Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1619 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Μαστροπεία.




Περίληψη:
Μαστροπεία από κοινού κατά συρροή και κατ' επάγγελμα, κερδοσκοπία. Μαστροπεία - έννοια (ΑΠ 561/2008). 1) Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για κατά παράβαση του άρθρου 363 παρ. 1 ΚΠΔ ανάγνωση προανακριτικών καταθέσεων μάρτυρος, παρά την δηλωθείσα αντίρρηση των κατηγορουμένων και αναιτιολόγητη παραδοχή του ανέφικτου εμφανίσεως της μάρτυρος. 2) Αβάσιμοι ουσία οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 3) Αβάσιμος ουσία ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της απορρίψεως του υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρ. 84 παρ. 2 ε ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1619/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καλονόμο, περί αναιρέσεως της 2060/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.

Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Ιανουαρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 210/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, κατά την οποία ορίζεται, "στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία ", προκύπτει, ότι, ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, προκαλείται, όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται επίσης, αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί ή ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην ανάγνωση της καταθέσεως του απολιπόμενου μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει αιτιολογημένα την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 333 του ΚΠοινΔ και από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και του άρθρου 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (ν. 2462/1997), να εξετάζει τους μάρτυρες στο ακροατήριο και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, εφόσον βεβαιώσει στην απόφασή του την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα στο ακροατήριό του, έστω και αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί σχετικά. Η εναντίωση αυτή του κατηγορουμένου αποτελεί περιστατικό, το οποίο εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 2 ΚΠοινΔ και μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη, αν εμποδίζει την εξακρίβωση της αλήθειας. Τούτο ισχύει ιδίως, όταν ο μάρτυρας έχει αποβιώσει ή είναι αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής η ανεύρεσή του ή η εμφάνισή του στο ακροατήριο και η κατάθεση αυτού, που λήφθηκε στην προδικασία είναι εντελώς αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Διαφορετικά η εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ανάγνωση τέτοιας καταθέσεως, αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της ΕΣΔΑ, διότι απολήγει στην παρεμπόδιση διεξαγωγής δίκαιης και ουσιαστικής δίκης. (ΑΠ 371/2007, 1395/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης ανέγνωσε και έλαβε υπόψη, για την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεώς του, τις από 24-9-2001 και 25-9-2001 δύο ένορκες καταθέσεις, που είχε δώσει κατά την προανάκριση η μάρτυρας κατηγορίας ΑΑ, παρά τη ρητή εναντίωση των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, με την εξής αιτιολογία σχετικής παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του (βλ. σελ. 6) :
"Εν προκειμένω, η κληθείσα ως μάρτυρας ΑΑ δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1346/11-9-2008 παρεμπίπτουσα απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και κατόπιν της εξετάσεως στο ακροατήριό του μάρτυρα ΒΒ, ο οποίος επί λέξει είχε καταθέσει ότι "έχω δει την ΑΑ πριν δυο μήνες, ζει εδώ στην Κρήτη και συγκεκριμένα στον ...", αναβλήθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως για τη σημερινή δικάσιμο, προκειμένου να κλητευθεί η παραπάνω αλλοδαπή ως μάρτυρας. Από το από 15-10-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ..., προκύπτει ότι αυτός μετέβη στον ..., όπου, όπως αναφέρει, κατοικεί η εν λόγω μάρτυρας και θυροκόλλησε με την παρουσία του αστυφύλακα ... σχετική κλήση για εμφάνιση της στη δίκη. Όμως, δεδομένου ότι ο ... είναι μία ευρύτερη περιοχή όπου υπάρχουν ξενοδοχεία, κατοικίες κ.λ.π, ουδόλως προσδιορίζεται στο αποδεικτικό επιδόσεως σε ποια διεύθυνση ή έστω σε ποιο συγκεκριμένο σημείο της περιοχής ... έγινε η θυροκόλληση της κλήσης με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κλήτευση της μάρτυρος. Αλλά ούτε και σε περίπτωση που αναβαλλόμενης και πάλι της εκδίκασης της υποθέσεως, διαταχθεί η εκ νέου κλήτευση της μάρτυρος, όπως φωτούν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, θα καταστεί δυνατή η κλήτευση της, δεδομένου ότι δεν υπάρχει γνωστή ακριβής διεύθυνση αυτής. Εξάλλου, ούτε και η ίδια στις προανακριτικές καταθέσεις της έχει δηλώσει συγκεκριμένη διεύθυνση κατοικίας αλλά μόνο κάτοικος ... . Επομένως, εφόσον είναι άγνωστος ο ακριβής τόπος διαμονής της και ως εκ τούτου αδύνατη η κλήτευση της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 365 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ανακαλούμενης της υπ' αριθμ. 1346/2008 παρεμπίπτουσας απόφασης αυτού του δικαστηρίου, πρέπει το παρόν Δικαστήριο να χωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης και να αναγνώσει τις καταθέσεις της μάρτυρος αυτής που δόθηκαν κατά την προδικασία, δεδομένου ότι η ανάγνωση των καταθέσεων αυτής είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου ουσιώδης για την ανακάλυψη της αληθείας, αφού είναι η μοναδική μάρτυρας κατηγορίας, απορριπτόμενου του αιτήματος των συνηγόρων των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης προκειμένου να κλητευθεί εκ νέου η εν λόγω μάρτυρας και περί μη αναγνώσεως των προανακριτικών καταθέσεων αυτής".
Η παραπάνω αιτιολογία είναι ειδική και επαρκής για την ανάγνωση των εν λόγω καταθέσεων, ήτοι το Εφετείο δέχθηκε κατ' άρθρον 365 παρ.1 α του ΚΠοινΔ, με πλήρη αιτιολογία, ότι η εμφάνιση της ως άνω αλλοδαπής μάρτυρος στο ακροατήριό του ήταν αδύνατη, εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτή, κάτοικος ..., δεν διέμενε σε συγκεκριμένη διεύθυνση της περιοχής ..., όπου είχε δηλώσει ότι διέμενε ο μάρτυρας αστυνομικός ... και όπου αναζητήθηκε με αναβολή προηγούμενη της δίκης και δεν ανευρέθηκε, ενώ η ιδία η μάρτυρας δεν είχε δηλώσει στις προανακριτικές της καταθέσεις προσωρινά κάτοικος σε συγκεκριμένη ακριβή διεύθυνση για να κλητευθεί, άρα έκρινε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα κλητεύσεώς της, θεώρησε δε τούτο (Δικαστήριο) τις ανωτέρω καταθέσεις αυτής εντελώς αναγκαίες, για την εξακρίβωση της αλήθειας. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα από το γεγονός ότι το Εφετείο Κρήτης, αφού απέρριψε τις αντιρρήσεις των κατηγορουμένων, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του τις ανωτέρω ένορκες, κατά την προδικασία, καταθέσεις της παραπάνω μάρτυρος.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' σχετικός λόγος αναιρέσεως των δύο κρινομένων αιτήσεων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρ. 349 παρ.3 εδ. α του ΠΚ, "όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία, προάγει στην πορνεία γυναίκες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή". Η αναφερόμενη διάταξη δεν έχει θιγεί με το αρ. 7 του Ν. 3064/2002 και απλώς προστέθηκε εδ. 2, που προβλέπει την τέλεση της πράξεως από υπάλληλο, ως επιβαρυντική περίσταση. Προαγωγεία στην πορνεία νοείται η καθοιονδήποτε τρόπο (με παροτρύνσεις, πιέσεις, συστάσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (με παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων, άσκηση ψυχολογικής βίας κλπ), παρακίνηση της γυναίκας, που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσας ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας, ενήλικη δηλαδή ή και ανήλικη. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν περισσότερες γυναίκες θύματα (ούτε από τη χρήση του όρου "γυναίκες" προκύπτει το αντίθετο), ούτε επίσης η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών ή ανήλικη. Είναι όμως αναγκαίο, να μην είναι αυτή ήδη πόρνη, υπό την έννοια που αναφέρεται παρακάτω. Η άποψη ότι αρκεί και η παρακίνηση της ήδη εταιριζόμενης γυναίκας, να συνεχίσει τη δραστηριότητά της αυτή, δεν έχει επικρατήσει. Στοιχείο επομένως του εγκλήματος της μαστροπείας είναι, η προαγωγεία στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε περισσότερα πρόσωπα άνευ εκλογής, για σαρκική επαφή, έναντι χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγεία στην πορνεία, πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία ή και από τα δύο αυτά. Κατ' επάγγελμα άσκηση της μαστροπείας υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για τον πορισμό εισοδήματος, αρκεί δε το όφελος του δράστη και από μία μόνο γυναίκα, ενώ από κερδοσκοπία άσκηση υπάρχει όταν ο δράστης ενεργεί με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού ωφελήματος ή ενός αθέμιτου κέρδους, θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξάρτητα από την επίτευξή του. Δεν απαιτείται η απόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο παρέχεται έναντι αμοιβής η σαρκική ηδονή, ούτε δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή τελέσεως της παραπάνω πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία σωρευτικά. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Ιδιαίτερα πρέπει να αιτιολογείται όπως πιο πάνω και η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι η μεταβολή της κατηγορίας και το αίτημα για την αναγνώριση κάποιας από τις ενδεικτικά στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ αναφερόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, όταν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω:
"Επειδή, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος των κατηγορουμένων, Χ1, Χ2 και Χ3, στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 14 Αυγούστου έως 24 Σεπτεμβρίου 2001, από κοινού με πρόθεση, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, προήγαγαν στη πορνεία γυναίκες. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος Χ3 έχοντας γνωρίσει στο ... την Βουλγαρικής υπηκοότητας ΑΑ, την έπεισε να έλθει στην Ελλάδα την 10-8-2001 και στη συνέχεια την οδήγησε στο κέντρο διασκέδασης "...", ιδιοκτησίας τυπικά του πρώτου κατηγορουμένου ΓΓ, στην πραγματικότητα όμως του τρίτου κατηγορουμένου, αδελφού του, Χ2, στο οποίο εργαζόταν και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1. Εκεί, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, την προήγαγε στην πορνεία, μαζί με, άλλες επτά εργαζόμενες, ως σερβιτόρες-χορεύτριες, αλλοδαπές, υπηκοότητας Ρωσικής, Βουλγαρικής και Ρουμανικής, μεταξύ των οποίων και η ΔΔ (τα στοιχεία των υπολοίπων δεν εξακριβώθηκαν, τούτο όμως δεν είναι αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος βλ. ΑΠ 1013/2005 Π.Χρ. 2006, 124), οι οποίες, όπως και η ΑΑ δεν είχαν ακόμα πορνευθεί, παροτρύνοντας και εξωθώντας αυτές με κάθε τρόπο να παρέχουν σαρκικές ηδονές σε τρίτους πελάτες του καταστήματος, αντί χρηματικής αμοιβής 20.000 δραχμών, είτε εντός δωματίων που υπήρχαν πίσω από αυτό, είτε μεταφερόμενες με Ι.Χ. αυτοκίνητο σε άλλους χώρους. Τα ποσά δε αυτά τα εισέπρατταν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, αποδίδοντας στις αλλοδαπές 5.000 δραχμές, αποκομίζοντας έτσι αθέμιτο κέρδος. Τα παραπάνω προκύπτουν με σαφήνεια από τις από 24-9-2001 και 25-9-2001 ληφθείσες κατά την προανάκριση καταθέσεις που επιτρεπτά αναγνώσθηκαν, της προαναφερθείσας ΑΑ, η οποία όπως κατέθεσε εργάσθηκε ως σερβιτόρα στο κατάστημα "..." από 14-8-2009 έως 23-9-2001 με αμοιβή 1.000 δραχμών που της κατέβαλε ο Χ2 και ο ίδιος ανάλογα με τις "βίζιτες" που έκανε με πελάτες του καταστήματος της απέδιδε 5.000 δραχμές για κάθε μία, ότι αυτός την εξανάγκαζε να κάνει καθημερινά 2-3 "βίζιτες", ότι στο κατάστημα αυτό την οδήγησε ο κατηγορούμενος Χ3 ο οποίος της έστειλε χρήματα για να έλθει στην Ελλάδα, ότι όλες οι βράδυνες συνευρέσεις γίνονταν από την ίδια όσο και από τις άλλες αλλοδαπές στα δωμάτια πίσω από το μπαρ και τέλος ότι ο κατηγορούμενος Χ1 που εργαζόταν ως σωματοφύλακας στο κατάστημα τις μετέφερε με το Ι.Χ. αυτοκίνητο του, μάρκας FORD ESCORD, χρώματος πράσινου, σε πελάτες. Τα παραπάνω ενισχύονται και από το κατασχεθέν κατά την προανάκριση και ανευρεθέν σε δωμάτιο του καταστήματος όπου διέμεναν οι αλλοδαπές, τετραδίου στο εξώφυλλο του οποίου αναγράφεται "VRABIE ANNA VASILE COCORAS" και στις σελίδες του οποίου (2, 3, 4) αναγράφεται κατάσταση με ημερομηνίες, η λέξη "visite" με αριθμούς και η λέξη "suma" με χρηματικά ποσά. Τέλος όλοι οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι ενήργησαν κατά τα ανωτέρω, κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, ήτοι κατ' επανάληψη και απέβλεπαν στον πορισμό εισοδήματος. Επομένως οι κατηγορούμενοι αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ως άνω πράξεως κατά συρροή. Αντίθετα δημιουργήθηκαν αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το εάν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη αυτή, δεδομένου ότι όσον αφορά τον πρώτο, αυτός τυπικά ήταν μόνο ιδιοκτήτης του κέντρου "...", ενώ στην πραγματικότητα το εκμεταλλευόταν ο αδελφός του, τρίτος κατηγορούμενος η ίδια δε η αλλοδαπή ΑΑ στις προανακριτικές καταθέσεις της αναφέρει ότι δεν τον είχε δει στο κατάστημα, όσον δε αφορά τον τέταρτο και έκτο, δεν προέκυψε σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι προήγαγαν στην πορνεία τις εν λόγω αλλοδαπές, αφού όπως προέκυψε αυτοί εργάζονταν περιστασιακά στο μπαρ του καταστήματος. Επομένως οι κατηγορούμενοι αυτοί πρέπει να κηρυχθούν αθώοι της παραπάνω πράξεως. Επίσης όλοι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων της σωματεμπορίας κατά συναυτουργία και της παράνομης κατακράτησης αφού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε η χρήση από τους κατηγορουμένους απατηλών μέσων και απειλών καθώς και επιβολή εξουσίας προκειμένου να εκδίδονται οι αλλοδαπές γυναίκες, ενώ, όπως προέκυψε, αυτές διέμεναν σε διαμέρισμα στον ..., με ελευθερία κινήσεων.
Το αίτημα δε του κατηγορουμένου Χ1, να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά ήτοι ότι "είναι παιδί πολύτεκνης οικογένειας και εργάζεται από παιδική ηλικία (το οποίο ανάγεται στο παρελθόν) και ότι διατηρεί ποίμνιο με το οποίο προσπαθεί να επιβιώσει", δεν αρκούν να στοιχειοθετήσουν καλή συμπεριφορά του μετά την πράξη, το δε επικαλούμενο από αυτόν ότι επί έξι έτη δεν έχει απασχολήσει τις αρχές, συνιστά απλώς παθητική συμπεριφορά αυτού, η οποία όμως δεν αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού (ΑΠ 260/1991 Υπερ. 1991.623)".
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε ως άνω ότι η μαστροπεία τελέστηκε κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία με επανειλημμένη τέλεση, ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της μαστροπείας κατά συναυτουργία και συρροή, απέρριψε ως αβάσιμους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, για αναγνώριση στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α και ε του ΠΚ, κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους, για διάπραξη πλημμελημάτων μαστροπείας κατά συναυτουργία και κατά συρροή, οκτώ αλλοδαπών γυναικών, κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία και επέβαλε σε αυτούς συνολική ποινή φυλακίσεως 60 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 550 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α, στ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,45, 83, 84 παρ.2, 94 παρ.1, 349 παρ.3 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται, α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται, κατά τις σε αυτή αναφερόμενες διακρίσεις, η εκ μέρους των κατηγορουμένων, διάπραξη μαστροπειών με καταμερισμό εργασιών, η μαστροπεία και δη η προαγωγή σε πορνεία των οκτώ τον αριθμό αλλοδαπών γυναικών, που απασχολούντο ως σερβιτόρες - χορεύτριες στο κέντρο διασκεδάσεως - μπαρ "..." στο ..., ιδιοκτησίας ουσιαστικά του από αυτούς Χ2 και σε γνώση και με οργάνωση των τριών συγκαταδικασθέντων, η συνεύρεση μετ' ανδρών πελατών σε σαρκική συνάφεια με αμοιβή 20.000 δραχμών, είτε σε ιδιαίτερα δωμάτια του άνω κέντρου, είτε σε άλλους χώρους μεταφερόμενες με ΙΧΕ αυτοκίνητο από τον Χ2 ο οποίος εργαζόταν και ως σωματοφύλακας στο κέντρο, ενώ δεν ήταν προηγούμενα πόρνες, βρισκόμενες υπό τον έλεγχο και την καθοδήγηση των κατηγορουμένων που ελάμβαναν το μεγαλύτερο ποσοστό του ποσού της αμοιβής για κάθε σαρκική συνάφεια αυτών με πελάτες (15.000 δραχμές) και ότι οι άνω γυναίκες, προερχόμενες από τις ανατολικές χώρες, πρώτη φορά μετέρχονταν την πορνεία. Επίσης αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο τις προήγαγον σε πορνεία, ότι αυτό γινόταν κατ' επανάληψη και ότι απέβλεπαν οι κατηγορούμενοι στον πορισμό εισοδήματος, αναφέρεται η υποδομή που είχαν δημιουργήσει οι κατηγορούμενοι ως παραπάνω, (κατάστημα - κέντρο διασκεδάσεως για ανεύρεση πελατών, ειδικοί χώροι για σαρκική συνάφεια πίσω από το κέντρο, οκτώ νεαρές αλλοδαπές γυναίκες, σύστημα προμήθειας αλλοδαπών γυναικών, τήρηση των λογαριασμών σε κατασχεθέν τετράδιο), ήτοι αιτιολογείται επαρκώς και η άσκηση κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία της μαστροπείας των οκτώ νεαρών αλλοδαπών γυναικών, εκδιδομένων, με πολλούς άνδρες πελάτες, επί 2-3 φορές την ημέρα η καθεμία, με την ως άνω υποδομή και την επανειλημμένη τέλεση, περιστατικά από τα οποία σαφώς προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, με τη μεταξύ τους διανομή των υψηλών αυτών κερδών, αιτιολογείται επαρκώς ο κοινός δόλος και οι συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, των συναυτουργών καταστηματάρχη - σερβιτόρων κατηγορουμένων, β) αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή ως παραπάνω της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της μαστροπείας του άρθρου 349 παρ.1,3 ΠΚ, γ) αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δε συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου Χ1, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε του ΠΚ και το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη ως ανωτέρω αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, δ) δεν προκύπτει καμία ασάφεια ως προς τον τόπο που εγένοντο οι συνευρέσεις των εκδιδομένων γυναικών με τους πελάτες τους, δεχθέν το Δικαστήριο ότι εγένοντο αυτές είτε σε ειδικά δωμάτια πίσω από το κέντρο διασκεδάσεως, είτε και αλλού, σε άλλους χώρους που τις μετέφερε ο κατηγορούμενος Χ1 με ΙΧΕ αυτοκίνητο.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες κατ'ουσίαν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις με αριθ. εκθ. 1/ 21-1-2009 και 2/21-1-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της με αριθμό 2060/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει τους άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή