Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1423 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ' αυτή. Απόρριψη ως αβασίμων των λόγων και των δυο αιτήσεων αναίρεσης: α) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας όσον αφορά τη θεμελίωση της από κοινού ηθικής αυτουργίας των αναιρεσειόντων στην ψευδορκία, β) για έλλειψη ακροάσεως για το λόγο ότι έπρεπε να απαντηθεί το αίτημα του συνηγόρου για εφαρμογή της αξιόποινης πράξης κατ' εξακολούθηση, γ) για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 94 ΠΚ και δ) υπέρβαση εξουσίας διότι δεν δόθηκε αναστολή της ποινής επί τριετία κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 99 ΠΚ. Απορρίπτει.




Αριθμός 1423/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, περί αναιρέσεως της 1421/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Κ1, 2) Κ2, 3) Κ3 και 4) Κ4 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά , με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1800/2008.

Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από 10/10/2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1421/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, πρέπει λόγω συναφείας να συνεκδικασθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται, αντικειμενικώς, η καταμηνυόμενη ή αναφερόμενη στην αρχή πράξη να συνιστά έγκλημα ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης - επίγνωσης) ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση της πράξεως του αυτουργού απαιτείται, άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός θα πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση
στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Πειραιώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ενόψει συζητήσεως κατά την 6-11-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Εργατικών Διαφορών) της από 19-3-1001 και με αριθμό καταθέσεως 2540/2001 αγωγής της εγκαλούσας, ήδη πολιτικώς ενάγουσας, Ψ1 κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΡΟΝΤΙΔΑ Α.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Ι. Ρέντη, η εν λόγω εταιρεία προσκόμισε, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, και επικαλέστηκε τις υπ' αριθμ. 371, 372, 373 και 374/5-11-2001 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Καμπανέλου (αρμόδιας προς λήψη αυτών), οι οποίες όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 59/2002 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της προαναφερόμενης αγωγής, λήφθηκαν μετά από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας Ψ1 μνημονεύοντας προς απόδειξη της κλήτευσης την υπ'αριθμ. ...έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... (βλ. Α.Π. 1695/1998). Οι ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν όλες ανεξαιρέτως υπόψη από το δίκασαν Δικαστήριο, δηλαδή από το αρμόδιο όργανο για την επίλυση της ως άνω διαφοράς (Α.Π. 210/2004), διότι κατά τη συζήτηση της αγωγής την 6-11-2001 δεν ίσχυε ο κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ περιορισμός των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων σε τρεις από κάθε πλευρά, ο οποίος (περιορισμός) ισχύει από 1-1-2002, οπότε αντικαταστάθηκε το άρθρο 270 του ΚΠολΔ από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001. Στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις περιέχονται καταθέσεις των κατηγορουμένων Κ1, Κ2 και Κ3 οι οποίοι ενόρκως ενώπιον της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου ψευδώς βεβαιώνουν, μεταξύ άλλων, τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό, ότι η εγκαλούσα Ψ1 προσλήφθηκε από την εταιρεία "ΦΡΟΝΤΙΔΑ Α.Ε.", η οποία διατηρεί επιχείρηση καφεζαχαροπλαστείου "...", στις 3-2-2000 και απασχολήθηκε ως βοηθός ζαχαροπλάστη μέχρι 31-5-2000 επί 5 ημέρες την εβδομάδα και έως τα τέλη Απριλίου επί οκτώ ώρες ημερησίως, έκτοτε δε και μέχρι την 31-5-2000 επί 4 ώρες ημερησίως, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση, χωρίς να πραγματοποιήσει ούτε μία ώρα υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, ενώ κατά την αποχώρησή της είχε εξοφληθεί πλήρως για τις δεδουλευμένες αποδοχές της και τα αναλογούντα επιδόματα και δώρα. Επίσης, καταθέτουν ισχυριζόμενοι ότι έχουν ιδία αντίληψη ότι κατά την πρόσληψή της η εγκαλούσα δεν προσκόμισε στην εργοδότρια εταιρεία βιβλιάριο υγείας και συνεπώς δεν είναι αληθές ότι η τελευταία δεν της το παρέδωσε κατά την αποχώρησή της. Επίσης, ο εκ των κατηγορουμένων Κ4 στον Πειραιά, στις 6-11-2001, κατά την εκδίκαση της παραπάνω αγωγής της εγκαλούσας κατά της εταιρείας "ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΑΕ", εξετάσθηκε ως μάρτυρας, προταθείς από την τελευταία (εναγομένη), και κατέθεσε ενόρκως τα παραπάνω ψευδή πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι η εγκαλούσα προσλήφθηκε στις 3-2-2000 και εργάσθηκε έως 31-5-2000, οπότε και παραιτήθηκε, ότι δεν εργαζόταν 12ωρο ότι εξοφλήθηκε για όλα τα ποσά, ότι εργαζόταν επί 5 ημέρες την εβδομάδα. Τα παραπάνω κατατεθέντα από τους μάρτυρες πραγματικά περιστατικά δηλαδή συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενα στο παρελθόν, υποπίπτοντα στις αισθήσεις και δυνάμενα να αποδειχθούν (Α.Π. 1391/1993 Ποιν. Χρ. ΜΓ', 1153), και όχι κρίσεις (Α.Π. 258/1992 Ποιν. Χρ. ΜΒ', 425), τα οποία σημειωτέον σχετίζοντο ουσιαστικά με την υπόθεση (Α.Π. Χρ. ΜΑ', 299) ή σε κάθε περίπτωση ευρίσκοντο εντός του αποδεικτέου θέματος (Α.Π. 279/1987 Ποιν. Χρ. ΛΖ', 717), είναι ψευδή, ενώ αυτοί τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας τους, αφού όλοι εργάζονταν στην επιχείρηση της εναγομένης, με τις ίδιες περίπου συνθήκες εργασίας με την εγκαλούσα, γνώριζαν δε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι η εγκαλούσα προσλήφθηκε και εργάσθηκε στην εταιρεία "ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΑΕ" από 21-12-1999 ως 28-12-2000, που απολύθηκε, μόλις οι εκπρόσωποι της εταιρείας πληροφορήθηκαν την εγκυμοσύνη της, εργαζόταν δε με πλήρη απασχόληση επί εξαήμερο συμπεριλαμβανομένης και της Κυριακής και των αργιών και έπαιρνε ένα ρεπό την εβδομάδα, καθημερινή. Ότι μέχρι τον Φεβρουάριο του 2000 εργαζόταν επί 12 ώρες ημερησίως, έκτοτε δε και μέχρι την απόλυση της εργαζόταν επί επτάωρο, ότι κατά την απόλυσή της τής οφείλονταν αποζημίωση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, αμοιβή για υπερεργασία, υπερωρίες για το πρώτο δίμηνο εργασίας της, δώρο Χριστουγέννων 2000, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας και αναλογία για το δώρο του Πάσχα, ενώ η εγκαλούσα ουδέποτε συζήτησε με τους μάρτυρες, οι οποίοι εργάζονταν σε διαφορετικό απ' αυτήν χώρο και διαφορετικές συνήθως ώρες, είχε δε νόμιμα θεωρημένο βιβλιάριο υγείας, το οποίο είχε προσκομίσει στην εταιρεία, το οποίο παράνομα το παρακράτησαν οι εκπρόσωποι της εταιρείας (1ος και 2ος κατηγορούμενοι), μετά την απόλυσή της για να θεωρηθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε η αναλήθεια των κατατεθέντων από τους παραπάνω κατηγορουμένους, η γνώση τους ότι τα προαναφερόμενα περιστατικά που κατέθεσαν είναι ψευδή και ότι το περιεχόμενο της ενλόγω καταθέσεώς τους ήταν αποτέλεσμα ευσυνείδητης ενέργειάς τους (Α.Π. 1210/1994 ΝοΒ 43,282) για να ωφεληθεί η ως άνω εταιρία των δύο πρώτων κατ-νων, ώστε να απορριφθεί η αγωγή της εκκαλούσα, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την αποδιδόμενη σ' αυτούς ψευδορκία μάρτυρα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 υπήρξαν Πρόεδρος, Διευθύνοντες Σύμβουλοι και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας "ΦΡΟΝΤΙΔΑ Α.Ε.", ο δεύτερος μέχρι την 1-11-2001 και έκτοτε ο πρώτος, με ενεργή συμμετοχή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας στους προαναφερόμενους τόπους (Αθήνα και Πειραιά) και χρόνους (5-11-2001 και 6-11-2001) με πρόθεση προκάλεσαν στους συγκατηγορουμένους τους την πρόθεση να διαπράξουν την πράξη της ψευδορκίας που πράγματι διέπραξαν και συγκεκριμένα προέτρεψαν και έπεισαν αυτούς, οι οποίοι, ως υπάλληλοι της εταιρείας τελούν σε σχέση εξάρτησης, με φορτικότητα, πειθώ, υποσχέσεις και επίμονες προτροπές, λόγω της επαγγελματικής σχέσης τους, να καταθέσουν τα προεκτεθέντα ψευδή γεγονότα, κατά την προαναφερόμενη ένορκη εξέτασή τους, αν και γνώριζαν την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, όσο και τη σχετικά με αυτά αλήθεια και επομένως στοιχειοθετείται τόσο αντικειμενικά, όσο και υποκειμενικά η αποδιδόμενη σ' αυτούς ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή. Εξάλλου, οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 με την παραπάνω ιδιότητά τους, ήτοι ο πρώτος ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ο δεύτερος ως ενεργό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου κατέθεσαν για λογαριασμό της εταιρείας "ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΑΕ" την από 6-11-2001 ψευδή μήνυσή τους, που εγχείρησαν την 7-11-2001 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά της εγκαλούσας Ψ1 με την οποία την κατεμήνυσαν εν γνώσει τους ψευδώς αυτήν για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία του μάρτυρα Μ1 και απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο. Ειδικότερα ισχυρίστηκαν με τη μήνυση τους ότι ο μάρτυρας Μ1 που εξετάσθηκε μετά από πρόταση της εγκαλούσας ως μάρτυρας ένορκα κατά τη συζήτηση της αγωγής της εγκαλούσας στις 6-11-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατέθεσέ εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, ήτοι τα αποδειχθέντα ανωτέρω ως αληθή και ότι ηθική αυτουργός στην ψευδορκία ήταν η εγκαλούσα, η οποία διέπραξε, επίσης, το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο. Όπως προαναφέρθηκε με την υπ' αριθμ. 37090/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, οι μηνυθέντες κηρύχθηκαν αθώοι για τις προαναφερόμενες πράξεις. Επομένως, αποδείχθηκε αντικειμενικά ψευδής η μήνυση των παραπάνω κατηγορουμένων, αυτοί δε γνώριζαν την αναλήθεια αυτής, είχαν δε σκοπό με την υποβολή της να προκαλέσουν την ποινική δίωξη μεταξύ άλλων και της εγκαλούσας . Τέλος, οι ίδιοι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργούντες, στις 28-12-2000 στον Άγιο Ι. Ρέντη, κατά την απόλυση της εγκαλούσας από την εταιρεία τους, απέκρυψαν και δεν της απέδωσαν το με αριθμό πρωτοκόλλου ...βιβλιάριο υγείας, που είχε εκδοθεί στο όνομά της από τη Διεύθυνση Υγείας και Δημ. Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών - Πειραιώς και το οποίο είχε προσκομίσει στους κατηγορουμένους, στην πράξη τους δε αυτή προέβησαν προκειμένου να την βλάψουν, ήτοι να μην δύναται η εγκαλούσα να αποδείξει την εγκυρότητα της εργασιακής τους σχέσης και να θεωρηθεί αυτή άκυρη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες α) ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος από κοινού κατά συρροή β) ψευδούς καταμήνυσης από κοινού και γ) υπεξαγωγή εγγράφου από κοινού και επέβαλε στον καθένα από αυτούς συνολική ποινή δέκα (10) μηνών την οποία μετέτρεψε προς 5 Ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2, 46 παρ. 1 εδ. α', 94, 222, 224 παρ. 2-1 και 229 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπον. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας α) Όσον αφορά την ηθική αυτουργία των αναιρεσειόντων στην κατά συρροή ψευδορκία, αρκούσαν οι παραδοχές ότι αυτοί, έχοντας ενεργή συμμετοχή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας στους προαναφερομένους χρόνους (5-11-2001 και 6-11-2001) κατά τους οποίους οι συγκατηγορούμενοί τους κατέθεσαν κατά την ένορκη εξέτασή τους ψευδή γεγονότα, προκάλεσαν στους τελευταίους την πρόθεση να διαπράξουν την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας προτρέποντας αυτούς, οι οποίοι ως υπάλληλοι της εταιρείας τελούν σε σχέση εξάρτησης, με φορτικότητα, πειθώ, υπόσχεση και επίμονες προτροπές λόγω της επαγγελματικής τους σχέσης, όσον αφορά την από κοινού ψευδή καταμήνυση και την υπεξαγωγή εγγράφου, αρκούσε η προαναφερθείσα παραδοχή ότι και οι δύο αναιρεσείοντες κατά τον χρόνο που αποδίδεται στον καθένα από αυτούς οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις είχαν ενεργή συμμετοχή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας, είναι αδιάφορο αν κατά τους χρόνους αυτούς δεν ήταν και νόμιμος εκπρόσωπός της. Συνακόλουθα Α) ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, πρώτος λόγος και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος των με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με την αιτίαση ότι κατά τις παραδοχές της κατά τους χρόνους που αποδίδονται στον καθένα από αυτούς οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες αυτοί καταδικάστηκαν και ειδικότερα της ψευδούς καταμήνυσης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία κατά συρροή ο αναιρεσείων Χ2 και υπεξαγωγής εγγράφου ο αναιρεσείων Χ1 δεν είχε ο καθένας τους αντίστοιχα την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΦΡΟΝΤΙΔΑ Α.Ε." είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, απορριπτέος δε ως εκ τούτου ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος είναι ο ίδιος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν είχαν την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, ανεξάρτητα του ότι απαραδέκτως προβάλλεται, διότι υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας πλήττεται μ' αυτόν η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της ουσίας Β) Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την θεμελίωση της από κοινού ηθικής αυτουργίας των αναιρεσειόντων σε ψευδορκία κατά συρροή. Ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ Β και Ε του ΚΠΔ, κατ' εκτίμηση των δικογράφων, συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης και της εσφαλμένης εφαρμογής, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο το μεν δεν απάντησε στο από τον συνήγορο τους υποβληθέν αίτημα τους να κριθούν ότι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της από κοινού ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία κατ'εξακολούθηση παραβιάζοντας συνάμα και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ το δε εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 94 του Π. Κ. δεχόμενο ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την εν λόγω αξιόποινη πράξη κατά συρροή και όχι κατ'εξακολούθηση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού ο χαρακτηρισμός αυτός (κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση) ανάγεται στην περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, ούτε αντιβαίνει σε διάταξη της ΕΣΔΑ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82 Π.Κ., είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ίδιο δικαστήριο, αφού επέβαλε στους αναιρεσείοντες συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, μετέτρεψε αυτή προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, δέχθηκε ότι δεν συντρέχει ως προς αυτούς περίπτωση αναστολής της ποινής διαλαμβάνον στη σχετική αιτιολογία της απόφασής του τα εξής: "όπως προκύπτει από τα ποινικά μητρώα τους που αναγνώσθηκαν και βρίσκονται στη δικογραφία έχουν αυτοί καταδικασθεί αμετάκλητα με περισσότερες αποφάσεις σε ποινές φυλάκισης που υπερβαίνουν συνολικά το όριο των εξ (6) μηνών και επειδή η επιβαλλόμενη ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, πρέπει να μετατραπεί σε χρηματική (άρθρο 82 παρ. 1 Π.Κ., όπως ισχύει τώρα)". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, αφού απεφάσισε την μετατροπή της ποινής, έχοντας προηγουμένως διαπιστώσει από την έρευνα του ποινικού μητρώου των αναιρεσειόντων την διακωλυτική της αναστολής της ποινής τους προϋπόθεση, διαλαμβάνοντας προς τούτο την απαιτούμενη αιτιολογία για την αρνητική του κρίση και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η του Κ.Π.Δ. συναφής τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 10/10/2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1421/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς.
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ