Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 779 / 2018    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως λόγοι, Εκβίαση, Ληστεία, Οπλοφορία, Έξοδα.




Περίληψη:
Αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη. Εκβίαση από κοινού. Ληστεία από κοινού. Επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού. Παράνομη οπλοφορία από κοινού. Παράνομη είσοδος στην χώρα. Δύο αναιρέσεις. Η αναίρεση του πρώτου απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη. Η αναίρεση του δεύτερου, με λόγους από 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., απορρίπτεται ως αβάσιμη. Επιβάλλονται τα έξοδα στους αναιρεσείοντες.





Αριθμός 779/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Μαρία Γκανιάτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κων/νου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) K. I. του G., κατοίκου ..., ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα φυλακών Αλικαρνασσού, που εκπροσωπήθηκε από τον ορισθέντα δικηγόρο του Νικόλαο Αλεξόπουλο, που διορίσθηκε με την υπ’ αριθ. …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και 2) M. K. S. του S., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ορισθέντα δικηγόρο Σωτήριο Σπυριούνη που διορίσθηκε με την υπ’ αριθ. ...15 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 656/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον S. H. M. του S., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Ιουνίου 2015 και 30 Νοεμβρίου 2015 αίτησή τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/16.
Αφού άκουσε
Τους διορισθέντες δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση η από 10 Ιουνίου 2015 και με αριθμούς εκθέσεως …2015 και …30-6-2015 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου K. I. του G. και η από 30 Νοεμβρίου 2015 και με αριθμό εκθέσεως …2015 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου M.-K. S. του S., για αναίρεση της 656/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος κατά της 62/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που τον είχε καταδικάσει για από κοινού αρπαγή με σκοπό τον εξαναγκασμό του παθόντος σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή του, για από κοινού εκβίαση, για από κοινού ληστεία, για από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη κατ’ εξακολούθηση, για από κοινού παράνομη οπλοφορία και για παράνομη είσοδο στη χώρα και με την οποία καταδικάστηκε κατ’ έφεση ο δεύτερος αναιρεσείων για από κοινού αρπαγή με σκοπό τον εξαναγκασμό του παθόντος σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή του, για από κοινού εκβίαση, για από κοινού ληστεία, για από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη κατ’ εξακολούθηση, για από κοινού παράνομη οπλοφορία και για παράνομη είσοδο στη χώρα, οι οποίες αναιρέσεις πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
Α) Επί της από 10 Ιουνίου 2015 και με αριθμούς εκθέσεως .../30-6-2015 αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου K. I. του G., ρητέα τα εξής:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ’ ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ’ αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθ. 513 Κ.Ποιν.Δ.). Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 10 Ιουνίου 2015 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου K. I. του G., η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 10-6-2015, πριν από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο στις 19-11-2015, αλλά και νομότυπα, με δήλωση του κρατούμενου αναιρεσείοντος στον Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Αλικαρνασσού, όπως προκύπτει από την με αριθμούς .../30-6-2015 έκθεση ασκήσεώς της, η οποία υπογράφεται, τόσο από τον αναιρεσείοντα K. I. του G., όσο και από τον Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Αλικαρνασσού, δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., αλλά αναφέρει, επί λέξει, ότι ο ως άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος: " ... ζήτησε τη σύνταξη της παρούσας, δηλώσας ότι κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ’ αριθ. 656/13-3-2015 απόφασης του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που απέρριψε έφεσή του ως εκπρόθεσμη και επικυρώθηκε η αριθ. 3741/2012 απόφαση του Τριμ. Εφετ. Κακ. Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης (22) ετών και ΧΠ (2000) ευρώ για αρπαγή κ.λπ., για τους λόγους ότι δεν ήταν δική μου ευθύνη που η έφεση έγινε εκπρόθεσμα, είναι ευθύνη του Κ.Κ. Κορυδαλλού, που χάσανε την πρώτη μου έφεση". Όμως, η ως άνω αιτίαση, η οποία αναφέρεται στο λόγο για τον οποίο ασκήθηκε εκπρόθεσμα η έφεση του ως άνω αναιρεσείοντος ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν συνιστά και δεν ιδρύει κανένα λόγο αναιρέσεως από αυτούς που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.. Επομένως, η κρινόμενη από 10 Ιουνίου 2015 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου K. I. του G., αφού δεν περιέχει κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 513 Κ.Ποιν.Δ.) και να επιβληθούν στον ως άνω αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Β) Επί της από 30 Νοεμβρίου 2015 και με αριθμό εκθέσεως …2015 αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου M. - K. S. του S., ρητέα τα εξής:
Κατά το άρθρο 322 του Π.Κ. "όποιος με απάτη ή βία, ή με την απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της Πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκαστεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, τιμωρείται: α) με ισόβια κάθειρξη αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ.1, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών σε κάθε άλλη περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το αδίκημα της αρπαγής προσώπου αποσκοπεί στην προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας και την αδυναμία παροχής βοήθειας εκ μέρους των πολιτειακών οργάνων, στα οποία έχει ανατεθεί η διαφύλαξη και προστασία των πολιτών, χάριν της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και επιτεύξεως των σκοπών της πολιτείας. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού απαιτεί εναλλακτικώς την άσκηση απάτης προς ορισμένο πρόσωπο, δηλαδή με δόλιες υποσχέσεις και ανύπαρκτα πραγματικά περιστατικά, έτσι ώστε να πεισθεί το άτομο να ασπασθεί τα απατηλώς προβαλλόμενα, που φέρονται ως υπαρκτά και αληθινά, ή άσκηση βίας με την οποία κάμπτεται η ελεύθερη βούληση, με συνέπεια να επέρχεται αντίθετη κατάσταση ή με την απειλή βίας, η οποία ισοδυναμεί με τη δεδηλωμένη βία, με συνέπεια να παρέχεται η δυνατότητα στον αυτουργό να συλλάβει, απαγάγει ή κατακρατήσει παράνομα το άτομο, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η παροχή της αναγκαίας προστασίας της πολιτείας. Ενδεικτικώς δε ο νόμος θεωρεί, ότι ο συλλαμβανόμενος αποστερείται της προστασίας της πολιτείας δια της περιαγωγής του σε ομηρία ή σε άλλη παραλλαγμένη, στην ουσία όμως ταυτιζόμενη κατάσταση, εξαιτίας της οποίας επέρχεται στέρηση της ελευθερίας του προσώπου, με την έννοια της ακούσιας υποταγής στη φυσική εξουσία του αυτουργού. Περαιτέρω ο νόμος, πλην της απλής μορφής του αδικήματος της αρπαγής θεσμοθετεί και επιβαρυντική περίπτωση, με απειλή αυξημένης ποινής, υπό τον όρο ότι η πράξη αποσκοπούσε να εξαναγκασθεί ο παθών ή τρίτος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς να υπάρχει υποχρέωση του. Η διαφοροποίηση της αυξημένης ποινής στην περίπτωση αυτή εξαρτάται από το υλικό αντικείμενο και συγκεκριμένα, αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ. 1 ή συντρέχει άλλη περίπτωση μη ειδικώς καθοριζόμενη. Από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως, ως κατακράτηση νοείται η παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο στο οποίο κρατείται. Ως αποστέρηση της προστασίας της Πολιτείας νοείται η κατάσταση, στην οποία, κάποιος θέτει ένα άλλο πρόσωπο υπό την δική του αυθαίρετη εξουσία κατά τρόπο που το αποκόπτει από την ομαλή συνθήκη βίου, οπότε τελικά δεν μπορεί να ασκηθεί η προστασία του νόμου. Περιαγωγή δε σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας νοείται η κατακράτηση διαρκείας στη διάθεση του δράστη, προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι που τέθηκαν από τον δράστη. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή σκοπός αποστέρησης του ατόμου της προστασίας της πολιτείας, ενώ η μία εκ των δύο διακεκριμένων μορφών του εγκλήματος αυτού (322 εδ. β’ περ. β’ Π.Κ.), στοιχειοθετείται με την προσθήκη του υπερχειλούς δόλου της επιδίωξης του εξαναγκασμού του παθόντος ή τρίτου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν έχει υποχρέωση, χωρίς να απαιτείται να επέλθει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Κατά το άρθρο 385 παρ.1 εδ. α’ του Π.Κ. "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2 αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω κακουργηματική μορφή του, απαιτείται αντικειμενικώς α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλές, οι οποίες εκλαμβάνονται ως σοβαρές (πραγματοποιήσιμες) από τον απειλούμενο, είναι δε ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής με την έννοια ότι η πραγματοποίηση του προαναγγελθέντος κακού πρόκειται να επακολουθήσει αμέσως, αν ο εξαναγκαζόμενος δεν ήθελε προβεί στην επιζητούμενη επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς (αν δηλαδή ο εξαναγκασμός δεν επιτυγχάνεται με σωματική βία ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής) πρόκειται για εκβίαση, τιμωρούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του εδ. γ’ του ίδιου ως άνω άρθρου, σε βαθμό πλημμελήματος, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. ‘ Ετσι, η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.). Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό, με την έννοια ότι οι περισσότεροι κατά το νόμο τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή, στην περίπτωση της ληστείας του άρθρου 380 παρ. 1 του Π.Κ., η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος, είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 του Π.Κ., αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εντεύθεν προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται, αντικειμενικώς, πρόκληση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 παρ. 1 κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, κατά την έννοια, ως προς την τελευταία, του άρθρου 310 παρ. 2 του Π.Κ. και υποκειμενικώς δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2168/1993 "όπλα θεωρούνται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα ... β) μαχαίρια κάθε είδους, εκτός εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση" και κατά το άρθρο 10 παρ. 1, 3 και 13 α’ , β’ του ίδιου Ν. 2168/1993, τιμωρείται με την στην άνω διάταξη προβλεπόμενη ποινή, όποιος φέρει όπλο (οπλοφορία) χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του, δηλαδή για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της οπλοφορίας απαιτείται ο δράστης να φέρει παράνομα όπλο, δηλαδή να το κρατά ή να το έχει πλησίον του, στη σφαίρα κατοχής του, για άμεση λήψη και χρήση του. Τέλος, κατά το άρθρο 45 του Π.Κ., "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης" (συναυτουργία). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη της συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επιμέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος. Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμπράττουν με δόλο τέλεσης του όλου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου. Για τη στοιχειοθέτηση δηλαδή της συναυτουργίας σε κάποιο αδίκημα απαιτούνται δύο βασικοί όροι, αντικειμενικώς σύμπραξη στη συγκεκριμένη κύρια πράξη, υποκειμενικώς δε κοινός δόλος εκείνων που συμπράττουν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού (σκεπτικού) προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπήχθησαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, αν το τελευταίο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της αποφάσεως. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παράγραφος 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Επίσης, δεν αποτελούν έλλειψη αιτιολογίας και λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η ύπαρξη του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν το σκοπό επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 656/2015 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον δεύτερο αναιρεσείοντα M.-K. S. του S., τότε πρώτο εκκαλούντα κατηγορούμενο, για από κοινού αρπαγή με σκοπό τον εξαναγκασμό του παθόντος σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή του, για από κοινού εκβίαση, για από κοινού ληστεία, για από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη κατ’ εξακολούθηση, για από κοινού παράνομη οπλοφορία και για παράνομη είσοδο στη χώρα και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι δύο (22) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, από την ιατροδικαστική έκθεση .../27-12-2010 της Σ. Μ., από τις απολογίες των κατηγορουμένων και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 18-12-2010 ο F. H., υπήκοος Πακιστάν, επισκέφθηκε το S. H. (παθόντα και πολιτικώς ενάγοντα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, στην οικία του στον ... και του ζήτησε να μεταβούν μαζί στο Περιστέρι για να δουν εκεί ένα αυτοκίνητο, το οποίο επωλείτο σε συμφέρουσα τιμή και ενδιαφερόταν να το αγοράσει. Με το πρόσχημα αυτό ο F. H. παρέλαβε τον παθόντα από την οικία του στον Ασπρόπυργο και με ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο τον μετέφερε σε ημιυπόγειο διαμέρισμα επί της οδού ..., όπου τους ανέμεναν οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι ομοεθνείς τους, με τους οποίους ο F. H. ήταν σε συνεννόηση. Μόλις ο παθών εισήλθε στο ημιυπόγειο διαμέρισμα, οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι, μαζί με τον F. H. και το R. A., από κοινού, τοποθέτησαν στο πρόσωπο του παθόντος ένα σεντόνι και άρχισαν να τον χτυπούν δυνατά σε διάφορα μέρη του σώματός του και με την άσκηση της σωματικής αυτής βίας αφαίρεσαν από αυτόν μία χρυσή αλυσίδα, την οποία φορούσε στο λαιμό του, καθώς και ένα τσαντάκι μαύρο, το οποίο είχε μαζί του και το οποίο περιείχε ένα κινητό τηλέφωνο, μάρκας SONY ERICSON, και τα προσωπικά του έγγραφα τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Ακολούθως, όλοι μαζί οι ως άνω έδεσαν τα χέρια και τα πόδια του παθόντος, τον φίμωσαν και τον κλείδωσαν σε ένα δωμάτιο του διαμερίσματος, όπου τον κατακράτησαν παράνομα μέχρι την 23-12-2010, με συνεχή επιτήρηση, χτυπώντας τον καθημερινά, αφαιρώντας με πένσα ορισμένα από τα νύχια των δακτύλων των ποδιών του και καίγοντας με πυρακτωμένο σίδερο τους γλουτούς του. Ακόμη, απαιτούσαν από τον ίδιο και τους συγγενείς του στο Πακιστάν και στον Ασπρόπυργο να τους καταβάλουν το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ, για να τον αφήσουν ελεύθερο, διαφορετικά απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν. Έτσι, οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι, μαζί με τους F. H. και το R. A., αποστέρησαν τον παθόντα καθ’ όλο το ως άνω χρονικό διάστημα από την προστασία της πολιτείας και τον περιήγαγαν σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας του, με σκοπό να εξαναγκάσουν τον ίδιο και τους ως άνω συγγενείς του να τους καταβάλουν το εν λόγω χρηματικό ποσό, προκειμένου να τον απελευθερώσουν και να μην τον θανατώσουν, πράξη για την οποία δεν υπήρχε καμία σχετική υποχρέωση. Για την υλοποίηση μάλιστα του σκοπού τους αυτού, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, εξανάγκαζαν τον παθόντα, με την απειλή μαχαιριού, το οποίο έφεραν παράνομα, να τηλεφωνεί στους συγγενείς του στο Πακιστάν και να ζητεί από αυτούς την καταβολή του ως άνω χρηματικού ποσού για την απελευθέρωσή του και κατά τη διάρκεια των τηλεφωνημάτων τον χτυπούσαν για να ακούγονται οι φωνές του από τους συγγενείς του. ώστε να εξαναγκασθούν οι τελευταίοι να καταβάλουν το εν λόγω χρηματικό ποσό, ενώ επιπλέον οι ίδιοι επικοινώνησαν τηλεφωνικά και με τον εξάδελφο του παθόντος A. H. του G., που ήταν κάτοικος ..., και απαίτησαν από αυτόν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ για να αφήσουν ελεύθερο τον παθόντα, απειλώντας ταυτόχρονα ότι αν δεν τους δοθούν τα χρήματα θα τον σκοτώσουν. Με τον τρόπο αυτό οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι εξανάγκασαν τους μεν συγγενείς του παθόντος στο Πακιστάν να τους καταβάλουν, μέσω της Τράπεζας ..., στις 22-12-2010 το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ και στις 23-12-2010 το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, το δε ως άνω εξάδελφο του παθόντος να τους καταβάλει στις 19-12-2010 το ποσό των 3.000 ευρώ, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ποσού 7.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των ως άνω συγγενών του παθόντος. Στις 23-12-2010 ο ως άνω εξάδελφος του παθόντος προσήλθε στο Τμήμα Ασφάλειας Ασπροπύργου, στο οποίο είχε ήδη καταγγελθεί η απαγωγή, και γνωστοποίησε στους αστυνομικούς ότι από πληροφορίες, τις οποίες συνέλεξε από άλλους ομοεθνείς του, έμαθε ότι ο παθών κρατείτο σε διαμέρισμα επί της οδού ... και στη συνέχεια αυτός οδήγησε του αστυνομικούς στο εν λόγω διαμέρισμα. Κατά την έφοδο των αστυνομικών στο διαμέρισμα αυτό, βρέθηκαν μέσα σ’ αυτό οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι, οι οποίοι προσπάθησαν να διαφύγουν, αλλά τους συνέλαβαν οι αστυνομικοί. Ο παθών βρέθηκε ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι με δεμένα τα πόδια του με μία ζώνη και τα χέρια του με πλαστικές χειροπέδες, ενώ τα μάτια του ήταν καλυμμένα με ύφασμα που ήταν τυλιγμένο με πλαστική ταινία γύρω από το κεφάλι του. Δίπλα από τον παθόντα υπήρχε ένα κινητό τηλέφωνο που έπαιζε δυνατά μουσική για να μην ακούγονται οι φωνές και οι κλήσεις του για βοήθεια από τους υπόλοιπους ενοίκους της πολυκατοικίας και τους περαστικούς από την οδό .... Επίσης, ο παθών έφερε σε όλο του το σώμα πολλαπλές κακώσεις, τις οποίες είχαν προξενήσει σ’ αυτόν με δυνατά χτυπήματα και με πυρακτωμένο σίδερο κατά τη διάρκεια της παράνομης κατακράτησής του οι εκκαλούντες- κατηγορούμενοι, από κοινού με τους F. H. και R. A.. Ειδικότερα, ο παθών έφερε πολλαπλές πλατιές εκχυμώσεις κατά τα άνω άκρα και την οπίσθια επιφάνεια της δεξιάς κνήμης, θλαστικά τραύματα κατά τη δεξιά πηχεοκαρπική άρθρωση και στις ποδοκνημικές αρθρώσεις, εκτεταμένες θλαστικές εκχυμώσεις κατά τα κάτω άκρα και τις γλουτιαίες χώρες και πολλαπλά εγκαύματα δια θερμικού μέσου προκληθέντα σε αμφότερες τις γλουτιαίες χώρες μερικού πάχους. Λόγω των δυνατών χτυπημάτων τα οποία κατάφεραν επανειλημμένα στον παθόντα, αλλά και των μέσων τα οποία χρησιμοποιήθηκαν (γρονθοκοπήματα-πυρακτωμένο σίδερο), μπορούσε να προκληθεί στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη. Εξάλλου, ο πρώτος, ο τρίτος και ο τέταρτος από τους εκκαλούντες-κατηγορουμένους εισήλθαν στη Χώρα παράνομα και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, σε άγνωστο χρονικό διάστημα και πάντως πριν από την 18-12-2010. Με τα δεδομένα αυτά, οι τρεις πρώτοι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι τέλεσαν, από κοινού με τον τέταρτο κατηγορούμενο και τους F. H. και R. A., τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας, της αρπαγής με σκοπό τον εξαναγκασμό του παθόντος σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή του, της εκβίασης που τελέστηκε με σωματική βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ’ εξακολούθηση και της παράνομης οπλοφορίας, επιπλέον δε ο πρώτος και ο τρίτος από τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους και την αξιόποινη πράξη της παράνομης εισόδου στη Χώρα. Επομένως, οι τρεις πρώτοι από τους εκκαλούντες-κατηγορουμένους πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις αυτές". Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, κήρυξε τον ως άνω δεύτερο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο, κατά πιστή μεταφορά, ως ακολούθως: "
Κηρύσσει τους κατηγορούμενους M. - K. S., H. Q. και B. M. ενόχους του ότι στον κάτωθι αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού δρώντας, καθώς και με τους K. I. του G., F. H. και R. A. του M. συναποφάσισαν και συνεκτέλεσαν περισσότερες από μία πράξεις, πραγματώνοντας με πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση των αμέσως κατωτέρω περιγραφομένων εγκλημάτων, τα οποία τιμωρούνται σύμφωνα με το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Α) Στο ..., την 18-12-2010, από κοινού δρώντας, συναποφάσισαν και συνεκτέλεσαν την πράξη της αρπαγής, ήτοι με απάτη συνέλαβαν και απήγαγαν και με τη βία παράνομα κατακράτησαν κάποιον, έτσι ώστε να αποστερήσουν τον συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως περιήγαγαν κάποιον σε κατάσταση ομηρίας, η πράξη τους δε αυτή, έγινε με σκοπό να εξαναγκαστεί ο παθών ή οι οικείοι του σε πράξη, για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή τους. Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, με απάτη απήγαγαν την 18-12-2010, τον υπήκοο Πακιστάν, S. H. του M. S. και B. B., ήτοι με το πρόσχημα ότι ο ανωτέρω (παθών) θα μετέβαινε στην οικία τους στο Περιστέρι, επί της οδού ... ..., προκειμένου να αγοράσει ένα αυτοκίνητο ο εκ των κατηγορουμένων F. H., αφού ο F. H. τον παρέλαβε (τον παθόντα) από την οικία του στον …, με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας CITROEN, τον μετέφερε στην ως άνω οικία τους, όπου και οι λοιποί τον ανέμεναν. Εντός της οικίας, αφού έριξαν πάνω του ένα σεντόνι, όλοι μαζί οι κατ/νοι και με τους υπόλοιπους συναυτουργούς τους, άρχισαν να τον χτυπάνε σε όλο του το σώμα. Ακολούθως, του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια, τον φίμωσαν και τον κλείδωσαν σε δωμάτιο του διαμερίσματος, απαιτώντας από αυτόν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ. Στην κατοικία αυτή, παράνομα κατακράτησαν τον παθόντα μέχρι την 23-12-2010, ήτοι επί έξι ημέρες, με συνεχή επιτήρηση, χτυπώντας τον καθημερινά, ενώ, επιπλέον, του αφαίρεσαν κάποια από τα νύχια των ποδιών του και του έκαψαν τα οπίσθια με πυρωμένο μαχαίρι, απειλώντας τον πάντα με μαχαίρι ότι θα τον σκοτώσουν αν δεν τους δώσει τα χρήματα. Απαιτούσαν δε, καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, από τον ίδιο και τους οικείους του στο Πακιστάν, με τους οποίους υποχρέωσαν τον παθόντα να επικοινωνήσει τηλεφωνικά, το χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, υπό την απειλή πάντα ότι αν δεν τους δοθούν τα χρήματα, θα σκοτώσουν τον παθόντα. Προέβησαν δε στην προαναφερόμενη πράξη τους, έχοντας περιαγάγει τον παθόντα σε κατάσταση ομηρίας, αποστερώντας του την ελευθερία του και την προστασία της Πολιτείας, με σκοπό να εξαναγκάσουν αυτόν και τους συγγενείς του να τους καταβάλουν το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό που αξίωναν να τους καταβληθεί, προκειμένου να προβούν στην απελευθέρωση του παθόντος, αν και αυτός, όπως και οι συγγενείς του, δεν είχαν υποχρέωση προς τούτο. Β) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από κοινού δρώντας, με σκοπό να αποκομίσουν αυτοί οι ίδιοι, αλλά και άλλοι, παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασαν κάποιον με σωματική βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής του, σε πράξη από την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου και άλλου. Συγκεκριμένα, αφού με απάτη συνέλαβαν και απήγαγαν και παράνομα κατακράτησαν τον υπήκοο Πακιστάν, S. H. του M. S. και B. B., έτσι ώστε να αποστερήσουν αυτόν από την προστασία της πολιτείας, περιάγοντάς τον σε κατάσταση ομηρίας, υπό τις συνθήκες του υπό στοιχεία Α’ ανωτέρω περιγραφόμενου εγκλήματος, εν συνεχεία, αξίωσαν αυτοί από τον παθόντα, με σωματική βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής του, να τους καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ. Ειδικότερα, επιφέροντας επανειλημμένως πλήγματα στο σώμα του παθόντος, αφαιρώντας του με πένσα κάποια από τα νύχια των ποδιών του και καίγοντας τα οπίσθιά του με πυρωμένο μαχαίρι, απείλησαν αυτόν, θέτοντας στο λαιμό του μαχαίρι, ότι θα τον σκοτώσουν αν δεν τους καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό, προκειμένου να τον εξαναγκάσουν στην εν λόγω καταβολή, προς βλάβη της περιουσίας του ιδίου ή των οικείων του και χωρίς τη βούλησή τους. Προς υλοποίηση δε του σκοπού τους, υπό τις ανωτέρω απειλές, ανάγκασαν τον παθόντα να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τους οικείους του στο Πακιστάν, απαιτώντας του την καταβολή του ανωτέρω ποσού από την οικογένειά του, ενώ επιπλέον αυτοί, επικοινώνησαν τηλεφωνικά και με τον ξάδερφό του, A. H. του G. και της Ν. Β., κάτοικο ..., απαιτώντας του το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ, προκειμένου να αφήσουν ελεύθερο τον παθόντα. Έτσι, εξανάγκασαν τους μεν συγγενείς του παθόντος στο Πακιστάν να τους καταβάλουν, μέσω της Τράπεζας ..., την 22-12-2010, το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ και την 23-12- 2010 ομοίως το ποσό των 2.000 ευρώ, τον δε προαναφερόμενο ξάδερφό του, να τους καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ποσού 7.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των οικείων του παθόντος. Γ) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από κοινού δρώντας, συναποφάσισαν και συνεκτέλεσαν την πράξη της ληστείας, ήτοι με σωματική βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, αφαίρεσαν από άλλον ξένα ολικώς κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα που κρατούσαν σε ομηρία τον ανωτέρω παθόντα στην οικία τους, ήτοι από 18-12-2010 έως 23-12-2010, ασκώντας επ’ αυτού σωματική βία, επιφέροντας επανειλημμένως πλήγματα στο σώμα του, απειλώντας τον παράλληλα, θέτοντας στο λαιμό του μαχαίρι, ότι θα τον σκοτώσουν, περιάγοντάς έτσι αυτόν (παθόντα) σε κατάσταση αδυναμίας να αμυνθεί και να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση, του αφαίρεσαν μία χρυσή αλυσίδα που φορούσε στο λαιμό, καθώς και ένα μαύρο τσαντάκι που είχε μαζί του, το οποίο περιείχε ένα κινητό τηλέφωνο, μάρκας SONY ERICSON και τα προσωπικά του έγγραφα, προκειμένου να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Δ) Κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από κοινού, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, πραγμάτωσαν με πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ήτοι με πρόθεση προξένησαν σ’ άλλον σωματική κάκωση, η οποία τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη. Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα που κρατούσαν σε ομηρία τον ανωτέρω παθόντα στην οικία τους, ήτοι από 18-12-2010 έως 23- 12-2010, επέφεραν καθημερινά πλήγματα επ’ αυτού, με γροθιές, ξύλα και λακτίσματα σε όλο του το σώμα, ενώ επιπλέον με πένσα του αφαίρεσαν κάποια από τα νύχια των ποδιών του και το απόγευμα της 23-12-2010, του έκαψαν τα οπίσθια με πυρωμένο μαχαίρι. Εξαιτίας δε του αριθμού των χτυπημάτων που κατάφεραν στον παθόντα από κοινού, του τρόπου με τον οποίο επέφεραν τα πλήγματα για τον τραυματισμό του και των σημείων του σώματος του παθόντος που επλήγησαν από τα χτυπήματά τους, ήταν δυνατό η σωματική κάκωση του παθόντος να προκαλέσει σ’ αυτόν βαριά σωματική του βλάβη. Ε) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, πραγμάτωσαν με πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της οπλοφορίας. Συγκεκριμένα, κατά τη διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων, έφεραν παράνομα όπλο, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β’ του Ν. 2168/1993 και συγκεκριμένα μαχαίρι που είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα και του οποίου η κατοχή δεν δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση. ΣΤ) Επιπλέον, οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων M. - K. S. και B. M., από κοινού με τον K. I., αντίστοιχα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, συνελήφθησαν να έχουν εισέλθει ως υπήκοοι τρίτης χώρας στο ελληνικό έδαφος, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων της από κοινού αρπαγής με σκοπό τον εξαναγκασμό του παθόντος ή άλλου σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή του, της από κοινού εκβίασης, της από κοινού ληστείας, της από κοινού επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ’ εξακολούθηση, της από κοινού παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης εισόδου στη χώρα, για τις οποίες καταδικάστηκε οι δεύτερος αναιρεσείων M. - K. S. του S., παρατίθενται δε σ’ αυτή και όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α’ , 27 παρ. 1 και 2, 45, 94 παρ. 1, 98, 309 - 308 παρ. 1 εδ. α’ , 322 εδ. β’ περ. β’ - εδ. α’ , 385 παρ. 1 εδ. α’ σε συνδ. με 380 παρ. 1 και 2, 380 παρ. 1 του Π.Κ., 1 παρ. 2 περ. β’ , 10 παρ. 1 και 13 περ. β’ του Ν. 2168/1993, που προαναφέρθηκαν, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 3386/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, ως προς το κακούργημα της αρπαγής από κοινού, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του, σύλληψη και παράνομη κατακράτηση του παθόντος σε ημιυπόγειο διαμέρισμα με την περίδεση των χεριών και των ποδιών του και τη φίμωσή του, κατά το χρονικό διάστημα από 18-12-2010 μέχρι 23-12-2010, που είχε ως αποτέλεσμα τη στέρηση του παθόντος από την προστασία της πολιτείας και την περιαγωγή του σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας του, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ως άνω πράξη έγινε με σκοπό του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του τον εξαναγκασμό του παθόντος και των συγγενών του να καταβάλουν σ’ αυτούς για την απελευθέρωσή του χρήματα, καθώς και η ολοκλήρωση του σκοπού τους αυτού με την καταβολή σ’ αυτούς από τους συγγενείς του παθόντος του συνολικού ποσού των 7.000 ευρώ, για την οποία δεν είχαν υποχρέωση. Κατά συνέπεια διαλαμβάνεται ειδική αιτιολογία ως προς τον ειδικό δόλο σκοπού (υπερχειλή δόλο) που απαιτείται ως στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του κακουργήματος της αρπαγής από κοινού. ’λλωστε, με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς (Ολ. Α.Π. 50/1990). Ως προς το δόλο της από κοινού ληστείας και της από κοινού επικίνδυνης σωματικής βλάβης, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο δεύτερος αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοί του συναποφάσισαν και συνεκτέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις και δεν χρειαζόταν περαιτέρω ιδιαίτερη αιτιολογία του δόλου τους ως προς τις πράξεις της ληστείας κατά συναυτουργία και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία, αφού ο δόλος για τις πράξεις αυτές ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση. Επομένως, ενόψει τούτων, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εσφαλμένης εφαρμογής, ευθείας και εκ πλαγίου, των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, οι οποίοι προβάλλονται με την κρινόμενη αναίρεση του δεύτερου αναιρεσείοντος M.-K. S. του S., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Tέλος, οι αιτιάσεις του ίδιου αναιρεσείοντος ότι αυτός είχε προσληφθεί ως μισθωτός στην οικία που έλαβε χώρα η παρακράτηση του παθόντος και ότι δεν συναποφάσισε, δεν συνεκτέλεσε και δεν συμμετείχε από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του στις ως άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί και η κρινόμενη αναίρεση του δεύτερου αναιρεσείοντος M.-K. S. του S. και να επιβληθούν σ’ αυτόν τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 10 Ιουνίου 2015 και με αριθμούς εκθέσεως .../30-6-2015 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου K. I. του G. και την από 30 Νοεμβρίου 2015 και με αριθμό εκθέσεως …2015 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου M. K. S. του S., για αναίρεση της 656/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις ως άνω συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
Και
Επιβάλλει στον κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή