Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 969 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εκτίμηση εκθέσεως αυτοψίας αστυνομικού οργάνου ως απλού εγγράφου. Όχι ειδική αναφορά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων. Η αναφορά στα πρακτικά ότι αναγνώστηκαν φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα γίνεται με την έννοια της επισκόπησης και επίδειξης στους διαδίκους. Δεν δημιουργείται ακυρότητα από την ανάγνωση προανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων εάν γίνεται χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου. Η μετά την ανάγνωση αυτών εναντίωση είναι άνευ αντικειμένου. Εφόσον διορίζεται διερμηνέας εκ του πίνακα και αυτός είχε κλητευθεί προηγουμένως προς τούτο, δεν αιτιολογείται η διάταξη διορισμού του, παρέλκει η πρόταση του εισαγγελέα και δεν δημιουργείται ακυρότητα από τη μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο εφόσον δεν ζητήθηκε. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 969/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 3017/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 σύζ. Ψ2 2) Ψ2 και 3) Ψ3 του Ψ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη.
Με συγκατηγορουμένη την Ν1.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.6.2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1290/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τον ορισμό του διερμηνεία κατά την δίκη, να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στην συγκατηγορουμένη των αναιρεσειόντων και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Απαιτείται να διαλαμβάνεται στην απόφαση η κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων και δεν είναι αναγκαία η αναφορά περί του τι προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση αυτών ώστε η παράλειψή της να καθιστά την απόφαση ελλιπή κατά την αιτιολογία της. Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει τα άλλα. Ειδικά η αυτοψία η οποία διατάσσεται κατά τα άρθρα 180 επ. και 183 επ. ΚΠΔ με τη συνδρομή των εις τις οικείες διατάξεις προϋποθέσεων, από Ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων ή δεν διαφαίνεται ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής εμπεριέχεται στις παραδοχές της αποφάσεως, δεν προκύπτει βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατά τον αναφερόμενο κατωτέρω τόπο και χρόνο τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του ηλικίας ένδεκα ετών Γερμανού υπηκόου Θ1. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 διατηρεί στην ... ξενοδοχειακό συγκρότημα με τον διακριτικό τίτλο "...", στο οποίο διέμεναν, πραγματοποιώντας τις θερινές διακοπές τους το θέρος του 2001 οι πολιτικώς ενάγοντες Ψ1 και Ψ2, μαζί με τα τρία ανήλικα τέκνα τους, ήτοι τους ηλικίας ένδεκα ετών δίδυμους Θ1και ... και τον ηλικίας δώδεκα ετών Ψ3. Στο ανωτέρω ξενοδοχειακό συγκρότημα λειτούργησε το έτος 2001 κολυμβητική δεξαμενή με νεροτσουλήθρες, χωρίς άδεια λειτουργίας, υπεύθυνος της οποίας είχε ορισθεί ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 ενώ η τρίτη κατηγορουμένη Ν1 παρείχε τις υπηρεσίες της ως ναυαγοσώστρια. Οι ανωτέρω νεροτσουλήθρες λειτουργούσαν με μικρή παροχή νερού, το οποίο απορροφάται από την πισίνα με αναρροφητικές σωλήνες, τοποθετημένες κάτω από αυτές, διαμέτρου δώδεκα εκατοστών του μέτρου και την χρήση αντλιών (μία δι' εκάστη), που ανεβάζουν το νερό στο σημείο της εκκίνησης. Η πισίνα αυτή είχε κατασκευασθεί με βάση την αναθεωρηθείσα υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια του τμήματος πολεοδομικών εφαρμογών ... για την λειτουργία της όμως με το σύστημα των νεροτσουληθρών, η εγκατάσταση των οποίων ανατέθηκε στην ομόρρυθμη εταιρεία "... ΟΕ" και η υδραυλική εγκατάσταση στην εταιρεία "..." δεν είχε χορηγηθεί άδεια, ώστε να διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι κανόνες ασφαλούς λειτουργίας της. Εν τούτοις, οι α' και β' κατηγορούμενοι επέτρεψαν την λειτουργία τους, χωρίς προηγουμένως να έχουν μεριμνήσει, όπως είχαν ιδιαίτερη υποχρέωση, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους για την τοποθέτηση στις οπές των σωλήνων αναρρόφησης του νερού, ειδικού συστήματος σχάρας, προκειμένου να μην δημιουργείται κίνδυνος για τους χρήστες αυτών και να αποφεύγεται η εισρόφηση μελών του σώματος των τελευταίων λόγω της αυξημένης αναρροφητικής δύναμης που δημιουργούν οι συσκευές αντλήσεως του νερού. Επιπλέον, ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέλειψε να προβεί στην τοποθέτηση κατάλληλων πινακίδων σε διάφορες γλώσσες για τον τρόπο χρήσης των νεροτσουληθρών, για την μη έλευση των χρηστών στον χώρο κάτω από τις νεροτσουλήθρες, όπου λειτουργούσε το σύστημα της αναρρόφησης του νερού, εφόσον οι υπάρχουσες πινακίδες αναφέρονταν στην ύπαρξη και λειτουργία των νεροτσουληθρών χωρίς τις ως άνω ενδείξεις, επιπλέον δε αυτός, ως υπεύθυνος των νεροτσουληθρών, παρέλειψε να μειώσει την πίεση αναρρόφησής του και να τοποθετήσει φίλτρο χαμηλής ισχύος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 1.8.2001 και περί ώρα 14.30 μ.μ. περίπου τα τρία παιδιά των πολιτικώς εναγόντων έκαναν αμέριμνα χρήση της πισίνας και των νεροτσουληθρών στο ως άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα. Αυτά έπεσαν από διαφορετικές νεροτσουλήθρες, οι οποίες τα εκτίναξαν σε απόσταση 3-3,5 μ. από το τέρμα της τσουλήθρας σχεδόν στο μέσον της πισίνας. Στο νερό έπεσε πρώτος ο Θ1, ο οποίος για άγνωστο λόγο βρέθηκε στο πίσω και κάτω μέρος της νεροτσουλήθρας, όπου λειτουργούσε το σύστημα αναρροφήσεως του νερού, με αποτέλεσμα αυτός να παρασυρθεί και ο δεξιός του βραχίονας να σφηνωθεί στον σωλήνα αναρρόφησης, στον οποίο δεν υπήρχε προστατευτική ειδική σχάρα. Έτσι ήταν αδύνατη η εξαγωγή του απ' αυτόν και η άνοδός του στην επιφάνεια του νερού. Τα δύο αδέλφια του όταν έπεσαν στο νερό διεπίστωσαν ότι ο Θ1 δεν βγήκε στην επιφάνεια του νερού, μετά δε τις φωνές κάποιας τουρίστριας "ότι το παιδί έπεσε στο νερό και δεν βγήκε" ο Ψ3 έπεσε στο νερό και τον ανεζήτησε. Αντιληφθείς την θέση αυτού, που ήταν κάθετη προς το δάπεδο της πισίνας επιχείρησε να τον τραβήξει αλλά δεν τα κατάφερε, διότι το χέρι του Θ1 ήταν σφηνωμένο στον απορροφητικό σωλήνα, του οποίου η απορροφητική δύναμη αύξανε καθόσον η διάμετρός του μειωνόταν από την είσοδο του χεριού του άτυχου Θ1. Όταν ο Ψ3 διαπίστωσε την αδυναμία του να βοηθήσει τον αδελφό του, κάλεσε σε βοήθεια, οπότε δύο άγνωστοι άνδρες μαζί με την τρίτη κατηγορουμένη έπεσαν στο νερό και έβγαλαν τον παθόντα από το νερό αναίσθητο. Η τρίτη κατηγορουμένη προσεπάθησε να τον συνεφέρει με τεχνητή αναπνοή και καρδιακές μαλάξεις, πλην όμως, χωρίς αποτέλεσμα, αφού ήδη είχε επέλθει ο θάνατος αυτού. Ο θάνατος του Θ1 επήλθε από ασφυξία συνεπεία πνιγμού, όπως διαλαμβάνεται στην υπ' αριθ. ...ιατροδικαστική εξέταση του ιατροδικαστή ..., στο αυτό δε συμπέρασμα κατέληξε και ο μάρτυς ιατροδικαστής ..., μεά από την εξέταση του πτώματος, κατόπιν εισαγγελικής εντολής της Εισαγγελίας Μάινιγκεν Γερμανίας. Προκύπτει, δηλαδή, μετά βεβαιότητος, ότι ο θάνατος του μικρού Θ1 επήλθε από ασφυξία λόγω πνιγμού και όχι από ανακοπή που σχετίζεται με το περιεχόμενο του στομάχου, επήλθε δε μέσα σε 4-5 λεπτά. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο θανών είχε καταναλώσει τροφή πριν από την είσοδό του στην πισίνα ήταν μεν επιβαρυντικός παράγων, δεν επέφερε όμως αυτό καθαυτό τον θάνατό του, ο οποίος θα επήρχετο εφόσον παρέμενε στο νερό χωρίς αναπνοή, επί 4-5 λεπτά της ώρας, ενώ ο εμετός που είχε είναι αποτέλεσμα αντανακλαστικό του πνιγμού που λαμβάνει χώρα στα 3-4 λεπτά. Η κρίση για τις συνθήκες του ατυχήματος, της αιτίας θανάτου του ανηλίκου παθόντος και της υπαιτιότητας των α και β κατηγορουμένων, ως εκ των προαναφερομένων παραλείψεών τους, επιβεβαιώνεται και από το ότι το δεξί χέρι του παθόντος εμφάνισε κυκλοτερή εκχύμωση στο ύψος της μασχάλης και ήταν μελανιασμένο από τον ώμο μέχρι την μασχάλη (βλ. σχετ. φωτογραφίες). Η κάκωση αυτή έγινε εν ζωή όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ο ιατρός..., ο οποίος, κατά τον χρόνο επέλευσης του ατυχήματος υπηρετούσε στην περιοχή ως αγροτικός ιατρός και είχε κληθεί για να προσφέρει ιατρική βοήθεια, πλην όμως, όταν έφθασε μετά από 15 λεπτά, το παιδί ήταν ήδη νεκρό. Αξίζει να σημειωθεί ότι τρεις ημέρες πριν συμβεί το ανωτέρω θανατηφόρο ατύχημα, κατά τον ίδιο τρόπο είχε λάβει χώρα τραυματισμός του ανηλίκου γερμανού υπηκόου Ζ1, του οποίου είχε αναρροφηθεί το πόδι και ο οποίος κατόρθωσε να διασωθεί, διότι είχε το κεφάλι του έξω από το νερό. Το γεγονός αυτό γνωστοποιήθηκε στους α και β κατηγορουμένους από τον πατέρα του ανηλίκου Π1, όπως βεβαιώνει ο ίδιος με την κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και με την από 6.11.2001 κατάθεσή του ενώπιον των γερμανικών ανακριτικών αρχών (βλ. σχετικά την φωτογραφία που αναγνώσθηκε). Στα πλαίσια της διερεύνησης των συνθηκών του ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τον θάνατο του ανηλίκου παθόντος με την υπ' αριθ. ...εντολή του Αστυνόμου του Αστυνομικού Σταθμού ... διατάχθηκε η διενέργεια πραγματο-γνωμοσύνης, την οποία διενήργησε ο... Στην από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο ανωτέρω, διαπίστωσε την ύπαρξη ειδικών σχαρών στους σωλήνες αναρρόφησης των νεροτσουληθρών. Σύμφωνα, όμως, με τα όσα προεκτέθηκαν, είναι βέβαιο ότι οι σχάρες αυτές τοποθετήθηκαν μετά το επισυμβάν ατύχημα, διότι διαφορετικά δεν θα υπήρχαν οι εκχυμώσεις από την αναρρόφηση του δεξιού χεριού του θύματος, ούτε οι εκχυμώσεις στο πόδι του νεαρού Ζ1, άλλωστε και η παρούσα κατηγορουμένη απολογούμενη κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι: "αν υπήρχαν προστατευτικά, δεν θα συνέβαινε το ατύχημα". Με τα δεδομένα αυτά, το ανωτέρω ατύχημα δεν θα συνέβαινε αν οι α και β κατηγορούμενοι, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους, είχαν επιδείξει την δέουσα επιμέλεια και προσοχή και είχαν τοποθετήσει ειδική σχάρα στην οπή του ανωτέρω σωλήνα αναρρόφησης ύδατος. Όμως και η τρίτη παρούσα κατηγορουμένη, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν παρούσα στις κολυμβητικές δεξαμενές, ως είχε υποχρέωση, ως ναυαγοσώστρια, καθ' όν χρόνο αυτές λειτουργούσαν και έπαιζαν ανήλικα παιδιά εντός αυτών. Είναι βέβαιο πως αν αυτή βρισκόταν στην θέση της, ως όφειλε, πλησίον των νεροτσουληθρών και είχε τεταμένη διαρκώς την προσοχή της, θα αντιλαμβανόταν έγκαιρα ότι ο θανών δεν βγήκε στην επιφάνεια του νερού, το οποίο είχε βάθος μόλις 0,5 μ., όπως το αντιλήφθηκε η αμέριμνη τουρίστρια, που δεν είχε υποχρέωση να κατοπτεύει τον χώρο. Όφειλε δε, να είναι ιδιαίτερα προσεκτική, διότι πριν τρεις ημέρες από το ανωτέρω συμβάν είχε η ίδια απεγκλωβίσει τον ανήλικο Ζ1, του οποίου το γόνατο είχε εγκλωβιστεί στον αναρροφητικό σωλήνα. Γνώριζε δηλαδή, ότι εκεί υπήρχε παγίδα για τους ανηλίκους χρήστες της πισίνας και δεν επέδειξε την ενδεδειγμένη επιμέλεια, δοθέντος ότι, αν βρισκόταν στη θέση της την κρίσιμη στιγμή, εντός του χρόνου των 4-5λέπτου που επήλθε ο θάνατος του παιδιού, θα καλούσε τουλάχιστον τον ..., που εργαζόταν στην είσοδο της νεροτσουλήθρας να διακόψει την λειτουργία της, έτσι ώστε ο θανών να απεγκλωβιστεί άμεσα και θα του παρείχε τις πρώτες βοήθειες έγκαιρα. Συμπερασματικά αποκλειστικά υπαίτιοι για τον θάνατο του ανηλίκου Θ1 είναι και οι τρεις κατηγορούμενοι, υπό την ιδιότητα που ο καθένας είχε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ...".
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και επέβαλε σε καθένα από αυτούς ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία για τον δεύτερο, Χ2, την ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα με τις εκ του πράγματος παραδοχές, προσδιορίζει το είδος της συντρέχουσας αμέλειας των κατηγορουμένων (μη συνειδητή) τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της πράξης, τον αιτιώδη σύνδεσμο των παραλείψεων των κατηγορουμένων από την μη τοποθέτηση ειδικού προστατευτικού πλέγματος στις οπές των σωλήνων αναρρόφησης της νεροτσουλήθρας, για την λειτουργία της οποίας δεν είχε χορηγηθεί άδεια και της μη τοποθέτησης από τον δεύτερο κατηγορούμενο, για τον οποίο ανελέγκτως δέχεται ότι ήταν υπεύθυνος λειτουργίας της πισίνας του ξενοδοχείου, ενδεικτικών πινακίδων για την ασφαλή χρήση της νεροτσουλήθρας. Η αιτίαση ότι αντιφατικά η απόφαση στο διατακτικό δέχεται ότι δεν είχαν τοποθετηθεί ενδεικτικές πινακίδες ενώ στο σκεπτικό δέχεται το αντίθετο είναι αβάσιμη. Τούτο δε διότι η αναφορά στο διατακτικό περί της ανυπαρξίας πινακίδων γίνεται με την πρόδηλη έννοια την οποία στο σκεπτικό δέχεται η απόφαση, της τοποθέτησης δηλαδή όχι πινακίδων γενικώς για εγκατάσταση και τη λειτουργία της νεροτσουλήθρας, αλλά προειδοποιητικών ως προς τον τρόπο ασφαλούς χρήσεως αυτής προς αποφυγή ατυχήματος. Η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν εξετίμησε την από 1-8-2001 έκθεση αυτοψίας του Αρχιφύλακα ... η οποία περιέχεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη. Τούτο δε, γιατί το άνω έγγραφο με τον αριθμό 36, τιτλοφορούμενο ως "έκθεση αυτοψίας" δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 178 παρ. εδ β' του ΚΠΔ και το οποίο πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, αφού αυτοψία διενεργεί μόνον ο δικαστής ή ο ανακριτικός υπάλληλος ή ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, όταν ενεργεί προανάκριση (άρθρο 31 ΚΠΔ), πράγμα που δεν προκύπτει ότι συνέβη στην εξεταζομένη περίπτωση. Το ως άνω έγγραφο, είναι απλό έγγραφο και ως τέτοιο λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα έγγραφα.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ 4ος και 5ος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, η αναγραφή των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Τέλος, οι φωτογραφίες και τα σχεδιαγράμματα δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, ύστερα από επίδειξή τους για τον σκοπό αυτόν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα υπό τους αύξοντες αριθμούς 4, 10, 11, 13, 16, 35 έγγραφα ήτοι α) πρόχειρο σχεδιάγραμμα του χώρου του συμβάντος, β) πέντε (5) φωτογραφίες του πτώματος του Θ1, γ) τέσσερες (4) φωτογραφίες του τραυματισθέντος ποδιού του Ψ3, δ) φωτογραφία του τραυματισθέντος γονάτου του Ζ1, ε) φωτογραφίες της πισίνας με τις νεροτσουλήθρες, στ) διάφορες φωτογραφίες των εγκαταστάσεων νεροτσουλήθρας στο ξενοδοχείο ..., χωρίς να βεβαιώνεται στο πρακτικό της αποφάσεως ότι τα παραπάνω έγγραφα επιδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Η αιτίαση αυτή των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όταν στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν τα παραπάνω σχεδιάγραμμα και φωτογραφίες είναι προφανές ότι η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκόπησης αυτών, από τους παράγοντες της δίκης, μετά προηγούμενη επίδειξή τους. Περαιτέρω, διηγηματικά και μόνον γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως μνεία της υπ' αριθμ. ... αδείας για την κατασκευή της πισίνας του ξενοδοχείου, εφόσον το έγγραφο αυτό δεν σχετίζεται άμεσα και καθ' οποιονδήποτε τρόπο με τα στοιχεία που θεμελιώνουν αμέλεια των κατηγορουμένων.
Συνεπώς, δεν παρήχθη ακυρότητα από το ότι το έγγραφο αυτό, που δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, μνημονεύεται, κατά τον άνω τρόπο στο σκεπτικό της αποφάσεως. Τέλος, και η αιτίαση ότι παρήχθη ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο από το ότι ανεγνώσθησαν και λήφθηκαν υπόψη οι δύο από 26-6-2002 προανακριτικές καταθέσεις, των Γερμανών υπηκόων αδελφών του θύματος, χωρίς να προσδιορίζεται ότι οι καταθέσεις αυτές είναι συντεταγμένες στην ελληνική γλώσσα, αορίστως προβάλλεται εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι οι καταθέσεις αυτές ήσαν συντεταγμένες σε ξένη γλώσσα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ 2ος και 3ος λόγοι αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του Κ.Π.Δ στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη και επίσης όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να βεβαιώσει το δικαστήριο την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της Ε.Σ.Δ.Α. και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), να εξετάζει και να ελέγχει τους μάρτυρες. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, δεν εναντιωθούν σχετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αναγνώσθηκαν μεταξύ άλλων εγγράφων και 1) οι από 25-6-2002 ένορκες καταθέσεις κατά την προδικασία, των μαρτύρων και αδελφών του θύματος ... και Ψ3, ο δεύτερος των οποίων μάλιστα εξετάσθηκε και προφορικά στο ακροατήριο, 2) η από 24-10-2001 κατάθεση του ... και 3) η από 6-11-2001 κατάθεση του Π1. Για την ανάγνωση των καταθέσεων αυτών και πριν την ανάγνωσή τους, οι κατηγορούμενοι δεν εναντιώθηκαν καθ' οποιονδήποτε τρόπο.
Συνεπώς, ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία για την αδυναμία εμφανίσεως αυτών αφού δεν προβλήθηκε σχετική εναντίωση των κατηγορουμένων, η δε εκ των υστέρων, μετά την ανάγνωση των παραπάνω καταθέσεων αλλά και του συνόλου των εγγράφων και την εξέταση του μάρτυρα υπερασπίσεως, διατυπωθείσα από τον συνήγορο των κατηγορουμένων επιθυμία μη αναγνώσεως αυτών ήταν πλέον άνευ αντικειμένου.
Συνεπώς, και ο 6ος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται κατά τούτο η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η παρ.2 του ανωτέρω άρθρου. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που ορίζει ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε, προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον ο διορισμός αφορά πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα και όχι όταν ο διορισμός γίνεται από τον πίνακα αυτόν.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την έναρξη της συζητήσεως και αφού εμφανίσθηκαν οι εκπροσωπήσαντες τους κατηγορουμένους συνήγοροι, στα πρακτικά της δίκης παρατίθενται τα εξής: " Στο σημείο αυτό διαπιστώθηκε ότι η πρώτη, ο έκτος, ο έβδομος, ο όγδοος και ο ένατος εκ των μαρτύρων κατηγορίας δεν ομιλούν την Ελληνική γλώσσα και ομιλούν την Γερμανική και το δικαστήριο όρισε διερμηνέα όπως τα άρθρα 233,234 του Κ.Π.Δ ορίζουν, και η οποία αφού προσκλήθηκε από την Πρόεδρο και σε ερωτήσεις για την ταυτότητά του απάντησε ότι ονομάζεται ..., γεννήθηκε και κατοικεί στην... . Στη συνέχεια ορκίσθηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο σύμφωνα με το άρθρο 235 Κ.Π.Δ να μεταφράζει σωστά από την Ελληνική στη Γερμανική και αντίστροφα όλη τη συζήτηση στο ακροατήριο..". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και ειδικότερα διότι η διάταξη της Προέδρου του δικάσαντος Εφετείου περί διορισμού διερμηνέα, καίτοι ο διορισθείς διερμηνέας δεν περιλαμβάνεται στον οικείο πίνακα, δεν περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ', είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον στα ως άνω πρακτικά βεβαιώνεται ότι ο διορισμός του διερμηνέα έγινε "σύμφωνα με το άρθρο 233 ΚΠΔ", ήτοι από τον οικείο πίνακα και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η ειδική αιτιολόγηση της συγκεκριμένης διατάξεως του Προέδρου. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ και ειδικότερα διότι η περί διορισμού διερμηνέα διάταξη εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη πρόταση του εισαγγελέα και χωρίς να δοθεί ο λόγος στον συνήγορο των κατηγορουμένων, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο δε διότι εφόσον ο διορισμός διερμηνέα έγινε από τον οικείο πίνακα και η διορισθείσα είχε κληθεί προς τούτο από την εισαγγελία, η εξέταση αυτής ήταν υποχρεωτική και συνεπώς παρείλκε η οποιαδήποτε υποβολή προτάσεως από τον εισαγγελέα. Περαιτέρω, από τα ίδια τα πρακτικά της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος των κατηγορουμένων, πριν τον διορισμό του διερμηνέα, ζήτησε να λάβει το λόγο προβάλλοντας τυχόν αντιρρήσεις ως προς το πρόσωπο αυτού και ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε την ικανοποίηση του δικαιώματός του. Σημειώνεται ότι ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ' του ΚΠΔ, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, αναφέρεται δε η διάταξη αυτή σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Τέτοια όμως ειδική υποχρέωση του δικαστή δεν υφίσταται και επί της περιπτώσεως του άρθρου 138 παρ.2 του ΚΠΔ, δηλαδή αυτεπαγγέλτως και χωρίς την αίτηση του διαδίκου, να δώσει σ' αυτόν το λόγο πριν την έκδοση της διατάξεώς του.
Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση των αναιρεσειόντων ή του συνηγόρου τους, του λόγου σε αυτούς πριν την έκδοση της περί διορισμού διερμηνέα διατάξεώς του.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα ο καθένας τους (άρθρο 583 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 583 ΚΠΔ, 176,183 Κ.Πολ.Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2008 αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3017/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή