Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1430 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Δεδικασμένο, Αναβολής αίτημα, Πλάνη πραγματική, Ανάγκης κατάσταση.




Περίληψη:
Α. Παραβάσεις του Ν. Περί ναρκωτικών (Διαμετακόμιση μέσω Ελληνικού Πλοίου). Β. Εισαγωγή σε πλοίο ναρκωτικών με κίνδυνο κατάσχεσης αυτού. Άρθρο 297 ΠΚ. 1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο 1ος και 2ος λόγος αναιρέσεως και 2ος των προσθέτων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, τόσον για την ενοχή, όσον και για την απόρριψη αιτήματος αναβολής για διεξαγωγή αποδείξεων και για απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης και περί καταστάσεως ανάγκης. 2. Απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία ο 3ος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 Β΄, 501 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, διότι αναγνώσθηκαν τρεις αποφάσεις του Εφετείου του Μπάρι Ιταλίας, που δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα των εγγράφων αυτών. 3. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο 1ος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ΄ του ΚΠΔ, για παρά το νόμο απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως στην Ελλάδα, λόγω δεδικασμένου και για παραβίαση Διεθνούς δεδικασμένου, από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση Ιταλικού δικαστηρίου, κατά τα άρθρα 14 παρ. 7, 2 ΔΣΑΠΔ/1966 του ΟΗΕ, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1987 και 4 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και για παραβίαση ενδοευρωπαϊκού δεδικασμένου, και δη της αρχής "ne bis in idem", που καθιερώνεται με το άρθρο 54 του Ν. 2514/1997, που κύρωσε τη Συνθήκη του Schengen, λόγω ισχύος και εφαρμογής της αρχής αυτής για το δεδικασμένο, να μη δικάζεται κανείς πολίτης δύο φορές για την ίδια πράξη, όταν έχει αθωωθεί ή καταδικασθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όσον αφορά μόνο τα δικαστήρια κάθε επί μέρους συμβαλλόμενης χώρας, ήτοι του ιδίου κράτους, αρχή που ήδη προβλεπόταν από το άρθρο 57 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 7/2002), ενώ για την καθιερούμενη ιδία αυτή αρχή, δια του άρθρου 54 της άνω Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen, η Ελλάδα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 55 της άνω Συνθήκης, που επιτρέπει επιφυλάξεις στα συμβαλλόμενα κράτη, για προστασία ουσιώδους συμφέροντος του κράτους, δήλωσε ρητή επιφύλαξη με το άρθρο 3 του άνω κυρωτικού νόμου, ότι δε θα δεσμεύεται συνεπεία της αρχής του άνω δεδικασμένου από τις ποινικές αποφάσεις των συμβαλλομένων κρατών για ορισμένα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων (άρθρο 8 περ. θ΄ ΠΚ) και το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών (ΑΠ 887/2001). Επομένως δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό κεκτημένο, δεν συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου από την Ιταλική καταδικαστική απόφαση και δεν εμποδίζεται η νέα δίωξη για ίδιο τέτοιο αδίκημα ναρκωτικών, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 ΠΚ, η αφαίρεση της ποινής που έχει ήδη αποτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε στην ημεδαπή. Απορρίπτει.




Αριθμός 1430/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ρομποτή, περί αναιρέσεως της 288, 288α/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.

Το Πενταμελές Εφετείου Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο δικόγραφο των από 12 Φεβρουαρίου 2009 προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1746/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α του ν.1729/1987, όπως αντικατ. με το άρθρο 10 του ν.2161/1993 και ήδη κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ.1 α ΚΝΝ (ν. 3459/2006), τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή 2.900 ευρώ μέχρι 290.000 ευρώ, όποιος, πλην άλλων, διαμετακομίζει ναρκωτικές ουσίες. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, διαμετακόμιση σημαίνει η διέλευση μέσω της Ελλάδος των ναρκωτικών, που εκκινούν από μία άλλη χώρα και προορίζονται να καταλήξουν μέσω της Ελλάδος σε άλλη τρίτη χώρα, όντος αδιαφόρου, αν η κρίσιμη διέλευση γίνεται μέσω των ελληνικών χωρικών υδάτων, μέσω τελωνειακά ελεύθερων ζωνών ή σε συνθήκες transit. Κατ'άρθρο δε 5 παρ.2 του ΠΚ, πλοία ή αεροσκάφη ελληνικά θεωρούνται έδαφος της επικράτειας οπουδήποτε και αν βρίσκονται, εκτός αν σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο υπόκεινται σε αλλοδαπό νόμο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως εκείνες που απορρίπτουν υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης και διεξαγωγής αποδείξεων, επίσης και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού, όπως είναι ο ισχυρισμός περί καταστάσεως ανάγκης και περί πραγματικής πλάνης του κατηγορουμένου. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: ο κατηγορούμενος Χ τέλεσε τις πράξεις: 1) της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών και 2) της έκθεσης πλοίου σε κίνδυνο λαθρεμπορίας κατά τα εκ το διατακτικό της παρούσης αποφάσεως αναλυτικώς αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (7 και 8-6-2001) ήταν πλοίαρχος του Ε/Γ πλοίου "A..." Ν.Π. ... . Με την ιδιότητά του αυτή κατά τον ανωτέρω χρόνο με το εν λόγω πλοίο πραγματοποίησε δρομολόγιο από το λιμάνι του ... στο ... . Με αυτό, εκτός των άλλων, μετέφερε ποσότητα ηρωίνης βάρους δέκα κιλών και τριακοσίων πενήντα εννέα (10.359) γραμμαρίων, συσκευασμένη σε είκοσι πακέτα. Επίσης μετέφερε και ποσότητα κοκαΐνης 158,3 γραμμαρίων. Τις ποσότητες αυτές των ναρκωτικών ουσιών τις είχε τοποθετήσει στο αυτοκίνητό του, το οποίο συνήθως έπαιρνε μαζί του με το πλοίο στην ... για τις εκεί μετακινήσεις του. Όταν έφθασε εκεί το πλοίο, ο κατηγορούμενος-πλοίαρχος εξήλθε του πλοίου με το αυτοκίνητό του και αφού διήνυσε απόσταση μερικών χιλιομέτρων από το λιμάνι του ... σταμάτησε και προσπάθησε να παραδώσει τα ναρκωτικά σε πρόσωπα με τα οποία είχε σχετικώς συμφωνήσει προηγουμένως. Όμως οι κινήσεις του έγιναν αντιληπτές από Ιταλούς αστυνομικούς, οι οποίοι τον παρακολουθούσαν από την έξοδό του από το πλοίο και μέσα. Οι εν λόγω αστυνομικοί διενήργησαν έλεγχο στο αυτοκίνητό του και βρήκαν τα ανωτέρω ναρκωτικά, οπότε αμέσως τον συνέλαβαν. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κηρύχτηκε ένοχος αμετακλήτως για την πρώτη πράξη με βάση τις ανωτέρω αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων, που αναγνώστηκαν, και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 ετών και σε χρηματική ποινή 44.000 ευρώ. Όλα τα παραπάνω και δη: η τέλεση των προαναφερομένων πράξεων επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από όλα τα αναγνωσμένα έγγραφα. Ειδικά από τις ανωτέρω αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων πιστοποιείται ότι η διάπραξη από τον κατηγορούμενο της πρώτης πράξης δηλαδή της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών, την οποία μάλιστα συνομολόγησε ενώπιον του Εφετείου Μπάρι Ιταλίας. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα επιβεβαιώνεται η τέλεση και της δεύτερης πράξης της έκθεσης πλοίου σε κίνδυνο με διενέργεια λαθρεμπορίου (άρθρα 297 § 1 και 2 Π.Κ.), σύμφωνα με τα ανωτέρω και εις το διατακτικό αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Αυτό γιατί αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος, εισήγαγε στο ανωτέρω πλοίο με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο ναρκωτικές ουσίες για να τις μεταφέρει στην ... και να τις παραδώσει στα ανωτέρω πρόσωπα, κατά τη σχετική τους συμφωνία. Η πράξη του αυτή είναι προφανές ότι μπορούσε να προκαλέσει τον κίνδυνο κατάσχεσης του πλοίου σε ενδεχόμενο έλεγχο από τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους, όπως και τελικά έγινε. Στην πράξη του αυτή προέβη από δόλο, αφού ο ίδιος εισήγαγε τις ναρκωτικές ουσίες στο πλοίο με το ανωτέρω αυτοκίνητο του και συνεπώς γνώριζε την εισαγωγή των ανωτέρω ουσιών στο πλοίο και ότι υπήρχε κίνδυνος κατάσχεσής του από τους ανωτέρω υπαλλήλους σε ενδεχόμενη έρευνα του πλοίου. Παρά ταύτα προέβη στις ανωτέρω πράξεις του με σκοπό να αποκομίσει τα οφέλη από τη παράνομη αυτή δοσοληψία που είχε συμφωνήσει με τα ανωτέρω πρόσωπα, τα οποία θα παρελάμβαναν τις ως άνω σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να μεταφέρει τα ναρκωτικά υπό το βάρος απειλών για τη ζωή του ίδιου και της κόρης του και συνεπώς υφίστατο γι' αυτόν (κατηγορούμενο) κατάσταση ανάγκης, η οποία αποκλείει τον καταλογισμό της πράξης του. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχτηκε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα. Αντίθετα από τα ίδια μέσα αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε, χωρίς να απειληθεί από κανένα πρόσωπο, προέβη δε στις ως άνω πράξεις αυτοβούλως και σύμφωνα με τη σχετική συμφωνία με τα πρόσωπα εκείνα που τον ανέμεναν στο ... . Πρέπει να επισημανθεί ότι το μη βάσιμο του ισχυρισμού του επιβεβαιώνεται και από τις ανωτέρω αποφάσεις του Ιταλικού δικαστηρίου, αφού στο μεν πρωτοβάθμιο δικαστήριο προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός του κατ/νου και απορρίφθηκε, στο δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο εν λόγω ισχυρισμός αποσύρθηκε από τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος προέβαλε επίσης τον ισχυρισμό ότι δεν γνώριζε "την ιδιότητα των μεταφερόμενων ουσιών ως ναρκωτικών", γιατί τις συσκευασίες τις τοποθέτησαν άγνωστα πρόσωπα στο αυτοκίνητο του, ενώ ο ίδιος βρισκόταν υπό την απειλή όπλου και συνεπώς οι ως άνω πράξεις του δεν πρέπει να του καταλογιστούν, λόγω πραγματικής πλάνης. Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην τοποθέτηση των ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του για να τα μεταφέρει στην ... και να τα παραδώσει σε πρόσωπα, με τα οποία είχε συμφωνήσει προηγουμένως, προκειμένου να προωθηθούν στο εμπόριο. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ζητεί την αναβολή της δίκης προκειμένου να διεξαχθούν αποδείξεις και να προσκομισθεί το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από τις Ιταλικές διοικητικές και δικαστικές αρχές. Το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν συντρέχει κάποιος λόγος προς τούτο, ενόψει των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία με πληρότητα αποδείχτηκε η από τον κατηγορούμενο τέλεση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, αφού απορριφθούν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορούμενου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2α του Π.Κ., που του είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως, καθώς και του άρθρου 84 παρ. 2ε' Π.Κ., όπως ζητά ο κατηγορούμενος, αφού προέκυψε ότι συμπεριφέρθηκε καλά, μέσα στην κοινωνία, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τέλος το αίτημα του κατ/νου να του χορηγηθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2β του Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας του".
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης για δικαστική συνδρομή και ως αβάσιμους κατ'ουσίαν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, περί δεδικασμένου, περί καταστάσεως ανάγκης και περί πραγματικής πλάνης, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, με συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α και ε του ΠΚ, εισαγωγής σε Ελληνικό πλοίο και διαμετακόμισης, μέσω αυτού από ... στο ..., της ναρκωτικής ουσίας 10.359 γραμμ. ηρωΐνης και 158,3 γραμμ. κοκαΐνης και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως επτά ετών και έξι μηνών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ.2, 8 εδ. θ, 26 παρ. 1 εδ. α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 297 παρ. 1, 2 ΠΚ και των άρθρων 4 παρ. 1, 3 - Πιν. Α5, Β αρ.3, 5 παρ. 1 εδ. α του ν.1729/1987, όπως τα άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πιν. Α5, Β3, 5 παρ. 1 περ. α, παρ. 2 του ν. 1729/1987 αντικ. με άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και ήδη κωδικοποιήθηκαν με ν. 3459/2006 (20 παρ.1 α ΚΝΝ), τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των άνω εγκλημάτων, ήτοι ότι με πρόθεση με σκοπό το κέρδος, εισήγαγε, με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο, στο λιμάνι του ..., μέσα σε Ελληνικό πλοίο, του οποίου ήταν ο ίδιος Πλοίαρχος, και διαμετακόμισε στο λιμάνι του ... δια του πλοίου αυτού 10.359 γραμμ. ηρωΐνης και 158,3 γραμμ. κοκαΐνης, ναρκωτικά τα οποία βρέθηκαν μέσα στο αυτοκίνητό του, μετά μερικά χιλιόμετρα που είχε διανύσει ο ίδιος μετά την αποβίβαση από το πλοίο και αναχώρηση από το άνω λιμάνι του ..., τα οποία και είχε σκοπό να παραδώσει σε εκεί (στην ...) εμπόρους ναρκωτικών, βάσει συμφωνίας τους, β) δεν υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις στο αιτιολογικό και στο διατακτικό, γ) επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί καταστάσεως ανάγκης, λόγω απειλών και εκβίασης, και περί πραγματικής πλάνης και αγνοίας δήθεν αυτού της ιδιότητας των σε 20 συσκευασίες μεταφερομένων ως άνω ναρκωτικών ουσιών, ισχυρισμός που είχε απορριφθεί και από το Ιταλικό Δικαστήριο, αντικρουομένων πλήρως και με εκτεταμένη επιχειρηματολογία των περί του αντιθέτου ισχυρισμών, αφού συνεκτιμήθηκαν, όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά επικληθέντα και προσαχθέντα υπό του κατηγορουμένου και αναγνωσθέντα έγγραφα, δ) επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης προκειμένου να διεξαχθούν νέες αποδείξεις και να προσκομισθεί με δικαστική συνδρομή το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από τις Ιταλικές ανακριτικές - δικαστικές Αρχές, αφού ήδη αναγνώσθηκαν συναφώς για την ιδία αξιόποινη πράξη, οι προαναφερθείσες αποφάσεις του Εφετείου του Μπάρι και του Αρείου Πάγου της Ιταλίας, ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος συνομολογεί ότι στην Ιταλική δικαιοσύνη, παραιτήθηκε από τους λόγους της εφέσεώς του. Άλλωστε, το θέμα της αναβολής ή μη της δίκης ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, γιαυτό και από την παραπάνω αιτιολογημένη απόρριψη του ρηθέντος περί αναβολής αιτήματος του αναιρεσείοντος για διεξαγωγή αποδείξεων, δεν παραβιάσθηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που προβλέπει την αρχή της δίκαιης δίκης, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Εξάλλου, και η συναφής αιτίαση, ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ψευδώς ερμήνευσε την υπερνομοθετικού περιεχομένου ως άνω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, γιατί κατέστησε τη θέση του μειονεκτική και του στέρησε, με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και την καταδικαστική του απόφαση, κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, είναι επίσης απαράδεκτη, γιατί οι διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεν έχουν ουσιαστικό ποινικό περιεχόμενο, ενώ και η παράβασή τους καθ' εαυτή, δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως.
Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ σχετικοί πρώτος και δεύτερος του κυρίως δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων λόγων, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, σε σχέση με τα εν λόγω αδικήματα και τους απορριφθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του, περί αναβολής για διεξαγωγή αποδείξεων, περί πραγματικής πλάνης και περί καταστάσεως ανάγκης, που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους προσθέτους λόγους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τις πράξεις αυτές, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της δίκης και το κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι και σε αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή, εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τα οποία όλα, χωρίς αντίρρηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου, αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονται και τα με αύξοντες αριθμούς 4, 5, 7 εξής τρία: "4. Αντίγραφο επίσημης μετάφρασης της 2629/02 R.G. απόφασης του Εφετείου του Μπάρι (1ο Ποινικό Τμήμα). 5. Αντίγραφο επίσημης μετάφρασης της 430/03 RS αριθμός 2629/02 R.G. απόφασης του Εφετείου του Μπάρι. 7 Αντίγραφο επίσημης μετάφρασης της με αριθ. απόφασης 430/03 αρ. Γεν. Πρωτ. 2629/02 του Εφετείου του Μπάρι". Με την πιο πάνω αναφορά των τριών εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, ή τα πρόσωπα στα οποία αφορούν, αφού αυτά τα τρία έγγραφα, συνιστούν ένα και το αυτό έγγραφο, δηλαδή επίσημη μετάφραση αντιγράφου της ιδίας με αριθμό 2629/02 αποφάσεως του Εφετείου του Μπάρι Ιταλίας, ευρισκομένης προφανώς σε τρία αντίγραφα στη δικογραφία, από προσκόμιση του συνηγόρου του κατηγορουμένου και από την Εισαγγελία, μετά από παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Άλλωστε, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, παριστάμενος και εκπροσωπώντας τον αναιρεσείοντα, σαφώς γνώριζε την πλήρη ταυτότητα και το περιεχόμενό τους, αλλά και με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά οπωσδήποτε και τα τρία κατά το περιεχόμενό τους και σε αυτόν, συνεπώς ο τελευταίος, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο και των τριών αυτών αναγνωσθέντων εγγράφων, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άρα, ο σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από τα άρθρα 171 παρ.1 περ. δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΚΠοινΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη κι αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 526 του ιδίου Κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αποκλειστικά στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου και αφορούν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών Δικαστηρίων. Δεν εμποδίζεται, αντίθετα, ποινική δίωξη στην ημεδαπή, από απόφαση αλλοδαπού ποινικού Δικαστηρίου. Εναπόκειται περαιτέρω στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη αναγνώριση των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων. 'Ετσι ορίζεται με το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Κ., ότι η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν, σε περίπτωση που καταδικάστηκε, έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του. Κατά την παράγραφο όμως 2 του ιδίου άρθρου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8 Π.Κ. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι η απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου, με την οποία ο κατηγορούμενος αθωώθηκε αμετάκλητα ή καταδικάστηκε και εξέτισε την ποινή του εμποδίζει νέα δίωξη στην ημεδαπή. Εξαίρεση ισχύει επί καταδικαστικής αλλοδαπής αποφάσεως, αν δεν έχει αποτιθεί ολόκληρη η ποινή, καθώς και για τα εγκλήματα που ορίζει το άρθρο 8 του Π.Κ., στα οποία περιλαμβάνεται (υπό στοιχείο θ') και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων (ουσιών). Για τις περιπτώσεις αυτές δεν εμποδίζεται νέα δίωξη, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 του ιδίου Κώδικα, η αφαίρεση της ποινής που έχει εκτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε τυχόν ακολούθως στην ημεδαπή. Αυτά ισχύουν, βεβαίως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική με άλλα κράτη συμβατική ρύθμιση, η οποία είναι δεσμευτική για τα συμβληθέντα μέρη. Το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997, επιβάλλει την υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Δ.Σ. στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 14 του Δ.Σ. καθιερώνεται η αρχή "ne bis in idem", δηλαδή ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικαστεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας". Η αρχή αυτή καθιερώνεται, ως προστασία ατομικού δικαιώματος και από το άρθρο 4 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 54 - 57 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen, που κυρώθηκε με το ν. 2514/1997. Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και η πρόδηλη έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επιμέρους συμβαλλόμενης χώρας, ήτοι "του ιδίου Κράτους". Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους.
Συνεπώς οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Δ.Σ., διότι με αυτή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλόμενου Κράτους. Όμως η αρχή αυτή (ne bis in idem) είχε προβλεφθεί ήδη από τον ημεδαπό νομοθέτη, με τη διάταξη του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ, που προαναφέρθηκε, επαναλήφθηκε δε και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1705/1987, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικαστεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού". Από τη σαφή διατύπωση και της παραπάνω διατάξεως της ΕΣΔΑ προκύπτει ότι οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις παράγουν δεδικασμένο μόνο στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους στο οποίο εκδόθηκαν (ΑΠ 7/2002 σε Τακτική Ολομέλεια).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen, που έχει συναφθεί μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και έχει κυρωθεί με το ν. 2514/27.6.1997, ορίζεται ότι "όποιος δικάστηκε τελεσίδικα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρο όμως ότι σε περίπτωση καταδίκης η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους που επέβαλε την καταδίκη". Με αυτή τη διάταξη εφαρμόζεται μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών η αρχή "ne bis in idem". Η Ελλάδα, όμως, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 55 της Συμφωνίας, διατύπωσε σαφή επιφύλαξη και δήλωσε, με το άρθρο 3 του κυρωτικού νόμου, που ορίζει: "όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της αλλοδαπής απόφασης, έλαβαν χώρα είτε ενόλω είτε εν μέρει στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας. Όταν τα πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν αντικείμενο της αλλοδαπής αποφάσεως, στοιχειοθετούν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται από την ελληνική ποινική νομοθεσία α) ... η) παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ...", ότι δεν δεσμεύεται από το άρθρο 54 της Σύμβασης συνεπεία της αρχής του δεδικασμένου από τις ποινικές αποφάσεις των Συμβαλλομένων Μερών για ορισμένα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων και το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Εάν όμως γινόταν δεκτό ότι με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου, που κυρώθηκε στις 26.2.1997, οι αλλοδαπές αποφάσεις παράγουν δεδικασμένο, τότε η παραπάνω διατυπωθείσα επιφύλαξη (από 27.6.1997) στο άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen θα ήταν αντίθετη με τη διάταξη της παρ.7 του άρθρου 14 του ευρύτερης εφαρμογής Διεθνούς Συμφώνου και εντεύθεν κενή περιεχομένου. (ΑΠ 887/2001).
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον Έλληνα κατηγορούμενο παραβάσεως ως άνω του ν. 1729/1987 περί ναρκωτικών και του επέβαλε ποινή καθείρξεως επτά ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου να κηρυχθεί, κατ'άρθρο 57 και 370 περ. γ ΚΠοινΔ, απαράδεκτη, η κατ'αυτού ασκηθείσα στην Ελλάδα ποινική δίωξη, λόγω διεθνούς δεδικασμένου, προκύπτοντος από την με αρ. 430/2004 απόφαση του Εφετείου του Μπάρι Ιταλίας, η οποία κατέστη αμετάκλητη με τη με αριθ. 9491/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου της Ιταλίας, που τον καταδίκασε για την ίδια ακριβώς πράξη παραβάσεως του Ιταλικού νόμου περί ναρκωτικών, σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών και χρηματική ποινή 44.000 ευρώ.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, θεώρησε την ποινική δίωξη παραδεκτή και απέρριψε τον περί απαραδέκτου αυτής προβληθέντα ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 57 ΚΠοινΔ, λόγω μη συνδρομής δεδικασμένου, με την παρακάτω αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 57 Κ.Π.Δ., αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 526 ίδιου κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αποκλειστικά στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου και αφορούν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών δικαστηρίων. Δεν εμποδίζεται, αντίθετα ποινική δίωξη στην ημεδαπή από απόφαση αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου. Εναπόκειται περαιτέρω στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη αναγνώριση των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων. Έτσι ορίζεται με το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Κ., ότι η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν, σε περίπτωση που καταδικάστηκε έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του. Κατά την παράγραφο όμως 2 του ίδιου άρθρου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8 Π.Κ. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου με την οποία ο κατηγορούμενος αθωώθηκε αμετάκλητα ή καταδικάστηκε και εξέτισε την ποινή του, εμποδίζει νέα δίωξη στην ημεδαπή. Εξαίρεση ισχύει επί καταδικαστικής αλλοδαπής απόφασης αν δεν έχει αποτιθεί ολόκληρη η ποινή, καθώς και για τα εγκλήματα που ορίζει το άρθρο 8 του Π.Κ., στα οποία περιλαμβάνεται (υπό στοιχ. θ') και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών ουσιών. Για τις περιπτώσεις αυτές δεν εμποδίζεται νέα δίωξη, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 του ίδιου κώδικα η αφαίρεση της ποινής που έχει εκτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε τυχόν ακολούθως στην ημεδαπή. Αυτά ισχύουν, βεβαίως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική με άλλα κράτη συμβατική ρύθμιση, η οποία είναι δεσμευτική για τα συμβληθέντα μέρη [βλ. σχετ. Ολ. ΑΠ 7/2002 ΠΧ ΝΒ (2002) 704]. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος εκθέτει μεταξύ άλλων, ότι καταδικάστηκε αμετάκλητα για την πρώτη πράξη της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών: 1) σε φυλάκιση τεσσάρων ετών, η οποία δεν έχει αποτιθεί εισέτι και σε χρηματική ποινή 44.000,00 ευρώ με την υπ' αριθμό 9491/2004 απόφαση του Ιταλικού Αρείου Πάγου. Παράλληλα ασκήθηκε δεύτερη ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορούμενου για την ίδια ως άνω πράξη από τις ελληνικές δικαστικές αρχές κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 και 8 Π.Κ. Ζητεί στη συνέχεια να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα στην Ελλάδα ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορούμενου και να καταργηθεί η παρούσα δίκη. Με τα δεδομένα αυτά το αίτημα του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, ενόψει και των όσων αναπτύχτηκαν στη μείζονα σκέψη".
Με βάση όμως τις παραδοχές του αυτές και αυτά που αναπτύχθηκαν παραπάνω, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57 ΚΠοινΔ και 8, 9, 10 του ΠΚ, και τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 14 παρ.4, 7 του ν. 2462/1997 περί του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΗΕ (ΔΣΑΠΔ), 4 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 54, 55 του ν. 2514/1997 περί κυρώσεως της Συνθήκης Schengen, οι οποίες ισχύουν στην Ελλάδα, και ορθά αποφάνθηκε ότι οι άνω διατάξεις 8, 9, 10 του ΠΚ, δεν αντίκεινται στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο και δεν επηρεάσθηκαν από την ως άνω διάταξη άρθρου 14 παρ.7 του ΔΣΑΠΔ, τις διατάξεις του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τις διατάξεις της Συμβάσεως Εφαρμογής της Συνθήκης Schengen και ορθά και σύννομα, λόγω της μη καταργηθείσας επιφυλάξεως της Ελλάδος, του άρθρου 55 του ν. 2514/1997, προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της κρινόμενης υποθέσεως παραβάσεως του ν. 1729/1987 περί ναρκωτικών, τελεσθείσας της διαμετακομίσεως υπ'αυτού με Ελληνικό πλοίο, του οποίου ήταν πλοίαρχος, από το ... της ... στο ... της ..., κατ'άρθρο 8 περ. θ ΠΚ και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τις προβληθείσες ενστάσεις και ισχυρισμούς του κατηγορουμένου να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα στην Ελλάδα σε βάρος του ποινική δίωξη, λόγω συνδρομής διεθνούς και ευρωπαϊκού δεδικασμένου. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Στ' ΚΠοινΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-10-2008 αίτηση-δήλωση του Χ και τους προσθέτους από 12-2-2009 λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 288, 288α/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ