Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1317 / 2012    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Ναρκωτικά, Οπλοκατοχή, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Οπλοφορία, Οπλοχρησία.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία με πρόθεση - Παράβαση του Ν. Ναρκωτικών -Οπλοφορία - Οπλοχρησία - Οπλοκατοχή. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.




Αριθμός 1317/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σωτηρούδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1908-1909/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Ζ. του Γ. και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) K. G. του P. και 2) D. G. του N., κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 151/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι, " όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος γενικά διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου και αρκεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ.β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2.900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η αγορά και πώληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την για το σκοπό αυτό παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ. 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια είναι, εφόσον προβλήθηκε νόμιμα και παραδεκτά κατά τρόπο ορισμένο και οι ισχυρισμοί από τα άρθρα 22, 23, 84, 299 παρ.2 και 311 του ΠΚ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1908-1909/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος των αξιοποίνων πράξεων, ανθρωποκτονίας με πρόθεση, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, παράνομης οπλοκατοχής, οπλοφορίας και οπλοχρησίας και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή ισόβιας κάθειρξης και φυλακίσεως έξι ετών και έξι μηνών. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "ΕΠΕΙΔΗ, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών και της απόφασης της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης εκείνης, αλλά και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας δίκης και την απολογία του παρόντος [1ου] κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ. Κ., στη Θεσσαλονίκη, στις 18-1-2005, αγόρασε από αγνώστων στοιχείων ταυτότητας Αλβανό με το ψευδώνυμο "M.", ποσότητα χιλίων τετρακοσίων (1400) γραμμαρίων (1,4 kg) ινδικής κάνναβης. Κατείχε δε, από 18 έως 24 Ιανουαρίου 2005 την παραπάνω ποσότητα ινδικής κάνναβης. Στην Περαία Θεσσαλονίκης, την 20-1-2005, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης του, πυροβόλησε εκ του σύνεγγυς επανειλημμένα και μάλιστα τέσσερις (4) φορές, με πιστόλι τύπου CRVENA ZASTAVA 99, με αριθμό ..., διαμετρήματος 9 mm PARA, τον C. T. του K., υπήκοο Αλβανίας, τον οποίο έπληξε στο ώμο και στην κοιλιακή χώρα, επιφέροντας σ' αυτόν διάφορες κακώσεις και πρόκληση αιμορραγικού "shock", συνεπεία τρώσεως της κοιλιακής αορτής, με επακόλουθο την επέλευση του θανάτου αυτού. Ούτω, στις 20 και 24-1-2005, έφερε το πιο πάνω, χωρίς την προς τούτο άδεια της αρμόδιας αρχής. Την 20-1-2005, με την χρήση του ίδιου, όπως πιο πάνω, όπλου, διέπραξε το προπεριγραφόμενο κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Κατά το από 20 Δεκεμβρίου 2004 έως και 24-1-2005 κατείχε το προαναφερόμενο πιστόλι CRVENA ZASTAVA 99, καθώς και πενήντα (50) φυσίγγια πιστολιού.
Ειδικότερα σχετικά με τις παραπάνω πράξεις του κατηγορουμένου αυτού, αποδείχθηκε ότι, το απόγευμα της 20-1-2005, ο T. C. τηλεφώνησε στον φίλο του Δ. Α. και του ζήτησε να πάει σπίτι του, στην Περαία Θεσσαλονίκης. Μετά τη συνάντηση τους, ο T. C. τηλεφώνησε σε κάποιο Μ. και είπε στον Δ. Α. ότι ο "Μ. θα του έφερνε λεφτά". Μέχρι να έλθει ο "Μ.", ο T. C. έλαβε ένα τηλεφώνημα, όπου συνομίλησε στα αλβανικά και στη συνέχεια με το αυτοκίνητο του Δ. Α., πήγαν απέναντι από τη πιάτσα των ταξί Περαίας. Σε λίγο σταμάτησε στη στάση των ταξί ένα αυτοκίνητο, Toyota Yaris, στο οποίο επέβαιναν δύο άτομα. Ο T. C. μπήκε στο αυτοκίνητο αυτό, το οποίο στη συνέχεια στάθμευσε κοντά στην καφετέρια "Ακτή" Περαίας. Ο Δ. Α. τους ακολούθησε με το αυτοκίνητο του και όλοι μαζί μπήκαν στην καφετέρια. Εκεί ήταν ο D. M. (Μ.), ο φίλος του T. C. και ο οποίος τους γνώρισε τον Δ. Κ. (πρώτο κατηγορούμενο), με το αυτοκίνητο του οποίου είχαν μεταβεί (πρώτος κατηγορούμενος και Μ.) στην Περαία. Στη συζήτηση που έγινε ο T. C. συζητούσε να πωλήσει στον πρώτο κατηγορούμενο ινδική κάνναβη. Τότε ο Δ. Α. άκουσε για πρώτη φορά τον T. C. να ασχολείται με ναρκωτικά. Έμαθε επίσης, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν έγκλειστος στη Φυλακή Πατρών και ότι ήταν σε άδεια, τους επέδειξε δε το όπλο το οποίο είχε μαζί του. Σε ερώτηση του Δ. Α. γιατί το έχει, αυτός είπε "ότι ένιωθε ανασφαλής". Κάποια στιγμή όταν ο T. C. με τον Δ. Α. πήγαν στην τουαλέτα και ο πρώτος ρώτησε τον δεύτερο "πώς σου φάνηκε ο Δ.", ο Δ.Α. απάντησε ότι είναι "μαλάκας" και ο T. C. απάντησε "μαλάκας είναι, αλλά θα τον γαμήσω". Αργότερα και ενώ είχε νυχτώσει, όλοι μαζί πήγαν προς τα αυτοκίνητα τους και ο T. C. είπε στον πρώτο κατηγορούμενο "έλα λίγο να κουβεντιάσουμε", μαζί δε απομακρύνθηκαν σε ένα σκοτεινό στενό, οι δε, Δ. Α. και ο D. M. (Μ.) μπήκαν στο αυτοκίνητο του πρώτου. Ξαφνικά άκουσαν τρεις πυροβολισμούς και ο Δ. Α. είδε κάποιον να τρέχει κρατώντας όπλο. Ο Μ. είπε να πάνε να δούνε τι συνέβη, αλλά ο Δ. Α. οδήγησε το αυτοκίνητο του κυκλικά στο οικοδομικό τετράγωνο και πέρασαν από το σημείο πυροβολισμού για να βρουν τον T. C., πλην όμως δεν είδαν απολύτως τίποτε λόγω του σκότους. Τότε ο D. M., με προτροπή του Δ. Α., τηλεφώνησε στον πρώτο κατηγορούμενο, για να πληροφορηθεί τι έγινε, και αυτός του είπε "ο φίλος σας μου επιτέθηκε και εγώ έριξα στον αέρα, δεν τον κτύπησα". Πιστεύοντας ότι ο T. C. δεν είχε πάθε τίποτε, συνέχισαν να τον ψάχνουν και μη μπορώντας να τον εντοπίσουν, ο D. M. πήγε στο σπίτι του T. C., όπου η μητέρα του είπε ότι δεν είχε επιστρέψει. Τους πυροβολισμούς άκουσε και ο Q. J., ο οποίος μιλούσε στη γωνία των οδών ... και ..., σε θάλαμο του ΟΤΕ και είδε δύο άτομα, που συζητούσαν στο σκοτάδι, στη συνέχεια να τρέχουν, χωρίς να διακρίνει ποια ήταν τα άτομα αυτά. Την επομένη, 21-1-2005, οι αστυνομικοί Δ. Μ. και Ν. Σ., της Διεύθυνσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, πληροφορήθηκαν από την Άμεση Δράση ότι σε πιλοτή οικοδομής επί της οδού ..., Περαίας Θεσσαλονίκης, βρέθηκε πτώμα άνδρα. Αμέσως μετέβησαν εκεί και βρήκαν το πτώμα του T. C., με τραύμα στον αριστερό μηρό και τρία τραύματα στην κοιλιακή χώρα, ενώ στα ρούχα του βρέθηκε θραύσμα βολίδας πυροβόλου όπλου. Ο ιατροδικαστής Μ. Τ. που εξήτασε το πτώμα, διαπίστωσε κακώσεις από βλήματα πυροβόλου όπλου στην κοιλιακή χώρα και μάλιστα "τυφλό τραύμα διαμέτρου 0,5 εκατ. εις την περιοχή του ομφαλού τρώση του μεσεντερίου και δημιουργία μετρίου αιμοπετριτοναίου" από το βλήμα που "προσέκρουσε εις την οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και εξοστρακίσθηκε εντός των μαλακών μορίων των γλουτών", καταστροφή κατά την πορεία του βλήματος της περιοχής "της κοιλιακής αορτής ακριβώς εις τον διχασμόν των λαγονίων με αποτέλεσμα την αθρόα οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία, διαμπερές τραύμα οριζοντίως φερόμενο κατά το κάτω τριτημόριο του αριστερού αντιβραχίου, με πύλη εισόδου εις την εκτατική [ραχιαία] επιφάνεια και έξοδο εις την καμπτική [κάτω] επιφάνεια του αντίχειρος, διαμέτρου 0,5 εκ., πύλη εισόδου βλήματος εξ ελαχίστης αποστάσεως εις την έξω άνω πλαγία επιφάνεια του αριστερού μηρού φορά εκ των άνω προς τα κάτω και οπίσω με έξοδο κατά το οπίσθιο κάτω τριτημόριο του μηρού". Από τις ως άνω κακώσεις και την τρώση της κοιλιακής αορτής προκλήθηκε αιμορραγικό "shock", συνεπεία του οποίου, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του νυκτερινές ώρες της 20-1-2005 [174/21-1-2005 ιατροδικαστική εξέταση του προαναφερόμενου ιατροδικαστή, στην οποία από παραδρομή αναφέρεται ότι ο θάνατος επήλθε νυκτερινές ώρες της 19-1-2005]. Επακολούθησε έρευνα προς εντοπισμό του δράστη και των αυτόπτων μαρτύρων του εγκλήματος. Από την έρευνα που διενήργησαν οι αστυνομικοί, εντόπισαν τον Δ.Α., ο οποίος ήταν παρών κατά τη συνάντηση του T. C. με τον "Μ." και τον "Δ." στην καφετέρια "Ακτή", γνώριζε για το επεισόδιο και κατά την εξέτασή του κατέθεσε αναλυτικά τα γεγονότα που έγιναν στην Περαία Θεσσαλονίκης και ότι ο "Δ." είχε πυροβολήσει και φονεύσει το θύμα. Έτσι, οι αστυνομικοί βεβαιώθηκαν ότι ο δράστης ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ.Κ.. Προχώρησαν σε έρευνες και στις 24-1-2005 τον εντόπισαν στο πλωτό μπάρ "εν πλώ" στην παραλία Θεσσαλονίκης και στις 05.50, που έβγαινε από το μπάρ, του έκαναν σωματική έρευνα και βρήκαν στη ζώνη του ένα πιστόλι 9 mm, με εννέα σφαίρες στον γεμιστήρα, και μία σφαίρα στη θαλάμη του όπλου, έτοιμο για χρήση. Ο Δ. Κ.ς, οδηγήθηκε στην υπηρεσία τους, όπου εξεταζόμενος, δήλωσε ότι στο σπίτι του είχε 1400 γραμ. ινδικής κάνναβης και 25 φυσίγγια των 9 χιλιοστών. Τα ναρκωτικά είπε ότι τα είχε προμηθευθεί από κάποιον με το όνομα "Μ.", με τον οποίο είχε συνεργασθεί παλαιότερα, και τα κατείχε για δική του χρήση, ενώ το όπλο το αγόρασε από τον δεύτερο κατηγορούμενο Α. Ζ. αντί 1000 ευρώ, από φόβο και για ασφάλεια του, επειδή είχε πυροβολήσει αλβανό το έτος 2000. Επίσης δήλωσε ότι στη φυλακή ήταν, γιατί είχε πυροβολήσει κάποιον αλβανό στο πόδι. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι πυροβόλησε το θύμα, αλλά δεν γνώριζε ότι το είχε σκοτώσει και γι' αυτό έφυγε από τον τόπο. Οι αστυνομικοί είχαν πληροφορίες ότι αυτός διαρκώς οπλοφορούσε και είχαν λάβει τα κατάλληλα μέτρα κατά την σύλληψη του. Άλλωστε, με το γεμάτο όπλο που είχε μαζί του μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πυροβολήσει οποιονδήποτε. Αποδείχθηκε λοιπόν, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σκότωσε τον C. T. του K., υπήκοο Αλβανίας, πυροβολώντας αυτόν από πολύ κοντά τέσσερις (4) φορές με πιστόλι, τύπου CRVENA ZASTAVA 99, με αριθμό ..., διαμετρήματος 9 mm PARA, τον οποίο έπληξε στον ώμο και στην κοιλιακή χώρα, επιφέροντας σ' αυτόν τις αναφερόμενες πιο πάνω κακώσεις. Ο κατηγορούμενος αυτός, ισχυρίζεται ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του C. T. οφείλεται σε εκπυρσοκρότηση του όπλου του κατά τη συμπλοκή τους από υπαιτιότητα του θύματος. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι: "... ο T. ... με ρώτησε γιατί κτύπησες πάλι αλβανό και άρχισε να με γρονθοκοπεί, εγώ έφυγα προς τα πίσω και εκείνος έκανε άλμα στον αέρα. Πιαστήκαμε στα χέρια, τραβούσα σπασμωδικά το όπλο. 'Ηλθαν οι άλλοι και μας κρατούσαν. Το όπλο εκπυρσοκρότησε. Με το πόδι του πάνω μου τραβούσε το όπλο. Παραπάτησα και κράτησα το όπλο να μην πέσει. Δεν είδα πως εκπυρσοκρότησε. Δεν είδα αίματα. Είδα το θύμα να τρέχει και έφυγα ...". Τα ίδια ισχυρίσθηκε και κατά την προανακριτική του απολογία. Ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως αποδείχθηκε. Αντίθετα, αντικρούεται αφενός μεν από το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωσε στους αστυνομικούς ότι πυροβόλησε το θύμα και ότι δεν εκπυρσοκρότησε το όπλο κατά τη συμπλοκή τους καθώς και το ότι το θύμα πυροβολήθηκε τέσσερις φορές από πολύ κοντά στον ώμο και στην κοιλιακή χώρα, αφετέρου δε από τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ.Α. και Q. J., οι οποίοι ήταν κοντά στον τόπο του συμβάντος και άκουσαν πυροβολισμούς και όχι "πυροβολισμό". Επομένως ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέος είναι και αυτοτελής ισχυρισμός του περί εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 22, 23 και 311 ΠΚ, ως και οι λοιποί ισχυρισμοί του. Ακόμα, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος την 20 και 24-1-2005 έφερε το προαναφερόμενο όπλο χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής, την 20-1-2005 με την χρήση του διέπραξε την ανωτέρω ανθρωποκτονία από πρόθεση και από 20 Δεκεμβρίου 2004 έως και 24-1-2005 κατείχε το παραπάνω όπλο, καθώς και πενήντα (50) φυσίγγια πιστολιού. Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, α)κατά το από 1 έως 22 Ιανουαρίου 2005 χρονικό διάστημα, στις 18-1-2005 αγόρασε ναρκωτικά με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους με κέρδος σε τρίτους και ειδικότερα αγόρασε, από αγνώστων στοιχείων ταυτότητας αλβανό με το προσωνύμιο "Μ." ποσότητα χιλίων τετρακοσίων (1400) γραμμαρίων (1,4 kg) ινδικής κάνναβης, η οποία είναι ναρκωτική ουσία, δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτή, β) κατά το από 18 έως 24 Ιανουαρίου 2005 χρονικό διάστημα κατείχε ναρκωτικά, δηλαδή είχε στη φυσική του εξουσίαση, κατά τρόπο που μπορούσε να διαπιστώσει σε κάθε στιγμή την ύπαρξη της και να τη διαθέσει κατά την πραγματική βούληση του, την προαναφερόμενη ποσότητα ινδικής κάνναβης. Επομένως, ο κατηγορούμενος Δ. Κ., πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1908-1909/2010 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94, 299 παρ.1 του ΠΚ, 4 παρ. 1,3 Πιν. Α6, 5 παρ.1 β, ζ, 22, 27 του ν. 1729/1987, όπως ισχύουν μετά την κωδικ. με το ν. 3459/2006 περί ναρκωτικών και 1 παρ.1 α, δ, και 2 α, β, γ, 8 α, 7 παρ. 1,2, 8 α, 13 α, 14 του ν. 2168/1993 περί όπλων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, στο προεκτεθέν αιτιολογικό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου: α) αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας, με άμεσο δόλο τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και όχι σε βρασμό ψυχικής ορμής, και των λοιπών πλημμελημάτων κατά συρροή, β) αναφέρεται με σαφήνεια και αναλυτικά ο τρόπος τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων και από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει ότι αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου, γ) από το σύνολο των παραδοχών και τη γενόμενη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, δε συνάγεται ότι το δικαστήριο αγνόησε και δε συνεκτίμησε και την αναγνωσθείσα από 26-1-2005 έκθεση ένορκης κατάθεσης του απουσιάζοντος μάρτυρος D. M., που καταθέτει περί προηγηθείσας επίθεσης με γροθιά και περί άμυνας, αντίθετα το δικαστήριο αιτιολογημένα αποκρούει την εκδοχή αυτή, επικαλούμενο δύο άλλες καταθέσεις μαρτύρων και την προανακριτική απολογία του ίδιου του κατηγορούμενου, στη δε σελίδα 20 και 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται ειδική αναφορά στον άνω μάρτυρα, ενώ άλλωστε στο αιτιολογικό δεν είναι αναγκαίο να γίνεται ειδικότερη αναφορά του καθενός αποδεικτικού μέσου χωριστά και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, το ότι δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, δ) απέρριψε με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δεχθέν, 1) ανυπαρξία κατάστασης βρασμού ψυχικής ορμής κατά τη λήψη της απόφασης και κατά το χρόνο εκτέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας με τέσσερις πυροβολισμούς, αντίθετα δέχθηκε ότι ενήργησε τελών σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αιτιολογώντας επαρκώς το άνω συμπέρασμα του δικαστηρίου, από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, από τους τέσσερις πυροβολισμούς και από τις άλλες ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της ανθρωποκτονίας, 2) μη συνδρομή στοιχείων μεταβολής της κατηγορίας σε θανατηφόρο σωματική βλάβη, απορρίψαν την εκδοχή απλής εκπυρσοκρότησης του όπλου κατά τη συμπλοκή δράστη και θύματος, 3) μη συνδρομής περιστάσεων κατάστασης άμυνας, άλλως υπερβάσεως των ορίων της άμυνας και 4) μη συνδρομής περιστάσεων ελαφρυντικής περίστασης προηγηθείσας ανάρμοστης συμπεριφοράς του θύματος προς το δράστη κατηγορούμενο, με το να δεχθεί, από το σύνολο των παραδοχών, άμεσο δόλο ανθρωποκτονίας με σχεδιασμό και εκτέλεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.
Επομένως, όλοι οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των τεθέντων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 26/22-12-2011 αίτηση του Δ. Κ. του Α., περί αναιρέσεως της 1908-1909/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ