες Ελληνική και Παγκόσμια Ομοσπονδία του αθλήματος και τις αρμόδιες Ελληνική και Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή ο πολιτικώς ενάγων έλαβε την 8η θέση στο αγώνισμα που συμμετείχε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, απευθύνθηκε σε Ομοσπονδίες ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ άλλων χωρών και συγκεκριμένα της Γερμανίας, της Τουρκίας και της Πολωνίας. Από τη γερμανική ομοσπονδία έλαβε το από 11-12-2003 έγγραφο, που ανέφερε μόνο τους αθλητές που έλαβαν τις πρώτες 6 θέσεις στο συγκεκριμένο αγώνισμα κατά σειρά: .... Από την Τουρκική Ομοσπονδία δεν προκύπτει εάν έλαβε έγγραφο, δεδομένου ότι προσκομίζεται ένα έγγραφο στην Τουρκική γλώσσα, χωρίς μετάφραση του κειμένου της και χωρίς να προκύπτει ο αποστολέας του εγγράφου, το οποίο σε δύο σημεία φέρει τη σφραγίδα του αθλητικού συλλόγου που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος και το οποίο αναφέρει στα αγγλικά με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα ..., η δε μετάφραση που προσκομίζεται αφορά μόνο στα δύο ονόματα και σε όχι στο κείμενο. Επομένως από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος προέκυπτε ότι, σύμφωνα με τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, την Ελληνική Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ και την Παγκόσμια Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ ο πολιτικώς ενάγων έλαβε την 8η θέση στους Ολυμπιακούς αγώνες του Σίδνεϋ, σύμφωνα με τη Γερμανική Ομοσπονδία δεν προέκυπτε ποιος είναι ο 7ος και ο 8ος αθλητής στην κατάταξη και σύμφωνα με την Πολωνική Ομοσπονδία ο ... δεν περιλαμβάνονταν μέσα στους 8 πρώτους της κατατάξεως, ενώ το έγγραφο που ήταν συνταγμένο στην τουρκική γλώσσα δεν προκύπτει ότι προέρχεται από αρμόδια και αξιόπιστη πηγή, ούτε προκύπτει το ακριβές περιεχόμενο του. Την 1-3-2004 ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης μηνυτήρια αναφορά κατά του ... και του Πραγαλού Αθανασίου, Προέδρου της Ελληνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, στην οποία, αφού ιστορούσε τις προσπάθειες του να πληροφορηθεί τη θέση που κατέλαβε ο πολιτικώς ενάγων στους Ολυμπιακούς αγώνες του 2000 και τα έγγραφα που έλαβε στην κατοχή του, ανέφερε ότι προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες ότι ο ανωτέρω αθλητής δεν ανακηρύχθηκε 8ος ολυμπιονίκης, όπως φαίνεται στον τίτλο που προσκομίζει (από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή με την υπογραφή του ...), ο οποίος ελέγχεται ως ύποπτος για τη γνησιότητά του και ζητούσε να διερευνηθεί εάν ο τίτλος είναι γνήσιος ή όχι και σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι είναι πλαστός να καταλογιστούν ευθύνες σε κάθε υπαίτιο. Κοινοποιούσε δε την ανωτέρω αναφορά στον Υπουργό και τον Υφυπουργό Αθλητισμού, την Πρόεδρο της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής και την Ελληνική Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ. Η μηνυτήρια αναφορά, κατόπιν της προκαταρτικής εξετάσεως που διενεργήθηκε, απορρίφθηκε ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, με τη με αριθμό 31/26-3-2005 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Κατά της διατάξεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε στην ουσία της, με τη με αριθμό 151/2005 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Με τη μήνυση που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατεμήνυσε τον πολιτικώς ενάγοντα ότι τέλεσε ως φυσικός αυτουργός ή συμμετείχε ως ηθικός αυτουργός στο αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση. Τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος σχετικά με την πλαστότητα του πιστοποιητικού είναι παντελώς ψευδή, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα έγγραφα της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ και της Ελληνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, που ανέφεραν όλα ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε καταλάβει την 8η θέση στους Ολυμπιακούς αγώνες του Σίνδεϋ και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα είναι ψευδή, διότι είχε τα έγγραφα στην κατοχή του πριν από την υποβολή της μηνύσεως, ενώ, πλην του εγγράφου από την Πολωνική Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, δεν είχε κάποια ένδειξη ή πληροφορία ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν κατέλαβε την 8η θέση και το πιστοποιητικό που κατείχε ήταν πλαστό, ώστε να δικαιολογείται τυχόν αμφιβολία του για τη γνησιότητα του πιστοποιητικού. Αλλά και το έγγραφο από την Πολωνική Ομοσπονδία δεν ήταν αξιόπιστο, διότι ανέφερε ότι την 3η θέση την κατέλαβε ο ..., ενώ σύμφωνα με το έγγραφο της Γερμανικής Ομοσπονδίας και το από 7-6-2005 έγγραφο της Εθνικής Ολυμπιακής Επιτροπής που απεικονίζει τα αποτελέσματα της κατηγορίας αυτής, όπως προέκυψαν από τους αγώνες των αθλητών, την τρίτη θέση κατέλαβε ο ... που τιμήθηκε με χάλκινο μετάλλιο, γεγονός που ήταν γνωστό στο ευρύ κοινό από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως και τον τύπο και ήταν γνωστό και στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε άμεση σχέση με το άθλημα, τόσο ως πατέρας αθλητή του ιδίου αθλήματος, όσο και ως πρόεδρος του αθλητικού συλλόγου που εκπροσωπούσε, το οποίο προήγαγε το ανωτέρω άθλημα. Σκοπός του κατηγορουμένου με την υποβολή της μηνύσεως ήταν να προκαλέσει την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του κατηγορουμένου για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση και όχι να επιτύχει τη διεξαγωγή προκριματικού αγώνα προκειμένου να δοθεί η ευκαιρία στον υιό του, σε περίπτωση νίκης του, να μετέχει στην ομάδα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Ο σκοπός του αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν αρκέστηκε στην υποβολή εγγράφων προς τις αρχές που ήταν αρμόδιες να αποφανθούν για τη σύνθεση της ολυμπιακής ομάδας, ούτε στην επερώτηση που υποβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του στη Βουλή από το βουλευτή ..., αλλά προέβη στην υποβολή μηνύσεως, ζητώντας να διερευνηθεί ένα γεγονός που είχε λάβει χώρα πριν από 4 περίπου έτη και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε. Μάλιστα, εάν ο κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με τη θέση που κατέλαβε ο πολιτικώς ενάγων στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϋ το έτος 2000, ο οποίος είχε και τότε επιλεγεί να μετέχει στην ολυμπιακή ομάδα του ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ αντί του υιού του και αθλητή του σωματείου που εκπροσωπούσε ο ίδιος, θα μπορούσε άμεσα, μετά το πέρας των Ολυμπιακών αγώνων του έτους 2000 να υποβάλει μήνυση, ζητώντας τη διερεύνηση του ζητήματος, δεδομένου ότι ήδη από το θέρος του έτους 2000 έγινε ευρέως γνωστό σε όλους τους πολίτες, αλλά κυρίως στους φιλάθλους ότι ο Ψ είχε καταλάβει την 8η θέση και είχε βραβευθεί γι' αυτό από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, όπως προκύπτει και από το σχετικό φυλλάδιο που αυτή εξέδωσε (σελ 26). Εξάλλου ο σκοπός του κατηγορούμενου για την καταμήνυση του πολιτικώς ενάγοντος και όχι για τη δυνατότητα να μετέχει ο υιός του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, προκύπτει και από το γεγονός ότι ήδη κατά το χρόνο που υποβλήθηκε η μήνυση (Μάρτιος 2004) είχε αποφασιστεί η σύνθεση της ολυμπιακής ομάδας και είχε αρχίσει η προετοιμασία των αθλητών, με συνέπεια να μην υφίστανται χρονικά περιθώρια για διεξαγωγή προκριματικών αγώνων, προκειμένου να διαπιστωθεί η αγωνιστική ανωτερότητα του υιού του κατηγορουμένου και να επιλεγεί αυτός, να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας τον Αύγουστο του 2004. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ δεν υπάρχει όγδοη θέση στην κατάταξη, διότι βραβεύονται μόνον οι 6 πρώτοι και συνεπώς το πιστοποιητικό του πολιτικώς ενάγοντος από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή είναι πλαστό ή τουλάχιστον είχε ευλόγως την αμφιβολία για τη γνησιότητα του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ εντάχθηκε για πρώτη φορά στους Ολυμπιακούς αγώνες το έτος 2000. Σύμφωνα με το απόσπασμα του Κανονισμού που ο κατηγορούμενος προσκόμισε προβλέπονται τα εξής: 'Αρθρο 5 "Ο διαγωνισμός του ταεκβοντό των· Ολυμπιακών Αγώνων θα διεξαχθεί σε ένα μόνο τουρνουά με το σύστημα του αποκλεισμού με διπλό ρεπεσάζ (αθλητές που γίνονται δεκτοί σε μία εξέταση παρόλο που δε συμπλήρωσαν τους απαιτούμενους βαθμούς) για την τρίτη θέση. Το διπλό ρεπεσάζ θα διεξαχθεί μεταξύ όλων των ηττημένων από τους 2 διαγωνιζόμενους στο τελικό παιχνίδι". Άρθρο 8.5.2 "Στον αγώνα του Ταεκβοντό 4 άνδρες και 4 γυναίκες διαγωνιζόμενοι με σειρά 1η, 2η, 3η (2) σε κάθε μία κατηγορία βάρους θα επιλεγούν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες". Άρθρο 8.5.3 "Η 5η και 6η θέση για κάθε κατηγορία βάρους θα επιλεγούν ως αναπληρωτές διαγωνιζόμενοι για την περίπτωση που κριθούν αποκλειστέοι, εκτός από τους 4 νικητές σε κάθε κατηγορία βάρους, εξαιτίας κάποιας παράβασης του Κανονισμού Ντόπιγκ". Άρθρο 8.5.4. "Διπλώματα για τις απαιτούμενες κατηγορίες βάρους για τους Ολυμπιακούς Αγώνες θα δημοσιευθούν στον αρμόζοντα εθνικό σύλλογο και διπλώματα αντικατάστασης για κάθε κατηγορία βάρους θα δοθούν στην αρμόζουσα 5η και 6η θέση". Από το απόσπασμα του ανωτέρω Κανονισμού, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν, προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με τους κανόνες της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, οι νικητές σε κάθε κατηγορία είναι 4, ενώ απονέμονται διπλώματα και σε αυτούς που κατατάχθηκαν στην 5η και 6η θέση. Οι αθλητές αγωνίζονται ανά δύο και ο νικητής του αγώνα προκρίνεται στην επόμενη φάση, όπου διαγωνίζεται με το νικητή έτερου αγώνα και με τη μέθοδο του αποκλεισμού προκύπτουν οι δύο αθλητές που θα αγωνιστούν μεταξύ τους για την 1η και 2η θέση, λαμβάνοντας χρυσό και αργυρό μετάλλιο αντίστοιχα. Όσοι αθλητές αγωνίστηκαν με τους δύο πρώτους αθλητές και αποκλείστηκαν από αυτούς, έχουν δεύτερη ευκαιρία να φθάσουν στην 3η θέση και το χάλκινο μετάλλιο, αγωνιζόμενοι μεταξύ τους, μέχρι να προκύψει με τη μέθοδο του αποκλεισμού ο νικητής που θα λάβει το μετάλλιο, ενώ ο έτερος του αγώνα θα λάβει την 4η θέση (ρεπεσάζ). Ωστόσο από τα αποσπάσματα του Κανονισμού που προσκομίζονται, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει πως γίνεται η κατάταξη για την 5η και 6η θέση που ενδιαφέρει την Παγκόσμια Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, καθώς και την 7η και 8η θέση που ενδιαφέρει την Ελληνική Πολιτεία. Ειδικότερα το ρεπεσάζ αποτελεί τη δεύτερη ευκαιρία για το μετάλλιο και δεν προκύπτει ότι απονέμει τις λοιπές θέσεις της κατατάξεως. Το γεγονός αυτό επιβεβαίωσε και ο υιός του κατηγορουμένου και μάρτυρας υπερασπίσεως Χ, ο οποίος ανέφερε ότι με το ρεπεσάζ κρίνονται τα μετάλλια και όχι η 8άδα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το έντυπο με τα αποτελέσματα του αγώνα, στην αρχική φάση αγωνίστηκαν 13 αθλητές. Ο Ψ αγωνίστηκε με τον ... από τη Νότια Αφρική και πέρασε στον επόμενο γύρο, όπου πέρασαν συνολικώς, με τον πολιτικώς ενάγοντα, 8 αθλητές. Δύο από τους αθλητές αυτούς με συνεχείς αγώνες έφθασαν να αγωνιστούν στον τελικό και έλαβαν το χρυσό και αργυρό μετάλλιο αντίστοιχα, ενώ 4 από τους 8 (στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο Ψ, διότι στο δεύτερο αγώνα του υπέστη κάταγμα και εγκατέλειψε), μαζί με δύο αθλητές που αποκλείστηκαν στον πρώτο γύρο από τους δύο τελικούς νικητές, αγωνίστηκαν στο ρεπεσάζ για το χάλκινο μετάλλιο.
Συνεπώς από το έντυπο των αγώνων προκύπτει ότι ο Ψ ήταν εντός των 8 αθλητών, που προκρίθηκαν στη δεύτερη φάση και εφόσον δε συνέχισε τους αγώνες λόγω κατάγματος, ευλόγως κατατάχθηκε στην 8η θέση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν για την Παγκόσμια Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ δεν προβλέπεται 7η και 8η θέση, ωστόσο η Ελληνική Πολιτεία, με το άρθρο 34 Ν. 2725/1999, χαρακτηρίζει εξαιρετική επίδοση, μεταξύ άλλων, την κατάληψη μίας από τις 8 πρώτες θέσεις στους θερινούς ή χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες σε ατομικό ή ομαδικό άθλημα και απονέμει στους αθλητές αυτούς, τόσο οικονομικές παροχές, όσο και ευεργετήματα για την εισαγωγή τους στις ανώτατες σχολές πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, για το διορισμό τους στις ένοπλες δυνάμεις ή στο λιμενικό σώμα ή σε ΟΤΑ κλπ. Η διάταξη δε αυτή είναι γνωστή στον κατηγορούμενο, ο οποίος έχει την ιδιότητα του Προέδρου αθλητικού σωματείου.
Συνεπώς, ανεξάρτητα εάν δεν απονέμονται μετάλλια ή άλλα διπλώματα για την 7η και 8η θέση στο ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, ο πολιτικώς ενάγων ευλόγως θα έπρεπε να κατέχει κάποια πιστοποίηση από αρμόδια αρχή για την 8η θέση που κατέλαβε, προκειμένου να τύχει των ευεργετημάτων που απονέμει η Ελληνική Πολιτεία και τέτοιες βεβαιώσεις ήταν αυτές που κατείχε (μεταξύ δε αυτών η βεβαίωση από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο της και τον Πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής, η οποία θεωρήθηκε πλαστή από τον κατηγορούμενο) και όχι δίπλωμα ή βραβείο ή μετάλλιο που δεν απονέμεται για την 8η θέση. Μάλιστα, παρότι ο κατηγορούμενος έκανε δύο αιτήσεις προς την Παγκόσμια Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, στις 19-7-2004 και 4-8-2004, ζητώντας να πληροφορηθεί σχετικά με τη γνησιότητα ή την πλαστότητα της ανωτέρω βεβαιώσεως, μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει απάντηση ότι αυτή είναι πλαστή και ότι ουδέποτε ο Ψ κατέλαβε την 8η θέση. Παρά την απουσία οποιασδήποτε ενδείξεως σχετικά με την πλαστότητα της βεβαιώσεως μέχρι σήμερα, ο κατηγορούμενος ακόμη και στην απολογία του ανέφερε ότι το ανωτέρω έγγραφο είναι πλαστό, απλώς ο ίδιος θεωρεί ότι ο Ψ ενήργησε σε συνεργασία με τον ..., Πρόεδρο της Ελληνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ. Κατά τη διάρκεια δε των ετών 2004 και 2005 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε σε ραδιοφωνικές εκπομπές αναφέροντας τους ιδίους ισχυρισμούς περί πλαστότητας του εγγράφου και μη καταλήψεως της 8ης θέσης από τον πολιτικώς ενάγοντα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϋ και υποχρεώθηκε με τη με αριθμό 35057/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη ήδη τελεσίδικη με την απόρριψη των εφέσεων που ασκήθηκαν εναντίον της με τη με αριθμό 329/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ, επειδή οι ισχυρισμοί του κρίθηκαν ψευδείς και προσέβαλαν παράνομα την προσωπικότητα του ενάγοντος. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σαφώς ότι στοιχειοθετούνται τόσο τα στοιχεία της αντικειμενικής, όσο και τα στοιχεία της υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ενώ ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί πραγματικής πλάνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα στοιχεία που κατείχε ο κατηγορούμενος (κανονισμός αθλήματος ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, και έγγραφο της Πολωνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ) δεν ήταν ικανά να του δημιουργήσουν οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με τη θέση που έλαβε ο πολιτικώς ενάγων στους Ολυμπιακούς Αγώνες το έτος 2000, η οποία πιστοποιήθηκε από πλήθος εγγράφων των αρμοδίων αρχών (Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, Παγκόσμια Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, Ελληνική Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται". Μετά ταύτα, κήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία του ότι "στη Θεσσαλονίκη στις 1-3-2004 εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για την πράξη που κατήγγειλε : Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο υπέβαλε έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο εγκαλών Ψ είναι εφοδιασμένος με πλαστό τίτλο (πτυχίο) από την Ολυμπιακή Επιτροπή, ο οποίος ελεγχόταν ως ύποπτος ως προς την γνησιότητα σχετικά με το γεγονός ότι είχε ανακηρυχθεί 8ος Ολυμπιονίκης στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϋ το έτος 2000 στο άθλημα του ΤΑΕ ΚWDΟ και με την χρήση αυτού του πιστοποιητικού ενώπιον των οργάνων της Ομοσπονδίας του εν λόγω αθλήματος συμπεριλήφθηκε στην ολυμπιακή ομάδα του ανωτέρω αθλήματος για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας του έτους 2004 και έτσι με όσα εξέθεσε ανωέρω καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα για τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικού και χρήσης πλαστού πιστοποιητικού, ενώ ήταν αλήθεια ότι ο τίτλος (πτυχίο) με τον οποίο είχε εφοδιαστεί ο εγκαλών αναφορικά με την 8η θέση του στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϊ το έτος 2000 στο άθλημα ττου ΤΑΕ ΚWDΟ, ήταν γνήσιος και ως εκ τούτου αυτός δεν προέβη στην τέλεση των αξιόποινων πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικού και χρήσης πλαστού πιστοποιητικού. Ο δε σκοπός του ήταν να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλούντος για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικού και χρήσης πλαστού πιστοποιητικού.". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, για την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε των άρθρων 26 § 27, 229 § 1 Π.Κ., τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει την αρχή, όπου υπέβαλεν ο αναιρεσείων την μηνυτήρια αναφορά, με την οποία κατεμήνυσε ούτος τον εγκαλούντα ότι ετέλεσε τις άνω πράξεις, το ψευδές της καταμηνύσεως αυτής, τη γνώση του ότι η γενομένη καταμήνυση ήτο ψευδής και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη γνώση του ψεύδους του περιεχομένου της μηνύσεως ως και τον σκοπό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος καταδιώξεως του εγκαλούντος Ψ από τον (αναιρεσείοντα Χ). Επίσης έλαβεν υπ' όψη της τον προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμόν περί πραγματικής πλάνης, αφού τον απέρριψεν ητιολογημένως. Εντεύθεν και ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι ιδία δεν εκτίθεται τόσον ο δόλος για τα ψευδή περιστατικά όσο και ο σκοπός για να κινηθεί η ποινική διαδικασία ως και ότι δεν ελήφθη υπ' όψη ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δη με αυτόν επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 33/2 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7857/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220), ως και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων (500).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ