Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 415 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Επανάληψη διαδικασίας μετά από απόφαση ΕΣΔΑ που διαπίστωσε την παραβίαση ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεκτή η αίτηση. ΠΟΠΔ λόγω παραγραφής της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου, κατ’ εξακολούθηση.




Αριθμός 415/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Ζ, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Κούρτοβικ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2711/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1605/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 547/25.11.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 527 παρ. 3 ΚΠΔ την εγχειρισθείσα την 10/10/2008 αίτηση για επανάληψη διαδικασίας που αφορά την Ζ, κατά της υπ'αρ. 2711/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων και εκθέτω τα εξής:
Με το ενδέκατο άρθρο του Ν. 2865/00 σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως που ανέλαβε η Ελλάδα με το αρ. 46 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) προστέθηκε πέμπτη περίπτωση στην παράγραφο Ι του αρ. 525 ΚΠΔ το οποίο προβλέπει την επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου. 'Ετσι πλέον η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ευρ.Δ.Δ.Α.) διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το Ευρ.Δ.Δ.Α. παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε και δη αρνητικά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης εκείνου (της αιτούσης) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Εξ'άλλου το αρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι "παν πρόσωπον έχει το δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".
Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας η αιτούσα Ζ εκθέτει ότι με την 2711/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών με τριετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου και η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη μετά την απόρριψη σχετικής αναιρέσεώς της με την 18/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου (βλ. συνημμ. αποφάσεις).
Στην συνέχεια η αιτούσα προσέφυγε στο Ευρ.Δ.Δ.Α παραπονούμενη για παραβίαση του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη, κατ'άρθρα 6 παρ. 1 και 10 παρ. 1, 2 ΕΣΔΑ. Επ'αυτής το Δικαστήριο εξέδωσε την από 11.10.2007 απόφαση (Ζ κατά Ελλάδος) με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή της αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση των ανωτέρω άρθρων 6 παρ. 1 και 10 παρ. 1, 2 της ΕΣΔΑ λόγω της υπερβολικής διαρκείας της σε βάρος της ποινικής διαδικασίας και ότι δεν υπήρχε σχέση εύλογης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματός της στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιώκομενου σκοπού (άρθρ. 10 της Σύμβασης). Η απόφαση του Ευρ.Δ.Δ.Α κατέστη αμετάκλητη κατά το άρθρο 44 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. Επομένως, κατά την αιτούσα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επανάληψη υπέρ αυτής της διαδικασίας με προφανή σκοπό την αθώωση αυτής.
Όμως η αίτηση που έχει αυτό το περιεχόμενο είναι ως προς την παραβίαση του αρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, διότι ούτε η αιτούσα επικαλείται, ούτε και προκύπτει ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδικάσεως της υποθέσεώς της, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το Ευρ.Δ.Δ.Α. είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών που την καταδίκασαν για την αξιόποινη πράξη που διέπραξε. Επί πλέον η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο, που δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά. 'Αρα, η επανόρθωση της βλάβης της αιτούσης από την γενομένη υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1638/02 και ΑΠ 717/04). Ως προς την παραβίαση όμως του άρθρ. 10 της ΕΣΔΑ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής:
"(34). Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα από τα ουσιώδη θεμέλια κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και μία από τις πρωταρχικές προϋπόθεσης της προόδου της και ανάπτυξης όλων. Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10 της Σύμβασης ισχύει όχι μόνον για τις "πληροφορίες" ή τις "ιδέες" που τυχαίνουν ευνοϊκής αποδοχής ή θεωρούνται ως ακίνδυνες ή αδιάφορες αλλά και για εκείνες που συγκρούονται, σοκάρουν ή προκαλούν ανησυχία. Έτσι απαιτούν ο πλουραλισμός, η ανοχή και η ευρύτητα πνεύματος, στοιχεία χωρίς τα οποία η "δημοκρατική κοινωνία" δεν υφίσταται. Η ελευθερία αυτή υπόκειται στις εξαιρέσεις που προβλέπονται από την παρ. 2 του άρθρου 10 και οι οποίες πάντως πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Η αναγκαιότητα οποιουδήποτε περιορισμού πρέπει να αποδεικνύεται κατά τρόπο πειστικό.
(39). Το Δικαστήριο δεν είναι βεβαίως αρμόδιο να επιλύσει την διαφορά μεταξύ της προσφεύγουσας και του χειρούργου της. Εν τούτοις είναι αναμφισβήτητο ότι η προσφεύγουσα έζησε μία επώδυνη εμπειρία και ότι υποφέρει σήμερα από σοβαρές μετεγχειρητικές επιπλοκές: είναι τουλάχιστον παράξενο που της επιβλήθηκε επιπλέον μια ποινή φυλάκισης γιατί διατύπωσε την οδύνη της χωρίς κανέναν άλλο εμφανή σκοπό από την εξωτερίκευση της απόγνωσης της. Πράγματι ακόμη και αν η προσφεύγουσα εκφράστηκε με όρους ωμούς και βίαιους δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις αντανακλούσαν τον τρόπο με τον οποίο εισέπραττε η ίδια την σοβαρότητα της κατάστασης της.
Εξάλλου οι δηλώσεις της δεν περιελάμβαναν οτιδήποτε θα μπορούσε να υποδηλώσει κακοπιστία από την πλευρά της. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ των προθέσεων της προσφεύγουσας και εκείνων του σκανδαλοθηρικού Τύπου ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση αυτή κυρίως εξαιτίας της αναγνωρισιμότητας του Δρ Χ. Αυτό φαίνεται παντού να συνέβη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα οποία δεν μπόρεσαν να τοποθετήσουν τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης ούτε να εκτιμήσουν στηνορθή διάσταση της την απόγνωση στην οποία αυτή βρισκόταν την στιγμή των δηλώσεων της.
(40). Ενόψει των προηγούμενων το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υπήρχε σχέση εύλογης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου θεμιτού, σκοπού. (41).
Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης".
Έτσι, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, με την άνω απόφαση του, που κατέστη οριστική κατά τις διατάξεις του κανονισμού του Δικαστηρίου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης και έκρινε- ότι υπήρξε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και - εσφαλμένη αξιολόγηση των στοιχείων του δόλου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις της απόφασης υπό στοιχείο (39):
"....είναι τουλάχιστον παράξενο που της επιβλήθηκε επιπλέον μια ποινή φυλάκισης γιατί διατύπωσε την οδύνη της χωρίς κανέναν άλλο εμφανή σκοπό από την εξωτερίκευση της απόγνωσης της ": "..Πράγματι ακόμη και αν η προσφεύγουσα εκφράστηκε με όρους ωμούς και βίαιους δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις αντανακλούσαν τον τρόπο με τον οποίο εισέπραττε η ίδια την σοβαρότητα της κατάστασης της. Εξάλλου οι δηλώσεις της δεν περιελάμβαναν οτιδήποτε θα μπορούσε να υποδηλώσει κακοπιστία από την πλευρά της."- ότι της αποδόθηκαν εσφαλμένα προθέσεις (στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος) οι οποίες δεν ήταν δικές της, αλλά των δημοσιογράφων, με τις σκέψεις υπό στοιχείο επίσης (39) της απόφασης "Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ των προθέσεων της προσφεύγουσας και εκείνων του σκανδαλοθηρικού Τύπου ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση αυτή κυρίως εξαιτίας της αναγνωρισιμότητας του Δρ Χ"- ότι εφαρμόσθηκε λανθασμένα η διάταξη του νόμου, με την καταδίκη της".....Αυτό φαίνεται παντού να συνέβη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα οποία δεν μπόρεσαν να τοποθετήσουν τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης ούτε να εκτιμήσουν στην ορθή διάσταση της την απόγνωση στην οποία αυτή βρισκόταν την στιγμή των δηλώσεων της.."- και ότι εφαρμόσθηκε λανθασμένα διάταξη της Σύμβασης και ειδικότερα αυτή του άρθρου 10 της Σύμβασης, που έχει κυρωθεί με νόμο και είναι υπερνομοθετικής ισχύος, όπως προκύπτει από τις σκέψεις υπό στοιχείο (40) της απόφασης " Ενόψει των προηγούμενων το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υπήρχε σχέση εύλογης περιορισμού του δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού.
Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης...".
Συνέπεια όλων αυτών ήταν να επηρεασθεί αρνητικά η κρίση του δικαστηρίου επί της υπόθεσής της και να καταδικασθεί από τα εθνικά δικαστήρια, στην άνω ποινή των 5 μηνών με 3ετή αναστολή.
Όπως γίνεται δεκτό από την νομολογία η επανάληψη της διαδικασίας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι "η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση επηρέασε και δη αρνητικά, δηλαδή σε βάρος του κατηγορούμενου την κρίση του ποινικού δικαστηρίου η δε επανόρθωση της βλάβης μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας".
Η επισήμανση γίνεται για να διαφοροποιηθούν περιπτώσεις όπου η καταδίκη αφορά παραβιάσεις όπως αυτές του εύλογου χρόνου της διαδικασίας (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ).
Στην προκείμενη υπόθεση, με την ως άνω απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπιστώθηκαν παραβιάσεις οι οποίες αφορούν ουσιαστικές διατάξεις του νόμου που εφαρμόσθηκε κατά τα όσα ανωτέρω εκτίθενται, δηλαδή τόσο όσον αφορά τις διατάξεις του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, όσο και τις διατάξεις του άρθρου 362-363 και 367 ΠΚ όσο και αυτές περί δόλου.
Επειδή όμως η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, κατ'εξακολούθηση (αρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 362-363 ΠΚ και άρθρ. μόνο Ν. 2243/94 και αρ. 47 ΑΝ 1092/38 όπως τροπ. με το άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 1738/87) συνιστά πλημμέλημα και φέρεται ότι τελέσθηκε από την αιτούσα την 25/1/2002, 26/1/2002 και 22/2/2002 έχει ήδη υποπέσει στη παραγραφή των εγκλημάτων δια του τύπου λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος τριών ετών και έξι μηνών (άρθρ. 111 παρ. 3, 112, 113 παρ. 3 ΠΚ και άρθρ. 47 ΑΝ 1092/38 ως ετροπ. με το αρ. 4 παρ. 2 Ν. 1738/87) πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Συμβούλιό Σας και να παύσει η ποινική δίωξη κατά της αιτούσης για την ως άνω αξιόποινη πράξη για την οποία έχει καταδικασθεί με την 2711/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών σε ποινή φυλάκισης (5) μηνών με τριετή αναστολή.

Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να γίνει δεκτή η από 10/10/2008 αίτηση επανάληψης διαδικασίας της Ζ, κατά της υπ'αρ. 2711/2004 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε η ανωτέρω σε ποινή φυλάκισης (5) μηνών με τριετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου.
(Β) Ν' ακυρωθεί η ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
(Γ) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της αιτούσης Ζ για την ανωτέρω πράξη και (Δ) Ν' απορριφθεί η ως άνω αίτηση κατά τα λοιπά.
Αθήνα 19 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια της αιτούσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το ενδέκατο άρθρο του Ν. 2865/2000, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως που ανέλαβε η Ελλάδα με το άρθρο 46 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), προστέθηκε πέμπτη περίπτωση στην παράγραφο 1 του άρθρου 525 του ΚΠΔ, το οποίο προβλέπει την επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου. Έτσι πλέον, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όμως, η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε και δη αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης εκείνου (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Εξάλλου, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος το οποίον θα αποφασίση... επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης....". Στην κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, η αιτούσα Ζ εκθέτει ότι με την 2711/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών για συκοφαντική δυσφήμηση διά του τύπου και η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναιρέσεώς της με την 18/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι στη συνέχεια προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, παραπονούμενη για παραβίαση του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 και 10 παρ. 1, 2 της ΕΣΔΑ και επ' αυτής το δικαστήριο εξέδωσε την από 11 Οκτωβρίου 2007 απόφαση (Ζ-κατά Ελλάδος), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή της, αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 6 παρ. 1 και 10 παρ. 1, 2 της ΕΣΔΑ λόγω της υπερβολικής διάρκειάς της εις βάρος της ποινικής διαδικασίας και της μη ύπαρξης σχέσης εύλογης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος της στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου σκοπού (άρθρο 10 της σύμβασης). Ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ κατέστη αμετάκλητη, κατά το άρθρο 44 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Ότι, επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για την επανάληψη υπέρ αυτής (αιτούσας) της διαδικασίας, με σκοπό την αθώωσή της. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αίτηση αυτή, κατά το μέρος που αναφέρεται στην υπερβολική διάρκεια της ποινικής διαδικασίας είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε, διότι ούτε η αιτούσα επικαλείται, ούτε και προκύπτει ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδικάσεως της υποθέσεώς της, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το ΕΔΔΑ, είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών που την καταδίκασαν για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, την οποία διέπραξε. Επιπλέον, η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο και δεν μπορεί να αρθεί αναδρομικά. Άρα, η επανόρθωση της βλάβης της αιτούσας από τη γενομένη υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Όμως ως προς την παραβίαση του άρθρου 10 παρ. 1, 2 της ΕΣΔΑ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: "(34). Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα από τα ουσιώδη θεμέλια κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και μία από τις πρωταρχικές προϋποθέσεις της προόδου της και ανάπτυξης όλων. Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10 της Σύμβασης ισχύει όχι μόνον για τις "πληροφορίες" ή τις "ιδέες" που τυχαίνουν ευνοϊκής αποδοχής ή θεωρούνται ως ακίνδυνες ή αδιάφορες αλλά και για εκείνες που συγκρούονται, σοκάρουν ή προκαλούν ανησυχία. Έτσι απαιτούν ο πλουραλισμός, η ανοχή και η ευρύτητα πνεύματος, στοιχεία χωρίς τα οποία "η δημοκρατική κοινωνία" δεν υφίσταται. Η ελευθερία αυτή υπόκειται στις εξαιρέσεις που προβλέπονται από την παρ. 2 του άρθρου 10 και οι οποίες πάντως πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Η αναγκαιότητα οποιουδήποτε περιορισμού πρέπει να αποδεικνύεται κατά τρόπο πειστικό. (39).Το Δικαστήριο δεν είναι βεβαίως αρμόδιο να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ της προσφεύγουσας και του χειρούργου της. Εν τούτοις είναι αναμφισβήτητο ότι η προσφεύγουσα έζησε μία επώδυνη εμπειρία και ότι υποφέρει σήμερα από σοβαρές μετεγχειρητικές επιπλοκές. Είναι τουλάχιστον παράξενο που της επιβλήθηκε επιπλέον μια ποινή φυλάκισης, γιατί διατύπωσε την οδύνη της χωρίς κανένα άλλο εμφανή σκοπό από την εξωτερίκευση της απόγνωσης της. Πράγματι ακόμη και αν η προσφεύγουσα εκφράστηκε με όρους ωμούς και βίαιους δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις αντανακλούσαν τον τρόπο με τον οποίο εισέπραττε η ίδια την σοβαρότητα της κατάστασής της. Εξάλλου οι δηλώσεις της δεν περιελάμβαναν οτιδήποτε θα μπορούσε να υποδηλώσει κακοπιστία από την πλευρά της. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ των προθέσεων της προσφεύγουσας και εκείνων του σκανδαλοθηρικού τύπου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση αυτή κυρίως εξ αιτίας της αναγνωρισιμότητας του Δρ Χ. Αυτό φαίνεται παντού να συνέβη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα οποία δεν μπόρεσαν να τοποθετήσουν τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης ούτε να εκτιμήσουν στην ορθή διάσταση της την απόγνωση στην οποία βρισκόταν την στιγμή των δηλώσεών της. (40). Ενόψει των προηγουμένων το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υπήρχε σχέση εύλογης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού. (41).
Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης". Έτσι, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, με την άνω απόφασή του, που κατέστη οριστική κατά τις διατάξεις του κανονισμού του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης και έκρινε ότι, α) υπήρξε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη αξιολόγηση του δόλου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις της απόφασης με στοιχείο (39): "...είναι τουλάχιστον παράξενο που της επιβλήθηκε επιπλέον μια ποινή φυλάκισης γιατί διατύπωσε την οδύνη της χωρίς κανένα άλλο εμφανή σκοπό από την εξωτερίκευση της απόγνωσης της", "Πράγματι ακόμη και αν η προσφεύγουσα εκφράστηκε με όρους ωμούς και βίαιους δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο εισέπραττε η ίδια τη σοβαρότητα της κατάστασής της. Εξάλλου οι δηλώσεις της δεν περιελάμβαναν οτιδήποτε θα μπορούσε να υποδηλώσει κακοπιστία από την πλευρά της." β) της αποδόθηκαν εσφαλμένα προθέσεις (στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος) οι οποίες δεν ήταν δικές της, αλλά των δημοσιογράφων, όπως φαίνεται από τις σκέψεις με στοιχείο επίσης (39) της απόφασης "Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ των προθέσεων της προσφεύγουσας και εκείνων του σκανδαλοθηρικού Τύπου ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση αυτή κυρίως εξ αιτίας της αναγνωρισιμότητας του Δρ Χ" γ) εφαρμόστηκε λανθασμένα η διάταξη του νόμου, με την καταδίκη της, όπως προκύπτει από τη σκέψη της απόφασης "Αυτό φαίνεται παντού να συνέβη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία δεν μπόρεσαν να τοποθετήσουν τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης ούτε να εκτιμήσουν στην ορθή διάσταση της την απόγνωση στην οποία αυτή βρισκόταν την στιγμή των δηλώσεων της..." και δ) εφαρμόστηκε λανθασμένα διάταξη της Σύμβασης και ειδικότερα αυτή του άρθρου 10 της Σύμβασης, που έχει κυρωθεί με νόμο και είναι υπερνομοθετικής ισχύος, όπως προκύπτει από τις σκέψεις με στοιχείο (40) της απόφασης "...Ενόψει των προηγούμενων το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υπήρχε σχέση εύλογης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού.
Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης...". Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η επανάληψη της διαδικασίας, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι "η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση επηρέασε και δη αρνητικά, δηλαδή σε βάρος του κατηγορουμένου την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας". Στην προκειμένη περίπτωση, με την ανωτέρω απόφαση του ΕΔΔΑ, διαπιστώθηκαν παραβιάσεις οι οποίες αφορούν ουσιαστικές ποινικές, διατάξεις που εφαρμόστηκαν καl ειδικότερα του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, 362, 363, 367, 26 και 27 του ΠΚ. Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν να επηρεασθεί αρνητικά η κρίση του Δικαστηρίου επί της υπόθεσης της αιτούσας και να καταδικασθεί από τα εθνικά δικαστήρια σε φυλάκιση πέντε μηνών. Η πράξη όμως της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε η αιτούσα, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 362-363 ΠΚ και αρθρ. μόνο Ν. 2243/1994 και άθρ. 47 ΑΝ 1092/38 όπως τροπ. με το άρθρο. 4 παρ. 2 Ν. 1738/87, συνιστά πλημμέλημα, το οποίο φέρεται ότι τελέσθηκε από την αιτούσα την 25-1-2002, 26-1-2002 και την 22-2-2002 και συνεπώς ήδη έχει υποπέσει στην παραγραφή των εγκλημάτων δια του τύπου, λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος, μεγαλύτερου των τριών ετών και έξι μηνών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 112, 113 παρ. 3 ΠΚ και άρθρ. 47 ΑΝ 1092/38 όπως τροπ. με το άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 1738/87. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος παραπομπής της υπόθεσης στο ακροατήριο για νέα ουσιαστική έρευνά της και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, (σε Συμβούλιο), το οποίο και θα παύσει την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος της αιτούσας, για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει καταδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 30-9-2008 αίτηση της Ζ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 2711/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Ακυρώνει την παραπάνω απόφαση.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της αιτούσας, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως διά του τύπου, κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα, στις 25-1-2002, 26-1-2002 και 22-2-2002, σε βάρος του ...., για την οποία καταδικάστηκε με την ως άνω απόφαση.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή