Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1070 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Χρόνος τέλεσης πράξης.




Περίληψη:
Παράβαση άρθρου 1 ΑΝ 86/ 1967. Στοιχεία του εγκλήματος. Δεν αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός, ενώ ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής. Ο καθορισμός του χρόνου τελέσεως της πράξεως απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας το οποίο μπορεί εκτιμώντας τις αποδείξεις να καθορίσει χρόνο τελέσεως διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο, ενώ και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να καθορίσει χρόνο τελέσεως διαφορετικό από αυτόν που δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο καθορισμός αυτής δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, εκτός και αν ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιοποίνου αυτής. Αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1.070/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανόλη Γρηγοριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 2.144/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 589/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσης διατάξεως, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιο παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά της παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησα απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει γα καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δε' αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής.
Επειδή, η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δε περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικώς προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλο-συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 και 112 του ΠΚ προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της εκδηλώσεως της ενέργειας του υπαιτίου που συνέχεται με το εγκληματικό αποτέλεσμα, αποτελεί πραγματικό περιστατικό και υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο μπορεί, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να καθορίσει χρόνο τελέσεως της πράξεως διαφορετικό από τον αναφερόμενο στον κατηγορητήριο, ενώ και το εφετείο μπορεί με τις ίδιες προϋποθέσεις να καθορίσει χρόνο τελέσεως διαφορετικό από αυτόν που υπάρχει στο κατηγορητήριο ή που δέχτηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός να αποτελεί ανεπίτρεπτή μεταβολή κατηγορίας, εκτός και αν ο προσδιορισμός αυτός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιοποίνου αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 2.144/11.01.2008 αποφάσεώς του τα εξής: "προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι αποδείχτηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ασκούσε ως ομόρρυθμος εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... ΟΕ" επιχείρηση εστιατορίου - ψητοπωλειου στο ... και απασχολούσε 20 μισθωτούς με συνολικό ύψος αποδοχών 48.764.763 δραχμών από 3/2000 έως ΕΑ 12/2000. Παρότι δε α) είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 46.875,61 ευρώ και β) είχε παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές) ποσού 23.437,80 ευρώ, εντούτοις δεν κατέβαλε τις εισφορές αυτές συνολικού ύψους 70.313,42 ευρώ μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίον είχε παρασχεθεί η εργασία, ούτε τις έχει καταβάλει μέχρι σήμερα. Πρέπει όμως να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, διότι τέλεσε τις πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, από μη ταπεινά αίτια και συγκεκριμένα εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών, που αντιμετώπιζε η εταιρεία του και ήδη την έχουν οδηγήσει στην οικονομική καταστροφή της, σε συνδυασμό με τα προβλήματα υγείας, που αντιμετωπίζει ο ίδιος, διότι όπως προέκυψε, πάσχει από κατάθλιψη (βλ. το από 18.10.2005 ενημερωτικό σημείωμα του Ψυχιατρικού Τμήματος του Γ.Ν.Ν.Ιωνίας "Η ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ"). Περαιτέρω στο διατακτικό της η απόφαση όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει αυτόν ένοχο με άρθρ. 84 παρ. 2β' του ΠΚ του ότι .........Στην ... την 30 Νοεμβρίου 2001 τυγχάνων εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "... Ο.Ε." είδος επιχείρησης ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ - ΨΗΤΟΠΩΛΕΙΟ μαζί με τους ανωτέρω κατηγορουμένους.................... και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 3/00 έως ΕΑ 12/00 στην επιχείρηση του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 23.959.300 δρχ. - 70.313,42 ευρώ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού (δρχ. 15.972.867) 46.875,61 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίον οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού (δρχ. 7.986.433) 46.875,61 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίον έγιναν απαιτητές κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό 3.588 Π.Ε.Ε. Στην εν λόγω Π.Ε.Ε. αναγράφονται (20) μισθωτοί με ύψος αποδοχών δρχ. 48.764.763 συνολικά". Με βάση τα ανωτέρω το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών για κάθε πράξη και σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχτηκε και όρισε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος. Ειδικότερα, αναφέρεται ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών (20), η χρονική περίοδος της απασχόλησής τους (από Μάρτιο του 2000 μέχρι Δεκέμβριο του 2000) και οι συνολικές αποδοχές τους (48.764.763 δραχμές), με βάση τις οποίες εξάγεται το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη αιτιολογίας συνιστάμενη στο ότι δεν αναφέρεται πώς προκύπτει το συνολικό ποσό των οφειλόμενων από αυτόν εισφορών. Περαιτέρω από το διατακτικό της αποφάσεως προκύπτει ότι αυτό αποτελεί αντιγραφή (για την ακρίβεια φωτοτύπηση) του κατηγορητηρίου, το οποίο κατηγορητήριο περιείχε έντυπο το χρόνο τελέσεως των πράξεων (30.11.2001), πλην όμως το Δικαστήριο αφενός πρόσθεσε τα αντίστοιχα ποσά σε ευρώ και αφετέρου πάνω στον έντυπο χρόνο τελέσεως του κατηγορητηρίου ανέγραψε ως χρόνο τελέσεως την 7.2.2001 και αυτό έγινε προφανώς με σκοπό διαγραφής του χρόνου της 30.11.2001, αφού το Δικαστήριο με βάση τις αποδείξεις έκρινε ότι ο χρόνος τελέσεως των πράξεων ήταν γη 7.2.2001, με βάση το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκε το προσωπικό και όχι η 30.11.2001. Επομένως δεν υπάρχει εν προκειμένω αντιφατική αιτιολογία με τον καθορισμό δύο διαφορετικών χρόνων τελέσεως των πράξεων, αλλά πρόκειται για ακριβέστερο προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως, όπως αυτός προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν συνιστά ο προσδιορισμός αυτός ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, αφού δεν επηρεάζεται ούτε η ταυτότητα των πράξεων ούτε η παραγραφή τους, τη στιγμή μάλιστα που προσδιορίστηκε προγενέστερος χρόνος τελέσεως και ούτε με βάση αυτόν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενη απόφασης (11.1.2008).
Συνεπώς ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο προβάλλεται αντιφατικότητα αιτιολογίας λόγω καθορισμού δύο διαφορετικών χρόνων τελέσεως, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 29.2.2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2.144/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή