Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 144 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια από υπόχρεο. Έννοια. Στοιχεία. Πότε τελείται με παράλειψη. Έννοια και προϋποθέσεις ευθύνης κατ' άρθρο 15 ΠΚ (ΑΠ 260/2009 και 102/2009). Έλλειψη αιτιολογίας. Πότε. Τι πρέπει να περιλαμβάνει σε περίπτωση συνδρομής των όρων του άρθρου 15 ΠΚ (ΑΠ 1914/2008, ΑΠ 221/2008). Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή. Εκ πλαγίου παράβαση. Έννοια (ΑΠ 250/2009, ΑΠ 2357/2009). Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από άρθρο 510 § 1 Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ.




ΑΡΙΘΜΟΣ 144/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη, περί αναιρέσεως της 1391/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Μαΐου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 809/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι με αριθμούς εκθέσεως 29 και ... εκθέσεις αναιρέσεως των Χ2 και Χ, αντίστοιχα, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1,3, 474, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 α ΚΠΔ), είναι ταυτόσημες και στρέφονται κατά της αυτής 1391/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν από απόψεως ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων τους, οι οποίοι ταυτίζονται απολύτως.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 28 του ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ` αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε, υπό τις ίδιες περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας (ή κατά περίπτωση της σωματικής βλάβης) από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Σε περίπτωση που δέχεται το δικαστήριο συνδρομή των όρων του άρθρου 15 πρέπει να αιτιολογείται η νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια με την οποία θα αποτρεπόταν το αξιόποινο αποτέλεσμα και να αναφέρεται από πού απορρέει η υποχρέωση αυτή και αν είναι ο νόμος να παρατίθεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι, πτυχιούχοι μηχανολόγοι, ορίστηκαν από τον Πρόεδρο της εδρεύουσας επί της ..., στο 5ο χιλιόμετρο της Γεωργικής Σχολής ..., ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία Β, με αντικείμενο την κατασκευή κεραμικών πλακιδίων, Ζ, ως τεχνικοί ασφαλείας και υπεύθυνοι προϊστάμενοι κατασκευών της ανωτέρω εταιρίας. Στις 9.4.2003 ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέθεσε στον Ξ, ο οποίος εργάζετο στην ανωτέρω εταιρία από τις 15.10.2002, ως εργάτης συντήρησης κτιρίων, τον καθαρισμό των δύο μεταλλικών παταριών, που βρίσκονται στο εσωτερικό του εργοστασίου της ως άνω εταιρίας, των οποίων ήδη είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή. Την ίδια ημέρα στο εξωτερικό πατάρι του εργοστασίου, που ευρίσκετο πάνω στη στέγη αυτού, πραγματοποιούσε εργασίες αποπερατώσεως ο Ψ, ο οποίος για τις ανάγκες αυτής (αποπερατώσεως) είχε μεταβεί στο μηχανουργείο του εργοστασίου, προκειμένου να μεταφέρει τα προστατευτικά κιγκλιδώματα, που θα τοποθετούσε σ' αυτό (πατάρι). Η στέγη στο σημείο του εξωτερικού παταριού είναι κεκλιμένη και κατασκευασμένη από πλάκες αμιαντολαμαρίνας σε τακτά δε διαστήματα αντί αμιαντολαμαρίνας είναι κατασκευασμένη με διαφώτιστα υλικά ανεπαρκούς αντοχής και συγκεκριμένα από διαφώτιστα κομμάτια πλέξι γκλας, διαστάσεων 1X0,60 μέτρων. Η πρόσβαση στο εξωτερικό πατάρι γινόταν από το πρώτο εσωτερικό πατάρι με μια μικρή σκάλα και μέσω ενός ανοίγματος που είχε γίνει για το σκοπό αυτό. Κατά τη στιγμή της απουσίας του ανωτέρω εργαζόμενου,Ψ, ο προαναφερόμενος εργάτης, Ξ, πέρασε από το εσωτερικό πατάρι στο εξωτερικό, διά μέσου της ανωτέρω σκάλας και στη συνέχεια κινήθηκε προς το άκρο του (εξωτερικού) παταριού και πάτησε πάνω στην επιφάνεια της στέγης, η οποία, στο σημείο εκείνο ήταν κατασκευασμένη από υλικά ανεπαρκούς αντοχής (πλέξι γκλάς), όπως προαναφέρθηκε, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει η στέγη στο σημείο εκείνο, με περαιτέρω συνέπεια ο ως άνω εργάτης να καταπέσει από ύψος περίπου 6,80 μέτρων στο δάπεδο από μπετόν και να υποστεί κακώσεις κρανίου και θώρακος, συνεπεία των οποίων προκλήθηκε εσωτερική αιμορραγία από την οποία ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατος του, λίγες ώρες μετά τον τραυματισμό του. Ο θανάσιμος τραυματισμός του ανωτέρω, ανεξάρτητα από την αμέλεια του ιδίου, οφείλεται και σε αμέλεια των κατηγορουμένων, δηλαδή αυτοί από έλλειψη της προσοχής που μπορούσαν και όφειλαν να καταβάλουν, λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητας τους, δεν προέβλεψαν το ανωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα (θάνατο του ανωτέρω εργάτη) και ειδικότερα αυτοί, υπό την προαναφερόμενοι ιδιότητα τους, ενώ η στέγη του εργοστασίου ήταν κατασκευασμένη, σε τακτά διαστήματα, όπως προαναφέρθηκε, από εύθραυστα υλικά και γνώριζαν ότι εκτελούνται εργασίες επ' αυτής και συγκεκριμένα στο εξωτερικό πατάρι του εργοστασίου και ότι η πρόσβαση προς αυτό γινόταν από το εσωτερικό πατάρι, μέσω ενός μικρού ανοίγματος και ως εκ τούτου έπρεπε να υπάρχει, είτε κάποια πόρτα στο άνοιγμα που να εμπόδιζε την έξοδο προς τη στέγη, είτε κάποια σήμανση, η οποία να δήλωνε την απαγόρευση εξόδου, αλλά και την επικινδυνότητα του χώρου, διότι υπήρχε κίνδυνος πτώσης στους εργαζομένους, που δεν είχαν εξουσιοδότηση στη ζώνη αυτή, παρέλειψαν, κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ 1 εδάφ. α και β του Π.Δ. 1568/1985, να αναφέρουν στον εργοδότη (Πρόεδρο της ως άνω εταιρίας) και να του επισημάνουν την παράλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας, ούτε μερίμνησαν για την λήψη των εν λόγω μέτρων ασφαλείας και έτσι αμελώς φερόμενοι έγιναν υπαίτιου του ενδίκου ατυχήματος. Ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης της οφειλόμενης ενέργειας αυτών (κατηγορουμένων) και του δυσμενούς αποτελέσματος του θανάτου του εργαζομένου, αφού αυτός με δική του πρωτοβουλία εξήλθε του χώρου εργασίας του, κρίνεται αβάσιμος, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας του θύματος στο θανάσιμο τραυματισμό του. ’λλωστε, το γεγονός ότι κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν εργαζόταν ο ως άνω θανών στο εξωτερικό πατάρι δεν αίρει την αμέλεια αυτών. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη στοιχειοθετείται σε βάρος των κατηγορουμένων η νομοτυπική μορφή της αποδιδόμενης σ' αυτούς σχετικής κατηγορίας, αφού επέδειξαν ασυνείδητη αμέλεια, με το να μην προβλέψουν ότι, με τις προαναφερόμενες παραλείψεις τους, ήταν δυνατή η πτώση του ανωτέρω εργαζομένου με το προαναφερθέν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του, αν και είχαν νομική υποχρέωση να εφαρμόσουν τη σχετική ως άνω διάταξη, ώστε να προστατευθεί αυτός (εργάτης). Επομένως, πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι της ως άνω αξιόποινης πράξης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τους επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία. Ειδικότερα τους κήρυξε ενόχους του ότι: Στη ... την 9-4-2003, ως μηχανολόγοι μηχανικοί τεχνικοί ασφαλείας και υπεύθυνοι οι προϊστάμενοι κατασκευών αντιστοίχως του εργοστασίου κεραμικών πλακιδίων Β έχοντες ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων παρ, 1, 2 παρ. 1, 7 παρ. 1 εδ. α β Ν. 1568/85 από αμέλεια τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα παραλείψεως τους και επέφεραν το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους και ενώ η στέγη του εργοστασίου ήταν κατασκευασμένη και από υλικά ανεπαρκούς αντοχής διαφώτιστα κομμάτια πλέξι γκλας και επί πλέον μη βατή κεκλιμένη και επ' αυτής, επικινδύνου ζώνης εργασίας εκτελούνταν εργασίες και ως εκ τούτου έπρεπε να υπάρχει κάποιο σύστημα, πόρτα, που κλείνει ή σήμανση που θα εμπόδιζε την πρόσβαση στη συγκεκριμένη περιοχή, ενέχουσα κίνδυνο πτώσης στους εργαζομένους που δεν έχουν εξουσιοδότηση στην ζώνη αυτή παρέλειψε την τοποθέτηση τέτοιας πόρτας ή σήμανσης ο πρώτος και οι δεύτερος, και τρίτος παρέλειψαν ν' αναφέρουν στον πρώτο και να του επισημάνουν την παράλειψη του μέτρου αυτού ασφαλείας και να μεριμνήσουν άπαντες για την τοποθέτηση τους, με αποτέλεσμα ένεκα της παραλείψεως τους αυτής ο εργάτης συντήρησης κτιρίων της επιχείρησης Ξ στον οποίο είχε ανατεθεί από τον τρίτο κατηγορούμενο ο καθαρισμός δύο μεταλλικών παταριών η κατασκευή των οποίων μόλις ολοκληρώθηκε ευρισκομένων στο εσωτερικό του εργοστασίου και κάτωθι της στέγης, εξελθών στη στέγη όταν κατασκευάζετο τρίτο εξωτερικό πατάρι και κινηθείς προς το άκρο της εξέδρας (παταριού) και στη συνέχεια πατήσας πάνω σε πλέξι γκλας της στέγης να καταπέσει από ύψος 6,80 μέτρων στο δάπεδο από μπετόν και να υποστεί βαρύτατες κακώσεις κρανίου και θώρακος συνεπεία των οποίων προκλήθηκε μαζική εσωτερική αιμορραγία και επήλθε ο θάνατος του.
Η λέξη "πρώτος" του κατηγορητηρίου αναφέρεται στον πρώτο κατηγορούμενο στην πρωτόδικη δίκη Ζ, πρόεδρο του Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρίας Β, ο οποίος κηρύχθηκε αθώος και από παραδρομή δεν αναφέρθηκε ονομαστικά ο ανωτέρω ούτε η ιδιότητά του, ενώ ως δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι νοούνται οι αναιρεσείοντες. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από ασυνείδητη αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 302 του ΠΚ, σε συνδυασμό με 7 παρ. 1 εδαφ. α και β του ΠΔ 1568/1985, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως θεμελιώνεται η υπό των αναιρεσειόντων τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από ασυνείδητη αμέλεια, που τελέσθηκε με παράλειψη από το νόμο οφειλομένης ενέργειας, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της. Συγκεκριμένα από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ανενδοίαστα ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες είναι πτυχιούχοι μηχανολόγοι και στην ανωτέρω εταιρία, με την ανωτέρω επαγγελματική ιδιότητα, κατείχαν τη θέση των τεχνικών ασφαλείας και υπευθύνων προϊσταμένων κατασκευών της εταιρίας και δεν χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει διάκριση των μεταξύ τους αρμοδιοτήτων, είναι δε αδιάφορο και δεν μεταβάλλει την παραδοχή αυτή, ούτε την καθιστά ασαφή, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες υπό στοιχείο "η1" των δύο αναιρέσεων τους, το ότι στην από ... έκθεση αυτοψίας οι επαγγελματικές ιδιότητες των αναιρεσειόντων διαφοροποιούνται και ο μεν Χ αναφέρεται ως υπεύθυνος κατασκευών και ο Χ2 ως τεχνικός ασφαλείας, διότι το Δικαστήριο εκτίμησε την έκθεση αυτή και κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα περί της επαγγελματικής ιδιότητάς τους και της θέσης που κατείχαν στην εταιρία, στην οποία εργαζόταν και ο παθών. Ενόψει δε της παραδοχής αυτής το Δικαστήριο έκρινε ότι, και για τους δύο αναιρεσείοντες, οι κανόνες δικαίου, από τους οποίους απέρρεε η υποχρέωση τους να εισηγηθούν τη λήψη, να μεριμνήσουν για αυτή και να επιβλέψουν την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, που αναφέρει η προσβαλλομένη και θα απέτρεπαν το θανατηφόρο αποτέλεσμα, ήσαν οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 εδαφ. α και β του Ν. 1568/1985 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων", που αφορούν τους τεχνικούς ασφαλείας όλων των επιχειρήσεων και ορίζουν: "1. Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας, ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους β) να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας". Τις διατάξεις αυτές, για την πληρότητα της αιτιολογίας, όπως λέχθηκε ανωτέρω, παραθέτει στην αιτιολογία της. Είναι δε αδιάφορο, για την θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειόντων με την μορφή της άνευ συνειδήσεως αμέλειας για το θάνατο του παθόντος, που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, για ποιο λόγο ο παθών εξήλθε στο εξωτερικό εξώστη από τον εσωτερικό όπου εκτελούσε συγκεκριμένη εργασία, ως και το ότι η έξοδος του δεν έγινε κατόπιν εντολής τους ή για την εκτέλεση ανατεθείσας εργασίας, αλλά, αυτοβούλως, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η λήψη των μέτρων ασφαλείας που αναφέρει, για την οποία είχαν υποχρέωση, κατά τις ανωτέρω νομικές διατάξεις, οι αναιρεσείοντες, θα απέτρεπε την επικίνδυνη έξοδο στον εξωτερικό εξώστη κάποιου εργαζομένου, που θα μπορούσε, σε συνδυασμό με τον γνωστό στους αναιρεσείοντες, ως εκ της ιδιότητάς τους, τρόπο κατασκευής στο σημείο εκείνο της στέγης, που αναλυτικά περιγράφει και την καθιστούσε ελάχιστα ανθεκτική και μη δυνάμενη να φέρει το βάρος ατόμου το οποίο, για οποιονδήποτε λόγο, θα βρισκόταν επ' αυτής, να επιφέρει το περιγραφόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποτέλεσμα, το οποίο μπορούσαν και όφειλαν να προβλέψουν και δε το προέβλεψαν, για την επέλευση του οποίου δέχθηκε το Δικαστήριο συνυπαιτιότητα του παθόντος, χωρίς η παραδοχή αυτή να διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραλείψεως των, κατά τις ως άνω διατάξεις, οφειλομένων εκ μέρους των αναιρεσειόντων ενεργειών και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του εργαζομένου, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, απορρίπτοντας αιτιολογημένα τον σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων.
Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν με το στοιχείο "η3" του λόγου των αναιρέσεων τους, τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του μοναδικού εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ και Ε υπό στοιχεία "η 1-3" και "θ" λόγου των αναιρέσεων, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, τις από 15-5-2009 δύο αιτήσεις με αριθμούς εκθέσεως ... και ... των Χ2 και Χ, αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμ. 1391/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.

Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή