Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 538 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Βούλευμα. Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ εξέλιπε το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, το οποίο απορρίπτει ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη έφεση της αναιρεσείουσας. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 538/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-πολιτικώς ενάγουσας Ψ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενους τους 1) Χ1 , 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-πολιτικώς ενάγουσα, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1091/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 404/6-8-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 11/30-5-2008 αίτηση αναιρέσεως της Ψ, ως πολιτικώς ενάγουσας, κατά του υπ'αριθμ. 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, είναι απαράδεκτο και ως τέτοιο απορριπτέο. Από την παράγραφο δε 2 του ιδίου άρθρου (όπως αντικ. με αρ. 38 ν.3160/30-6-2003) προκύπτει ότι μόνο κατά της απόφασης και όχι του βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 389/2008 βούλευμά του απέρριψε ως απαράδεκτη την υπ'αριθμ. 6/26-2-2008 έφεση της αναιρεσείουσας, ως πολιτικώς ενάγουσας, κατά του υπ'αριθμ. 48/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Κατά του εν λόγω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης άσκησε η αναιρεσείουσα ως πολιτικώς ενάγουσα, αυτοπροσώπως, την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, η οποία, κατά τη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού κατά του βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο δεν επιτρέπεται αναίρεση, ούτε εκ μέρους του κατηγορουμένου και φυσικά ούτε εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 11/2008 αίτηση αναίρεσης της Ψ, ως πολιτικώς ενάγουσας, κατά του υπ'αριθμ. 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με τα άρθρα 38 και 41 παρ. 1 του Νόμου 3160/2003, η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 31 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 30 Ιουνίου 2003 (ΦΕΚ 165/306/2003, τεύχος Α') αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως τα άρθρα 476 παρ. 2 και 481 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Έτσι, μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, δεν επιτρέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Μετά δε την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση και του άρθρου 482 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εξέλιπε πλέον το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, το οποίο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη ή την παύει οριστικώς ή προσωρινώς. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων, από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται η άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, καθώς και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Εν προκειμένω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το 48/2008 βούλευμα του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και Χ5για παράβαση καθήκοντος και αυτοδικία κατ' εξακολούθηση κατά του πρώτου και για άμεση συνεργεία σε αυτοδικία κατ' εξακολούθηση κατά των λοιπών. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η αναιρεσείουσα, πολιτικώς ενάγουσα, Ψ έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο με το 389/2008 βούλευμα του απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Η ως άνω πολιτικώς ενάγουσα, άσκησε κατά του παραπάνω 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης την 11/30.5.2008 αίτηση αναιρέσεως. Όμως, αφού η αναίρεση αυτή ασκήθηκε στις 30 Μαΐου 2008, δηλαδή μετά τις 30 Ιουνίου 2003, που άρχισε η ισχύς του Ν. 3160/2003, ήτοι ημερομηνία από την οποία μετά την κατά τα ανωτέρω επελθούσα νομοθετική μεταβολή, εξέλιπε πλέον το με το προηγούμενο νομικό καθεστώς δικαίωμα της αναιρεσείουσας πολιτικώς ενάγουσας να ζητήσει την αναίρεση του προσβαλλόμενου 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν έχει πλέον το δικαίωμα για την άσκησή της και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση της από τον πολιτικώς ενάγοντα. Επομένως και ενόψει των προεκτεθέντων, η υπό κρίσην αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 11/2008 αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας Ψ κατά του 389/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή