Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1483 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία.




Περίληψη:
Λαθρεμπορία με τη διάθεση πετρελαίου θέρμανσης για κίνηση αυτοκινήτων. Απορρίπτει λόγους για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη αιτιολογίας.




Αριθμός 1483/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... κατοίκου ... και 2) ..., κατοίκου Γερμανίας, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καυκόπουλο, περί αναιρέσεως της 61/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία - Λουΐζα Μπακαλάκου.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό τους 1982/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 100 παρ. 1 εδ. β' του ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2001 νόμου 1165/1928 λαθρεμπορία είναι και οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο άλλον από εκείνου που ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 102 παρ. 1 Β περ. γ' και δ' του ίδιου νόμου τιμωρείται με την στη διάταξη αυτή προβλεπόμενη ποινή, ο υπαίτιος της παραπάνω λαθρεμπορίας αν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, που στερήθηκε το δημόσιο, ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1 β και 102 παρ. 1Β του ν. 1165/1918 "περί τελωνειακού κώδικος" αλλά και από την ταυτόσημη προς την πρώτη απ' αυτές διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2960/2001 "εθνικός τελωνειακός κώδικας", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 89 επ. του ν. 1165/1918 και 1 και 67 παρ. 1, 4 και 5 του ν. 2127/1993, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρούμενου και για τα πετρελαιοειδή προϊόντα ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του τελωνειακού κώδικα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στην ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό των αιτιολογιών με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι κατηγορούμενοι είναι συγγενείς πρώτου βαθμού, αφού ο πρώτος είναι γιός του δεύτερου, δραστηριοποιούνται δε αμφότεροι στον τομέα διεθνών μεταφορών, ο δεύτερος στη ... με εγκαταστάσεις στο 5ο χιλιόμετρο της Ε. Ο. ... και ο πρώτος με γραφείο στο ...της Γερμανίας. Τα έτη 2000-2001 η υπηρεσία Τελωνειακής Δίωξης Μονάχου κατέλαβε φορτηγά οχήματα, της ιδιοκτησίας και εκμεταλλεύσεως των κατηγορουμένων, να κινούνται στην Γερμανία με πετρέλαιο θέρμανσης αντί κίνησης, κατά τη διερεύνηση δε της υποθέσεως διαπιστώθηκε, από τους ισχυρισμούς των οδηγών των αυτοκινήτων που ελέγχθηκαν, ότι το πετρέλαιο θέρμανσης που βρέθηκε, ως μέσον κίνησης στα παρ' αυτών οδηγούμενα οχήματα, το προμηθευόταν από τις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως του δεύτερου κατηγορουμένου στην περιοχή .... Ακολούθως, η ως άνω γερμανική υπηρεσία, διεβίβασε στο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος το υπ' αριθμ. ... αίτημα Αμοιβαίας Διοικητικής Συνδρομής, προκειμένου να εξετάσει τον σχετιζόμενο με την υπόθεση δεύτερο κατηγορούμενο. Το αίτημα αυτό συνοδεύετο και από φωτοτυπικά αντίγραφα του υπ' αριθμ. ...τιμολογίου πώλησης, εκδόσεως ... και αφορούσε πώληση 19.308 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης και του υπ' αριθμ. ... τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής, εκδόσεως ... και αφορούσε πώληση 7.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης. Μετά αυτοτελή έρευνα του ΣΔΟΕ διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος παρήγγειλε, πλήρωσε και παρέλαβε στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως του από τις προαναφερόμενες δύο επιχειρήσεις τις ποσότητες πετρελαίου που αναφέρονται στα κατά τα άνω τιμολόγια, ζήτησε όμως και ανεγράφη επ' αυτών ως αγοραστής η επιχείρηση του γιού του- πρώτου κατηγορουμένου στη Γερμανία, στην οποία και απεστάλησαν, καταχωρήθηκαν στα βιβλία του τελευταίου και ανευρέθησαν κατά την έρευνα των γερμανικών αρχών. Οι κατηγορούμενοι στην προανάκριση δεν αρνήθηκαν την αγορά των ως άνω ποσοτήτων πετρελαίου θέρμανσης, ισxυρίσθηκαν όμως ότι εγένοντο για τις ανάγκες θέρμανσης των εδώ εγκαταστάσεων του δεύτερου. Πλην όμως τα ελεγκτικά όργανα διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε στην επιχείρηση του τελευταίου εγκατάσταση κεντρικής θερμάνσεως και η θέρμανση των γραφείων εγένετο με ηλεκτρικά σώματα ενώ, σε κάθε περίπτωση, η ποσότητα που αγοράστηκε ήταν υπερβολική για να μπορέσει να δικαιολογηθεί από ανάγκες θερμάνσεως χώρων του δευτέρου κατηγορουμένου. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι δεν απαντούν στα αποδεδειγμένα περιστατικά της συλλήψεως φορτηγών αυτοκινήτων τους στη Γερμανία, που κινούντο με πετρέλαιο θέρμανσης και τις ομολογίες των οδηγών τους ότι η πλήρωση των "ρεζερβουάρ τους" εγένετο στις εγκαταστάσεις του δευτέρου στη .... Με βάση πάντα τα προαναφερόμενα δεν μπορεί να γεννηθεί αμφιβολία περί του ότι οι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργούντες, έκαναν παρανόμως χρήση των κατά τα άνω ποσοτήτων πετρελαίου θερμάνσεως για την κίνηση των φορτηγών αυτοκινήτων τους, διεθνών μεταφορών, αποσκοπούντες στην κάρπωση, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων μεταξύ του πετρελαίου κίνησης και πετρελαίου θερμάνσεως, οι οποίες εν προκειμένω ανέρχονται στο ύψος των (5.163,58+1.899,77=) 7.063,35 ευρώ, το οποίο είναι σημαντικό ποσό. Επομένως πληρούνται στο πρόσωπο τους τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αμφοτέρων των αξιοποίνων πράξεων που τους αποδίδονται, δηλονότι αυτής της λαθρεμπορίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, αλλά και της χρήσεως πετρελαίου θερμάνσεως για χρήση άλλη, πέραν αυτής της θερμάνσεως και, εν προκειμένω, για την κίνηση των φορτηγών αυτοκινήτων τους, των οποίων μετά ταύτα, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Τέλος ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η αποδιδόμενη σ' αυτούς πρώτη πράξη δεν συνιστά κολάσιμη λαθρεμπορία αλλά απλή τελωνειακή παράβαση, επισύρουσα μόνο την επιβολή των κατά το άρθρο 89 του τελωνειακού κώδικα διοικητικών κυρώσεων, ήτοι την επιβολή πολλαπλού τέλους, δεν είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, νόμιμος και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί σαν τέτοιος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο έκρινε τους αναιρεσείοντες ενόχους λαθρεμπορίας και παραβάσεως του άρθρου 65 παρ. 2 του ν. 2093/1992 κατ' εξακολούθηση. Έτσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 98 παρ.1 του ΠΚ, 65 παρ.2 του ν. 2093/1992, 100 παρ.1 β, 2 περ. α', θ', 102 παρ.1 περ. β',105 παρ.1, 107 παρ.1, 111 παρ.1α του ν.1165/1918 "περί τελωνειακού κώδικος" σε συνδυασμό με τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 155 παρ, 1 περ.β'και 2α, 157 παρ,1 περ. β', 160 παρ.1.165 παρ.1α Ν.2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι από το άρθρο 510 παρ.. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αιτιάσεις οι οποίες προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες, με το μοναδικό λόγο της κοινής αίτησης τους, ότι 1)στην πληττόμενη απόφαση δεν προσδιορίζεται η χώρα από την οποία εισήχθη στην Ελλάδα το πετρέλαιο και ειδικότερα αν εισήχθη από χώρα της ευρωπαϊκής ένωσης η τρίτη χώρα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν διεπράχθη ή όχι η αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας και 2) δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη του ισχυρισμού τους ότι η παραπάνω συμπεριφορά τους θεμελιώνει απλή τελωνειακή παράβαση, είναι αβάσιμες διότι 1) η πρώτη στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για λαθρεμπορία, την οποία διέπραξαν με τη διάθεση πετρελαίου θέρμανσης για άλλες εκτός από τη θέρμανση χρήσεις και όχι με την εισαγωγή από άλλη χώρα και 2) όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων προέβαλε με γραπτή δήλωση, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε προφορικά, τον ισχυρισμό, ότι η αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους πράξη δεν συνιστά ποινικά κολάσιμη λαθρεμπορία αλλά απλή τελωνειακή παράβαση, επισύρουσα μόνο την επιβολή των κατά το άρθρο 89 του τελωνειακού κώδικα διοικητικών κυρώσεων ήτοι την επιβολή πολλαπλού τέλους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ήταν νόμιμος και το δικαστήριο της ουσίας, που σαν τέτοιο τον απέρριψε, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Περαιτέρω εφόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος, η απόρριψή του δεν έχρηζε ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως ο παραπάνω, μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος, προς έρευνα, λόγος αναιρέσεως, που να έχει παραδεκτά προβληθεί, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος ελληνικού δημοσίου (άρθρα 22 ν. 3693/1957, 176 και 183 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2008 κοινή αίτηση των 1) .... και 2) ..., για αναίρεση της με αριθμό 61/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του ελληνικού δημοσίου, που ορίζεται σε τριακόσια (300) ευρώ, συνολικά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή