Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1099 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Απιστία Δικηγόρου, Έμπρακτη μετάνοια.




Περίληψη:
Προσβαλλόμενο βούλευμα που απέρριψε ουσία έφεση κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος παραπεμπόμενου για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση και για απιστία δικηγόρου. Ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ορθά εφαρμόστηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 379 παρ.1 ΠΚ και απορρίφθηκε ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εμπράκτου μετανοίας, υπό τις παραδοχές του Συμβουλίου, ότι έλαβε χώρα απόδοση των χρημάτων και ικανοποίηση του παθόντος, όχι πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές δηλαδή οικειοθελώς χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων , αλλά υπό την πίεση του παθόντος και μετά την υποβολή εναντίον του στις 1-3-2005 της σχετικής εγκλήσεως και υπό τον φόβο των συνεπειών των σε βάρος του καταγγελθεισών αξιοποίνων πράξεων.




Αριθμός 1099/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 975/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1657/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό85/23.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι)Το Συμβούλιο Πλημ/κών Θεσ/νίκης με το υπ' αριθμ. 835/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [για κακουργήματα] Θεσ/νίκης τον - δικηγόρο Θεσ/νίκης - Χ για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως α) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου κατ' εξακολούθηση β) απιστίας δικηγόρου - 375§§1 εδ. α, 2 εδ. α, 233 εδ. α Ποιν.Κ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 83/2009 έφεση και το συμβούλιο Εφετών Θεσ/νίκης με το υπ' αριθμ. 975/2009 βούλευμά του απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ειδικώτερα το άνω συμβούλιο με το ρηθέν βούλευμά του και με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών δέχθηκε τα εξής: ".. σχέση εντολής υφίσταται και μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του και να δέχεται καταβολές οφειλομένων στον τελευταίων ποσών ή να καταβάλει σε τρίτους οφειλόμενα από τον εντολέα του ποσά, τα οποία του παραδίδονται για τον σκοπό αυτόν (Α.Π. 94/2006, Ποιν. Δικ. 2006, 806, Α.Π. 2507/2003 Ποιν. Δικ. 2004, 508). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 233 του Ποινικού Κώδικα, το προβλεπόμενο με τη διάταξη αυτή υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της απιστίας δικηγόρου στοιχειοθετείται και με την από μέρους δικηγόρου ή άλλου νομικού συμπαραστάτη ηθελημένη βλάβη εκείνου, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία. Για την με τον τρόπο αυτό πραγμάτωση του εγκλήματος απαιτείται α) ιδιότητα του δράστη ως δικηγόρου ή άλλου νομικού παραστάτη, β) ανάθεση σ' αυτόν μιας υπόθεσης, γ) πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα του αναθέσαντα την υπόθεση με ενέργεια ή παράλειψη που γίνεται στα πλαίσια του επαγγέλματος του δικηγόρου ή νομικού παραστάτη και δ) δόλος του υπαιτίου, που περιλαμβάνει τη γνώση του για το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη του βλάπτει εκείνον, των συμφερόντων του οποίου ανέλαβε τη νομική προστασία ως δικηγόρος, καθώς και τη βούληση του να βλάψει τα συμφέροντα του εντολέα του (Α.Π. 1128/2004, Ποιν. Xpov. NE' 517). Το έγκλημα της απιστίας δικηγόρου τελεί σε αληθινή συρροή με εκείνο της υπεξαίρεσης, αφού τα δύο εγκλήματα είναι ανεξάρτητα και αυτοτελή, συντιθέμενα από διαφορετικά το καθένα στοιχεία και προστατεύουν διαφορετικά έννομα αγαθά, δεδομένου ότι η υπεξαίρεση προστατεύει την ιδιοκτησία, ενώ το προστατευόμενο με την απιστία δικηγόρου έννομο αγαθό είναι εκείνο της κατά την απονομή της δικαιοσύνης νομικής προστασίας (Πρβλ Α.Π. 1520/1996, Ποιν. Xpov. MZ' 853). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν με την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα δικογραφίας και την απολογία του εκκαλούντα κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με το από 9.6.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό η εγκαλούσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης μίσθωσε από την εδρεύουσα στη ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Κτηματική και Οικοδομική Εταιρία Θεσσαλονίκης" ένα ακίνητο της τελευταίας και συγκεκριμένα τους επτά κύριους ορόφους (πρώτο έως έβδομο της επί της οδού ... της ... πολυόροφης οικοδομής, προκειμένου να στεγάσει και να λειτουργήσει εκεί την επιχείρηση της ιδιωτικού μουσικού ωδείου. Μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2006 η μισθώτρια υπήρξε συνεπής ως προς την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης της για καταβολή του μισθώματος, το οποίο, μετά από συνεχείς αναπροσαρμογές, ανήλθε για το έτος 2006 στο ποσό των 6.288,8 ευρώ μηνιαίως, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου. Από τον Μάιο όμως του 2006 και εφεξής δεν πλήρωνε το μίσθωμα, λόγω του διαμορφωθέντος πολύ μεγάλου ύψους αυτού και της οικονομικής αδυναμίας της. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2006 η εγκαλούσα ανέθεσε δια της νομίμου εκπροσώπου της στον εκκαλούντα, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, να διαπραγματευθεί με το νόμιμο εκπρόσωπο της εκμισθώτριας εταιρίας τη μείωση του τιμήματος και τον καθορισμό αυτού στο ποσό των 3.500 ευρώ μηνιαίως περίπου. Ο εκκαλών, υποστηρίζοντας ότι η πρόταση για αναπροσαρμογή του μισθώματος θα είχε μεγαλύτερη πιθανότητα αποδοχής αν συνοδευόταν με την ταυτόχρονη προσφορά όλων των οφειλομένων μέχρι τότε μισθωμάτων, υπολογιζόμενων με βάση το ύψος της αιτούμενης αναπροσαρμογής, ζήτησε από την νόμιμη εκπρόσωπο της εγκαλούσας να του παραδώσει το απαιτούμενο για την κατά τον παραπάνω τρόπο εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων χρηματικό ποσό. Πράγματι, στις 29.9.2006, η νόμιμη εκπρόσωπος της εγκαλούσας παρέδωσε στον εκκαλούντα το ποσό των 7.150 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα μειωμένα μισθώματα των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 2006. Ο εκκαλών περιορίσθηκε στην για λογαριασμό της εντολέα του αποστολή προς την εκμισθώτρια μιας εξώδικης δήλωσης, με την οποία ζήτησε τη μείωση του μισθώματος περίπου στο ήμισυ, προσφερόμενος αόριστα για την άμεση καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων. Πέρα από την αποστολή της εξώδικης δήλωσης, ο εκκαλών δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Επίσης δεν κατέβαλε ποτέ στη μισθώτρια ούτε προσφέρθηκε πραγματικά να καταβάλλει το παραδοθέν σ' αυτόν ποσό των 7.150 ευρώ, το οποίο, αμέσως μετά την παράδοση του, ιδιοποιήθηκε παράνομα, αναλώνοντας του για την κάλυψη προσωπικών αναγκών του. Ιδιοποιήθηκε επίσης παράνομα με τον ίδιο τρόπο τα χρηματικά ποσά των 20.000 ευρώ και 14.070 ευρώ τα οποία του παραδώθηκαν για τον ίδιο σκοπό από τη νόμιμη εκπρόσωπο της μισθώτριας στις 15.10.2006 και στις 2.11.2006, αντίστοιχα. Στις 7.11.2006 επιδόθηκε στην εγκαλούσα η από 3.11.2006 εξώδικη δήλωση - όχληση της εκμισθώτριας εταιρίας, με την οποία η τελευταία την καλούσε να καταβάλει άμεσα τα φερόμενα ως οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Μαΐου έως και Οκτωβρίου 2006. Η επίδοση του εγγράφου αυτού καθιστούσε έκδηλη την επικείμενη κατάθεση από μέρους της εκμισθώτριας αίτησης για έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου ακινήτου, αφού η προηγούμενη έγγραφη όχληση του υπερήμερου περί την καταβολή μισθωμάτων μισθωτή αποτελεί κατά το νόμο προϋπόθεση για την κατάθεση τέτοιας αίτησης. Παρ' όλα αυτά, ο εκκαλών άφηνε να εννοηθεί με τη συμπεριφορά του ότι είχε καταβάλει στην εκμισθώτρια όλα τα παραδοθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά. Μάλιστα, ισχυριζόμενος ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκμισθώτριας αρνούνταν να προβεί σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για τη μείωση του μισθώματος χωρίς την προηγούμενη καταβολή όλων των οφειλομένων μισθωμάτων, με βάση το διαμορφωθέν για το έτος 2006 ύψος του μισθώματος, ζήτησε από τη νόμιμη εκπρόσωπο της εγκαλούσας να του παραδώσει και άλλα χρήματα, ώστε να εξοφλήσει με την καταβολή τους στην εκμισθώτρια όλα τα οφειλόμενα μισθώματα και να καταστήσει έτσι εφικτή την έναρξη της διαπραγμάτευσης για τη μείωση του μισθώματος για το μέλλον. Ενόψει αυτού η νόμιμη εκπρόσωπος της εγκαλούσας κατέβαλε στις 11.12.2006 το ποσό των 7.070 ευρώ, ενώ επακολούθησε, σε μη προσδιορισθείσα ημέρα, και άλλη καταβολή, με συνέπεια ο ύψος των διαδοχικά παραδοθέντων σ' αυτόν χρηματικών ποσών
να ανέλθει σε 54.000
ευρώ. Και τα ποσά όμως αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο
παράνομης ιδιοποίησης από μέρος του εκκαλούντα ο οποίος, αμέσως μετά την παράδοσή τους σ' αυτόν,
τα ανάλωσε για την αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών του. Στο μεταξύ η εκμισθώτρια εταιρία κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 7.12.2006 αίτηση της, με την οποία, επικαλούμενη τη μη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και την προηγηθείσα έγγραφη όχληση της μισθώτριας, ζήτησε την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό ... διαταγή απόδοσης μισθίου του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η εγκαλούσα να αποδώσει στην εκμισθώτρια το επίδικο ακίνητο και να της καταβάλει τα ορισθέντα, στο ποσό των 117 ευρώ δικαστικά της έξοδα. Αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της παραπάνω διαταγής, μαζί με επιταγή για παράδοση του μισθίου και καταβολή του συνολικού ποσού των 252 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, τέλος απογράφου, έξοδα επίδοσης και αμοιβή σύνταξης της επιταγής επιδόθηκε στην εγκαλούσα στις 23.2.2007. Τότε η νόμιμη εκπρόσωπος της τελευταίας αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι ο εκκαλών δεν είχε καταβάλει στην εκμισθώτρια, αλλά είχε παρακρατήσει και ιδιοποιηθεί παράνομα τα διαδοχικά παραδοθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 2.3.2007, η εκμισθώτρια εταιρία επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση με βάση τον χορηγηθέντα σ' αυτήν εκτελεστό τίτλο. Μάλιστα, ο επιφορτισμένος με την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής προέβη στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης. Τελικά αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή η πραγματική αποβολή της εγκαλούσας από το μίσθιο, αφού η νόμιμη εκπρόσωπος της κατέβαλε άμεσα στην εκμισθώτρια το ποσό των 10.0 00 ευρώ και στη συνέχεια, στα πλαίσια της καταρτισθείσας συμβιβαστικής συμφωνίας, κατέβαλε σταδιακά όλο το ποσό της οφειλής της, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων υπερημερίας, της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης και των εξόδων της επιχειρηθείσας εκτέλεσης. Έτσι όμως η εγκαλούσα υπέστη αναμφισβήτητη βλάβη, αφού, πέρα από το γεγονός ότι αντιμετώπισε τον άμεσο κίνδυνο διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης της, κατέβαλε εκ νέου στην εκμισθώτρια το ήδη παραδοθέν στον εκκαλούντα ποσό των 54.000 ευρώ και επιπλέον επιβαρύνθηκε με τους αναλογούντες στο ποσό αυτό τόκους υπερημερίας, τη δικαστική δαπάνη και τα έξοδα εκτέλεσης. Ο εκκαλών, χωρίς να αμφισβητεί τη διαδοχική παράδοση σ' αυτόν του συνολικού ποσού των 54.000 ευρώ, την αιτία της παράδοσης του και την από μέρους του χρησιμοποίηση των επί μέρους ποσών για την αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών του, αρνείται τη συνδρομή στο πρόσωπο του πρόθεσης ιδιοποίησης, επικαλούμενος και το γεγονός ότι στις 22.1.2009 και 4.2.2009 επέστρεψε στην εγκαλούσα ποσά 21.000 ευρώ και 5.000 ευρώ, αντίστοιχα. Όμως, η ύπαρξη πρόθεσης ιδιοποίησης είναι αναμφισβήτητη, αφού ο εκκαλών, ενσωματώνοντας τα παραδοθέντα χρηματικά ποσά στην περιουσία του και αναλώνοντας τα για προσωπικές του ανάγκες, εκδήλωσε πανηγυρικά τέτοια πρόθεση. Η μεταγενέστερη επιστροφή μέρους των ιδιοποιηθέντων χρημάτων συνιστά εκδήλωση πρόθεσης για μείωση ή άρση της επελθούσας περιουσιακής ζημίας της εγκαλούσας και δεν αναιρεί τη δεδομένη ύπαρξη πρόθεσης ιδιοποίησης. Δεν συνεπάγεται επίσης τη μερική εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης της υπεξαίρεσης, αφού έγινε μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και ενόψει των συνεχών και επίμονων οχλήσεων της εγκαλούσας. Ισχυρίζεται επίσης εκκαλών ότι ανάλωσε για δικές του ανάγκες τα παραδοθέντα σ' αυτόν χρήματα λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων του, τα οποία οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει το επάγγελμα του για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας προβλημάτων υγείας. Ο ισχυρισμός όμως αυτός στερείται έννομης σημασίας, αφού η οικονομική ένδεια δεν αποτελεί κατά το νόμο λόγο άρσης του άδικου χαρακτήρα ή λόγο άρσης του αξιόποινου για καμιά από τις πράξεις που αποδίδονται στον εκκαλούντα. Από τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι ο εκκαλών, αποβλέποντας στο συνολικό αποτέλεσμα της πράξης του, κατακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα παραδοθέντα σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου επιμέρους χρηματικά ποσά, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 54000 ευρώ. Συνάγεται επίσης ότι ο εκκαλών έβλαψε με τις πράξεις του τα συμφέροντα της εγκαλούσας εταιρίας, τη νομική προστασία των οποίων είχε αναλάβει ως δικηγόρος. Η προκληθείσα βλάβη, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρθηκε αναλυτικά πιο πάνω, ήταν ηθελημένη, αφού ο εκκαλών γνώριζε ότι η από μέρους του μη καταβολή στην εκμισθώτρία των χρημάτων που του είχαν αναπόφευκτη συνέπεια την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου σε βάρος της εντολέα του, τον εξαναγκασμό της τελευταίας να καταβάλει εκ νέου στην εκμισθώτρια το παραδοθέν σ' αυτόν χρηματικό ποσό και την επιπλέον επιβάρυνση της με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, τη δικαστική δαπάνη και τα έξοδα εκτέλεσης. Εν όψιν των προεκτεθέντων, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα για τις πράξεις που του αποδίδονται. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε τα ίδια με το προσβαλλόμενο βούλευμα του και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, ορθά ερμήνευσε το νόμο και αξιολόγησε τα αποδεικτικά στοιχεία..." Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 13-11-2009 [Ολ. το από 13-11-2009 αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή ...] και κατ' αυτού άσκησε ο ίδιος στις 20-11-2009 ενώπιον του γραμμματέα του τμήματος βουλευμάτων, του Εφετείου Θεσ/νίκης την υπ' αριθμ. 15/2009 αίτηση αναίρεσης προβάλων ως λόγους αναίρεσης εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε δηλ. του άρθρου 375 Π.Κ. διότι "δεν προέκυψε, δεν αποδείχθηκε από την διενεργηθείσα ανάκριση και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων το στοιχείο του δόλου, ότι δεν είχε πρόθεση να ιδιοποιηθεί το χρηματικό ποσό που έλαβε και το οποίο απέδωσε εν μέρει τμηματικά, εναπομείναντος μέρος αυτού προς πλήρη εξόφληση, όχι γιατί εφοβήθη, λόγω της υποβληθείσης σε βάρος του, έγκλησης και των πιέσεων της εγκαλούσης για απόδοση των χρημάτων, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά γιατί δεν είχε πράγματι σκοπό να τα ιδιοποιηθεί" συνεπώς έπρεπε να γίνει δεκτή εν μέρει βάσιμη η έφεση του λόγω έμπρακτης μετανοίας - και "διότι δεν είχε σκοπό διαπράξεως του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου και μάλιστα πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα της εγκαλούσας..." Επί των λόγων αυτών πρέπει να σημειωθούν τα εξής:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 379§1 Π.Κ. "το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδοσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε ευτελώς το ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος".
Η άνω διάταξη καθιεροί την λεγόμενη έμπρακτη μετάνοια, προϋπόθεση της οποίας είναι η προγενέστερη, δηλ. η κατάφαση, τέλεση του οικείου εγκλήματος, ήτοι εδώ της υπεξαίρεσης. [- βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Π.Κ. τομ. γ σελ. 4 ΝΟ 3 Κωστάρα - Ειδικό Ποινικό Δίκαιο (2007) σελ. 1086 ΝΟ 5 Α.Π. 807/93 Υπεράσπιση 1993. 112Ο=Π.Χρ. ΜΓ 552 Α.Π. 162/57 Π.Χρ. Ζ 320 (321) - ] και, μεταξύ των άλλων, την απόδοση του πράγματος ή την εντέλη ικανοποίηση ή την μερική απόδοση ή ικανοποίηση του ζημιωθέντος "οικεία βουλήσει - ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως, δηλ. εξ ιδίας προαιρέσεως και ουχί εκ λόγων ανεξαρτήτων της θελήσεώς του. [βλ. Μπουρόπουλο ΟΠ Α.Π. 298/2008, Α.Π. 271/2004, Α.Π. 720/2003 κ.α. - όπως επειδή ανακαλύφθηκε η πράξη του, υπό την πίεση του παθόντος κ.λ.π. βλ. Α.Π. 1710/2003, Α.Π. 648/98, Α.Π. 1052/88 κ.α.
Εξ άλλου η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή ή μη της έμπρακτης μετάνοιας ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων εκφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου· απλά ελέγχεται αναιρετικά η σχετική αιτιολογία - βλ. Α.Π. 1704/89 Π.Χρ. Μ 824, Α.Π. 669/95 Π.Χρ. ΜΕ 1245 κ.α. Με άλλες λέξεις δεν ελέγχεται η κρίση για τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, ενώ η υπαγωγή ή μη αυτών στο άρθρο 379§1 Π.Κ. ελέγχεται. Έτσι και ο σκοπός ιδιοποίησης επί του εγκλήματος της υπεξαίρεσης βλ. Α.Π. 942/78 Π.Χρ. ΚΘ 113, Α.Π.295/73 Π.Χρ. ΚΓ 521, Α.Π. 324/66 Π.Χρ. ΙΣΤ 593, Πρ. βλ. Α.Π. 429/57 Π.Χρ. Η141, Α.Π. 207/66, Α.Π./507/76, Α.Π. 1447/86 κ.α - όπως και ο χρόνος τελέσεως αυτής βλ. Α.Π. 431/63 Π.Χρ./Δ 94 κ.α.
Ως ιδιοποίηση θεωρείται η κατακράτηση και οικειοποίηση του ξένου κινητού πράγματος - βλ. Α.Π. 1275/2006 Π.Χρ. 2007 σελ. 515, Α.Π. 347/2006 Π.Χρ. 2006 σελ. 832 κ.α. πράγμα που συμβαίνει και με την αυθαίρετη κατανάλωση των ξένων χρημάτων για ατομικές του δράστη ανάγκες.
Δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία του δόλου, ούτε ειδικότερος προσδιορισμός αυτού, ενυπάρχοντος στην περί παραπομπής κρίση, δηλ. στα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά - βλ. Α.Π. 371/2007, Α.Π. 372/2003, Α.Π. 741/2002, Α.Π. 325/2000 κ.α. Εξ άλλου η πρόθεση βλάβης στο έγκλημα της απιστίας δικηγόρου προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά βλ. Α.Π. 1520/96 Π.Χρ. ΜΖ 855. Ενόψει των ανωτέρω οι λόγοι αναίρεσης είναι και απαράδεκτοι και αβάσιμοι. Ειδικώτερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά σαφώς δέχεται [όχι μόνο την πρόθεση ιδιοποίησης αλλάς και] την ιδιοποίηση των ξένων χρημάτων από τον αναιρεσείοντα εν γνώσει τούτων, πράγμα που έλαβε χώρα με την κατανάλωση των ξένων χρημάτων για ατομικές του ανάγκες. Η σχετική κρίση αυτού - σε σχέση με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά - δεν ελέγχεται αναιρετικά. Όντως δε η κατανάλωση για ατομικές ανάγκες ξένων χρημάτων εν γνώσει τούτων συνιστά ιδιοποίηση.
Έτσι και η πρόθεση βλάβης σε σχέση με το έγκλημα της απιστίας. Εξ άλλου σε αναφορά με τον ισχυρισμό περί εμπράκτης μετανοίας - το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητά δέχεται ότι η τμηματική και μερική απόδοση δεν έλαβε χώρα "οικεία βουλήσει" αλλά "μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και ενόψει των συνεχών και επιμόνων οχλήσεων της εγκαλούσας" - ήτοι από λόγους εξωτερικούς. Επομένως δεν συνέτρεχε η άνω προϋπόθεση του άρθρου 379§1 Π.Κ. και είναι ορθή η άνω αιτιολογία. Η σχετική δε κρίση ότι όντως έλαβε χώραν μετά από τις συνεχείς και επίμονες οχλήσεις της εγκαλούσας δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού πρόκειται κρίση περί πράγματος. Να σημειωθεί εδώ ότι ο σχετικός λόγος περί ελλείψεως δόλου έρχεται σε αντίφαση με τον άλλον ισχυρισμό περί "μερικής, εμπράκτης μετανοίας αφού η τελευταία προϋποθέτει τον δόλο, όπως ελέχθη. Να σημειωθεί επίσης ότι ο ισχυρισμός περί ελλείψεως δόλου αποδεικνύεται από την επιστροφή και δη την μερική επιστροφή των χρημάτων και αληθής υποτιθέμενος - δηλ. χωρίς να ληφθούν υπόψη τα δεκτά γενόμενα από το προσβαλλόμενο βούλευμα - είναι παντελώς αβάσιμος και από πρακτικής και από νομικής απόψεως.
Τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν πράγματι την περί ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απαίτηση των άρθρων 93§3 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνω να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 15/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ' αριθμ.975/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης, και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 18-1-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στ) να συντρέχει, επιπλέον, στο πρόσωπο του υπαίτιου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστεύσεως, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 719 και 721 ΑΚ, ο μεν εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, ο δε εντολοδόχος, α) ν' αποδώσει στον εντολέα του ό,τι έλαβε κατά την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της ή και β) να καταβάλει σε τρίτους οφειλέτες του εντολέα του, ό,τι του παρέδωσε ο τελευταίος. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του και όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του, να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο ή και να προβαίνει σε καταβολές προς τρίτους με χρήματα του εντολέα του. Γι' αυτό και σε περίπτωση ιδιοποιήσεως των χρημάτων που έλαβε ο εντολοδόχος από πελάτη του για να τα καταβάλει σε οφειλέτες του εντολέα του, για την εξόφληση οφειλής του τελευταίου, τελείται έγκλημα υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 379 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος (παρ. 1). Ο υπαίτιος της πράξεως της υπεξαιρέσεως εφόσον η πράξη αυτή δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέλησή του, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του (παρ. 2). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 233 ΠΚ, δικηγόρος ή άλλος νομικός παραστάτης που βλάπτει με πρόθεσή του εκείνον, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία ή που στην ίδια ένδικη υπόθεση βοηθεί με συμβουλές ή με παροχή υπηρεσίας και τους δύο διαδίκους, είτε ταυτόχρονα είτε διαδοχικά, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου, απαιτείται, εκτός του να είναι ο υπαίτιος δικηγόρος κατά την έννοια του ν. 3026/1954 "Περί Κώδικος Δικηγόρων", ή άλλος νομικός παραστάτης και να έχει αναλάβει τη νομική προστασία των συμφερόντων άλλων, και πρόθεση βλάβης των συμφερόντων των άλλων και επέλευση αυτής, η οποία μπορεί να είναι περιουσιακή, προσωπική, ηθική ή δικονομική. Μεταξύ των εγκλημάτων της υπεξαιρέσεως και απιστίας δικηγόρου, υφίσταται, αληθής συρροή, τα εγκλήματα είναι ανεξάρτητα και αυτοτελή, συντιθέμενα εκ διαφόρων το καθένα στοιχείων και έχουν διαφορετικό προστατευόμενο έννομο αγαθό, αφού η μεν υπεξαίρεση αναφέρεται στην ιδιοκτησία, ενώ με τη διάταξη απιστίας δικηγόρου προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η νομική προστασία κατά την απονομή της δικαιοσύνης.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 975/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά του 835/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής του, παραπέμφθηκε (ο αναιρεσείων) στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως εντολοδόχος, κατ'εξακολούθηση και απιστίας δικηγόρου. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού και δη των αναφερομένων σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην εισαγγελική αυτή πρόταση: "Με το από 9.6.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό η εγκαλούσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης μίσθωσε από την εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Κτηματική και Οικοδομική Εταιρία Θεσσαλονίκης" ένα ακίνητο της τελευταίας και συγκεκριμένα τους επτά κύριους ορόφους (πρώτο έως έβδομο της επί της οδού ... πολυόροφης οικοδομής, προκειμένου να στεγάσει και να λειτουργήσει εκεί την επιχείρηση της ιδιωτικού μουσικού ωδείου. Μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2006 η μισθώτρια υπήρξε συνεπής ως προς την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης της για καταβολή του μισθώματος, το οποίο, μετά από συνεχείς αναπροσαρμογές, ανήλθε για το έτος 2006 στο ποσό των 6.288,8 ευρώ μηνιαίως, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου. Από τον Μάιο όμως του 2006 και εφεξής δεν πλήρωνε το μίσθωμα, λόγω του διαμορφωνέντος πολύ μεγάλου ύψους αυτού και της οικονομικής αδυναμίας της Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2006 η εγκαλούσα ανέθεσε δια της νομίμου εκπροσώπου της στον εκκαλούντα, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, να διαπραγματευθεί με το νόμιμο εκπρόσωπο της εκμισθώτριας εταιρίας τη μείωση του τιμήματος κα ι τον καθορισμό αυτού στο ποσό των 3.500 ευρώ μηνιαίως περί που. Ο εκκαλών, υποστηρίζοντας ότι η πρόταση για αναπροσαρμογή του μισθώματος θα είχε μεγαλύτερη πιθανότητα αποδοχής αν συνοδευόταν με την ταυτόχρονη προσφορά όλων των οφειλομένων μέχρι τότε μισθωμάτων, υπολογιζομένων με βάση το ύψος της αιτούμενης αναπροσαρμογής, ζήτησε από την νόμιμη εκπρόσωπο της εγκαλούσας να του παραδώσει το απαιτούμενο για την κατά τον παραπάνω τρόπο εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων χρηματικό ποσό. Πράγματι, στις 29.9.2006, η νόμιμη εκπρόσωπος της εγκαλούσας παρέδωσε στον εκκαλούντα το ποσό των 7.150 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα μειωμένα μισθώματα των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 2006. Ο εκκαλών περιορίσθηκε στην για λογαριασμό της εντολέα του αποστολή προς την εκμισθώτρια μιας εξώδικης δήλωσης, με την οποία ζήτησε τη μείωση του μισθώματος περίπου στο ήμισυ, προσφερόμενος αόριστα για την άμεση καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων. Πέρα από την αποστολή της εξώδικης δήλωσης, ο εκκαλών δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Επίσης δεν κατ έβαλε ποτέ στη μισθώτρια ούτε προσφέρθηκε πραγματικά να καταβάλλει το παραδοθέν σ' αυτόν ποσό των 7.150 ευρώ, το οποίο, αμέσως μετά την παράδοση του, ιδιοποιήθηκε παράνομα, αναλώνοντας του για την κάλυψη προσωπικών αναγκών του. Ιδιοποιήθηκε επίσης παράνομα με τον ίδιο τρόπο τα χρηματικά ποσά των 20.000 ευρώ και 14.070 ευρώ τα οποία του παραδώθηκαν για τον ίδιο σκοπό από τη νόμιμη εκπρόσωπο της μισθώτριας στις 15.10.2006 και στις 2.11.2006, αντίστοιχα. Στις 7.11.2006 επιδόθηκε στην εγκαλούσα η από 3.11.2006 εξώδικη δήλωση - όχληση της εκμισθώτριας εταιρείας, με την οποία η τελευταία την καλούσε να καταβάλει άμεσα τα φερόμενα ως οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Μαΐου έως και Οκτωβρίου 2006. Η επίδοση του εγγράφου αυτού καθιστούσε έκδηλη την επικείμενη κατάθεση από μέρους της εκμισθώτριας αίτησης για έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου ακινήτου, αφού η προηγούμενη έγγραφη όχληση του υπερήμερου περί την καταβολή μισθωμάτων μισθωτή αποτελεί κατά το νόμο προϋπόθεση για την κατάθεση τέτοιας αίτησης. Παρ' όλα αυτά, ο εκκαλών άφηνε να εννοηθεί με τη συμπεριφορά του ότι είχε καταβάλει στην εκμισθώτρια όλα τα παραδοθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά. Μάλιστα, ισχυριζόμενος ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκμισθώτριας αρνούνταν να προβεί σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για τη μείωση του μισθώματος χωρίς την προηγούμενη καταβολή όλων των οφειλομένων μισθωμάτων, με βάση το διαμορφωθέν για το έτος 2006 ύψος του μισθώματος, ζήτησε από τη νόμιμη εκπρόσωπο της εγκαλούσας να του παραδώσει και άλλα χρήματα, ώστε να εξοφλήσει με την καταβολή τους στην εκμισθώτρια όλα τα οφειλόμενα μισθώματα και να καταστήσει έτσι εφικτή την έναρξη της διαπραγμάτευσης για τη μείωση του μισθώματος για το μέλλον. Ενόψει αυτού η νόμιμη εκπρόσωπος της εγκαλούσας κατέβαλε στις 11.12.2006 το ποσό των 7.070 ευρώ, ενώ επακολούθησε, σε μη προσδιορισθείσα ημέρα, και άλλη καταβολή, με συνέπεια ο ύφος των διαδοχικά παραδοθέντων σ' αυτόν χρηματικών ποσών να ανέλθει σε 54.000 ευρώ. Και τα ποσά όμως αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο παράνομης ιδιοποίησης από μέρος του εκκαλούντα ο οποίος, αμέσως μετά την παράδοση τους σ' αυτόν, τα ανάλωσε για την αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών του. Στο μεταξύ η εκμισθώτρια εταιρία κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 7.12.2006 αίτησή της, με την οποία, επικαλούμενη τη μη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και την προηγηθείσα έγγραφη όχληση της μισθώτριας, ζήτησε την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό ... διαταγή απόδοσης μισθίου του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η εγκαλούσα να αποδώσει στην εκμισθώτρια το επίδικο ακίνητο και να της καταβάλει τα ορισθέντα, στο ποσό των 117 ευρω δικαστικά της έξοδα. Αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της παραπάνω διαταγής, μαζί με επιταγή για παράδοση του μισθίου και καταβολή του συνολικού ποσού των 252 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, τέλος απογράφου, έξοδα επίδοσης και αμοιβή σύνταξης της επιταγής επιδόθηκε στην εγκαλούσα στις 23.2.2007. Τότε η νόμιμη εκπρόσωπος της τελευταίας αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι ο εκκαλών δεν είχε καταβάλει στην εκμισθώτρια, αλλά είχε παρακράτησει και ιδιοποιηθεί παράνομα τα διαδοχικά παραδοθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 2.3.2007, η εκμισθώτρια εταιρία επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση με βάση τον χορηγηθέντα σ' αυτήν εκτελεστό τίτλο. Μάλιστα, ο επιφορτισμένος με την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής προέβη στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης. Τελικά αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή η πραγματική αποβολή της εγκαλούσας από το μίσθιο, αφού η νόμιμη εκπρόσωπος της κατέβαλε άμεσα στην εκμισθώτρια το ποσό των 10.000 ευρώ και στη συνέχεια, στα πλαίσια της καταρτισθείσας συμβιβαστικής συμφωνίας, κατ έβαλε σταδιακά όλο το ποσό της οφειλής της, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων υπερημερίας, της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης και των εξόδων της επιχειρηθείσας εκτέλεσης. Έτσι όμως η εγκαλούσα υπέστη αναμφισβήτητη βλάβη, αφού, πέρα από το γεγονός ότι αντιμετώπισε τον άμεσο κίνδυνο διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης της, κατ έβαλε εκ νέου στην εκμισθώτρια το ήδη παραδοθέν στον εκκαλούντα ποσό των 54.000 ευρώ και επιπλέον επιβαρύνθηκε με τους αναλογούν τ ες στο ποσό αυτό τόκους υπερημερίας, τη δικαστική δαπάνη και τα έξοδα εκτέλεσης. Ο εκκαλών, χωρίς να αμφισβητεί τη διαδοχική παράδοση σ' αυτόν του συνολικού ποσού των 54.000 ευρώ, την αιτία της παράδοσης του και την από μέρους του χρησιμοποίηση των επί μέρους ποσών για την αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών του, αρνείται τη συνδρομή στο πρόσωπο του πρόθεσης ιδιοποίησης, επικαλούμενος και το γεγονός ότι στις 22.1.2009 και 4.2.2009 επέστρεψε στην εγκαλούσα ποσά 21.000 ευρώ και 5.000 ευρώ, αντίστοιχα. Όμως, η ύπαρξη πρόθεσης ιδιοποίησης είναι αναμφισβήτητη, αφού ο εκκαλών, ενσωματώνοντας τα παραδοθέντα χρηματικά ποσά στην περιουσία του και αναλώνοντας τα για προσωπικές του ανάγκες, εκδήλωσε πανηγυρικά τέτοια πρόθεση. Η μεταγενέστερη επιστροφή μέρους των ιδιοποιηθέντων χρημάτων συνιστά εκδήλωση πρόθεσης για μείωση ή άρση της επελθούσας περιουσιακής ζημίας της εγκαλούσας και δεν αναιρεί τη δεδομένη ύπαρξη πρόθεσης ιδιοποίησης. Δεν συνεπάγεται επίσης τη μερική εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης της υπεξαίρεσης, αφού έγινε μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και ενόψει των συνεχών και επίμονων οχλήσεων της εγκαλούσας. Ισχυρίζεται επίσης ο εκκαλών ότι ανάλωσε για δικές του ανάγκες τα παραδοθέντα σ' αυτόν χρήματα λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων του, τα οποία οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει το επάγγελμα του για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας προβλημάτων υγείας. Ο ισχυρισμός όμως αυτός στερείται έννομης σημασίας, αφού η οικονομική ένδεια δεν αποτελεί κατά το νόμο λόγο άρσης του άδικου χαρακτήρα ή λόγο άρσης του αξιόποινου για καμιά από τις πράξεις που αποδίδονται στον εκκαλούντα. Από τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι ο εκκαλών, αποβλέποντας στο συνολικό αποτέλεσμα της πράξης του, κατακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα παραδοθέντα σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου επιμέρους χρηματικά ποσά, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 54000 ευρώ. Συνάγεται επίσης ότι ο εκκαλών έβλαψε με τις πράξεις του τα συμφέροντα της εγκαλούσας εταιρίας, τη νομική προστασία των οποίων είχε ανάλαβει ως δικηγόρος. Η προκληθείσα βλάβη, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρθηκε αναλυτικά πιο πάνω, ήταν ηθελημένη, αφού ο εκκαλών γνώριζε ότι η από μέρους του μη καταβολή στην εκμισθώτρια των χρημάτων που του είχαν παραδοθεί για το σκοπό αυτόν θα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια την έκδοση διαταγής απόδοσης μ ισθ ίου σε βάρος της εντολέα του, τον εξαναγκασμό της τελευταίας να καταβάλει εκ νέου στην εκμισθώτρια το παραδοθέν σ' αυτόν χρηματικό ποσό και την επιπλέον επιβάρυνση της με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, τη δικαστική δαπάνη και τα έξοδα εκτέλεσης. Εν όψιν των προεκτεθέντων, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα για τις πράξεις που του αποδίδονται". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (54.000 ευρώ) κατ' εξακολούθηση και της απιστίας δικηγόρου φερομένων ως τελεσθέντων υπό του κατηγορουμένου δικηγόρου ως εντολοδόχου της εγκαλούσας εταιρείας, για τα οποία παραπέμπεται και που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1,27 παρ.1, 98, 375 παρ.1,2 και 233 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά και το προσβαλλόμενο βούλευμα δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του κατηγορουμένου, υπό τα παραπάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών, που δέχεται: α) τέλεση υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, αφού δέχεται εκ μέρους του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου δικηγόρου, τελούντος σε γνώση τούτων, ως εντολοδόχου, ιδιοποίηση, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, των χρημάτων της εγκαλούσας εντολέως πελάτιδός του εταιρείας, συνολικού ποσού 54.000 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και που του είχε αυτή, ως μισθώτρια παραδώσει, με εντολή να τα καταβάλει, ως οφειλόμενα καθυστερούμενα μισθώματα, στην εκμισθώτρια εταιρεία, υπεξαίρεση που έλαβε χώρα με την κατανάλωση υπ'αυτού των ξένων χρημάτων για τις ατομικές του ανάγκες και β) πρόθεση του αναιρεσείοντος, ως εντολοδόχου δικηγόρου, για βλάβη των συμφερόντων της πελάτιδός του εγκαλούσας εταιρείας, υπήγαγε σωστά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε ήτοι ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1,2 και του 233 του ΠΚ. Επίσης, με την παραδοχή, ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου τμηματική και μερική απόδοση των υπεξαιρεθέντων χρημάτων της εγκαλούσας εταιρείας, (26.000 ευρώ), δεν έλαβε χώρα οικειοθελώς, πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές, χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων, αλλά μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως και ενόψει των συνεχών και επίμονων οχλήσεων της εγκαλούσας και ότι δε συνέτρεχαν επομένως οι όροι εφαρμογής του άρθρου 379 παρ. 1 του ΠΚ, περί εμπράκτου μετανοίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δικηγόρου ότι δεν αποδείχθηκε ο δόλος και δη η πρόθεση αυτού για ιδιοποίηση των χρημάτων της εγκαλούσας πελάτιδός του εταιρείας, ότι δεν είχε σκοπό προκλήσεως βλάβης στα συμφέροντα αυτής, καθόσον αυτός άσκησε ανακοπή κατά της εκδοθείσας διαταγής αποδόσεως του μισθίου, η οποία δε συζητήθηκε με ευθύνη της εγκαλούσας, καθώς και ότι προέβη σε τμηματική καταβολή όχι από φόβο , λόγω της σε βάρος του υποβληθείσας εγκλήσεως και των πιέσεων της εγκαλούσας, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου , γιαυτό και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και δη των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 15/20-11-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του 975/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ