Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1736 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για απάτη. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμενης αιτιολογίας, β) μη απάντηση σε αίτημα του κατηγορούμενου να εξετασθούν μάρτυρες και διαταχθεί διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, γ) εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και υπέρβαση εξουσίας λόγω του ότι το δικαστήριο δεν κήρυξε εαυτό αναρμόδιο αν και ο Εισαγγελέας Εφετών με διάταξή του είχε κάνει δεκτή προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος.




Αριθμός 1736/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ράλλη, περί αναιρέσεως της 212/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.2.2007 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 14.3.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 677/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Κατά το άρθρο 322 § 2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας Εφετών όταν ασκηθεί προσφυγή από τον κατηγορούμενο κατά του κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημ/κών, που τον παρέπεμψε απ' ευθείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου, έχει τη δυνατότητα ή να απορρίψει την προσφυγή, όταν η παραπομπή είναι απολύτως εδραιωμένη, ή να παραγγείλει τη συμπλήρωση της προανακρίσεως ή να διατάξει την διενέργεια κυρίας ανακρίσεως ή να παραγγείλει την απ' ευθείας εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστικό Συμβούλιο, όταν η διενέργεια προανάκρισης ή η συμπλήρωσή της δεν είναι αναγκαία επειδή η υπόθεση είναι ώριμη και δεν έχει ανάγκη περαιτέρω διευκρίνισης (βλ. Ολ. ΑΠ 234/1962). Στην περίπτωση αυτή, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών είναι υποχρεωμένος να εισαγάγει με πρότασή του την υπόθεση στο Συμβούλιο, δεσμευόμενος ιεραρχικά μόνον προς τούτο, την εισαγωγή δηλαδή της υπόθεσης στο Συμβούλιο, ως τυπική διαδικαστική πράξη, και όχι ως προς τη διατύπωση κρίσεως επί της υποθέσεως κατά την ανάπτυξη της προτάσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου, το οποίο και επιλαμβάνεται υποχρεωτικά και αποφασίζει με ελεύθερη κρίση επί της υποθέσεως. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό της παραπάνω διατάξεως με εκείνες των άρθρων 307 ΚΠΔ (για την αρμοδιότητα του συμβουλίου) και 320 ΚΠΔ για την έναρξη της κύριας διαδικασίας της ποινικής δίκης, συνάγεται ότι το συμβούλιο, στις περιπτώσεις αυτές, κρίνει για την υπόθεση (δηλαδή την κατηγορία), η οποία επανέρχεται στο στάδιο της προδικασίας και όχι της προσφυγής, δεν επικυρώνει δε με το τυχόν παραπεμπτικό βούλευμά του την αρχική παραπομπή δι' απευθείας κλήσης, που έχει ήδη ανατραπεί με τη θετική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών επί της προσφυγής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση, το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 173 παράγραφος 2 του ΚΠοινΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παράγραφος 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 321 παράγραφοι 1 και 4 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν παρίσταται ανάγκη και, άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) την χρονολογία, ημέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη κατά το άρθρο 27 παράγραφος 2. Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα ορίζονται περιοριστικώς. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Δύναται όμως ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ' άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή, ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται, εφόσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανακρίσεως. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προεβλήθησαν δια της κατ' άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγής ή προβληθείσες απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητας αυτής. Συνακόλουθα, δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής και να παραπέμψει και πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας ή όχι λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν υποβληθείσης μηνύσεως ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Τρικάλων σε βάρος του Χ1, κατοίκου ..., για απάτη κατ' εξακολούθηση (άρθρα 386 παράγραφος 1, 98 παράγραφος 1 ΠΚ), πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στα ..., από το έτος 1998 έως τον Αύγουστο του 2003, και διατάχθηκε η διενέργεια προανακρίσεως, μετά το πέρας της οποίας ο ως άνω κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το υπ' αριθμ. 235/2004 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της ανωτέρω πράξεως, κατά τη δικάσιμο της 1-6-2004. Κατά του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 12-5-2004, ασκήθηκε από αυτόν νομότυπα η υπ' αριθμ. 15/13-5-2004 εμπρόθεσμη προσφυγή, που έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 61/2004 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, ο οποίος παρήγγειλε την εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Τρικάλων. Η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου με την υπ' αριθ. 133/2004 πρόταση του Αντιεισαγγελέως Πλημ/κών, ο οποίος πρότεινε την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων, για να δικασθεί για απάτη, η πρότασή του δε αυτή έγινε δεκτή από το εν λόγω Συμβούλιο και με το 152/2004 βούλευμά του, το οποίο κατέστη αμετάκλητο, χωρίς ο κατηγορούμενος ν' ασκήσει κατ' αυτού ένδικο μέσο. Συνακόλουθα, είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 του ΚΠΔ πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και τρίτος των προσθέτων, με τον οποίο αποδίδεται στο κατ' έφεση δικάσαν Εφετείο Λαρίσης ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και καθ' υπέρβαση εξουσίας, δεν κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, αν και δεν είχε δικαιοδοσία ν' αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού παρά τον νόμο το Συμβούλιο Πλημ/κών Τρικάλων παρέπεμψε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον αναιρεσείοντα για να δικασθεί για απάτη, αν και ο Εισαγγελέας Εφετών είχε κάνει δεκτή την προσφυγή του κατά του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος. Και τούτο, καθόσον ανεξάρτητα από την αβασιμότητά της, κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα, αφού τόσο ο Εισαγγελέας Πλημ/κών που εισήγαγε την υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημ/κών, όσο και το τελευταίο δεν δεσμεύονταν να έχουν διαφορετική επί της ουσίας κρίση από εκείνη του Εισαγγελέα Εφετών που διατυπώθηκε στη διάταξή του, με την οποία έκανε δεκτή την προσφυγή του δι' απευθείας κλήσεως παραπεμφθέντος στο ακροατήριο, η αποδιδόμενη με τους λόγους αυτούς πλημμέλεια της προδικασίας έπρεπε να είχε προβληθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, πράγμα το οποίο από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι συνέβη.
II.Κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Αιτιολογία απαιτείται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είναι ασφαλιστικός πράκτορας και ασχολείται με την πρακτόρευση ασφαλιστικών εταιριών υποδεικνύοντας σε τρίτους την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων με τις άνω εταιρίες, για την κάλυψη της ευθύνης του από τροχαία ατυχήματα. Ο εγκαλών, κάτοικος ..., ήταν επί σειρά ετών πελάτης του κατηγορουμένου και είχε σ' αυτόν ασφαλίσει το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ επιβατηγό αυτοκίνητο, έχοντας την πεποίθηση ότι ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία GENERAL UNION, καταβάλλοντας τα σχετικά ποσά ασφάλισης. Το ως άνω αυτοκίνητο καταστράφηκε, λόγω ατυχήματος. Έτσι ο εγκαλών αγόρασε το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο και την 8-8-2002 απευθύνθηκε και πάλι στον κατηγορούμενο. Πράγματι ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι ασφάλισε το ως άνω αυτοκίνητο στην ίδια ασφαλιστική εταιρία, αφού κατεβλήθησαν και τα σχετικά ασφάλιστρα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 ευρώ περίπου. Στην πραγματικότητα όμως, ο κατηγορούμενος δεν προέβη ποτέ στην ασφάλιση του ως άνω αυτοκινήτου, αν και διαβεβαίωνε τον εγκαλούντα για αυτό το γεγονός. Ότι το ως άνω αυτοκίνητο δεν ασφαλίστηκε ποτέ στην ως άνω εταιρία προκύπτει σαφώς από την βεβαίωση της άνω εταιρίας ότι ουδέποτε προέβη στην ασφάλισή του. Βεβαίως, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται πως ο εγκαλών, αν και καταστράφηκε το πρώτο όχημά του, δεν τον ειδοποίησε γι' αυτό το γεγονός και κατέβαλε τα ασφάλιστρα και συνεπώς ο ίδιος πίστευε πως εισέπραττε ασφάλιστρα γι' αυτό και όχι για το επίδικο αυτοκίνητο, το οποίο ουδέποτε ασφάλισε, παρά μόνο προσωρινά για ένα μήνα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώνεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και δεν εξηγείται πειστικά για ποιο λόγο ο εγκαλών, χρόνια πελάτης του κατηγορουμένου, επέστρεψε αυθημερόν το προσωρινό σήμα και ακύρωσε τη σύμβαση ασφάλισής του, αφού δεν είχε κανένα λόγο προ τούτο. Άλλωστε, ο εγκαλών αμφισβητεί ότι υπέγραψε ποτέ την υπεύθυνη δήλωση ακύρωσης της 8-8-2002. Εξάλλου οι προσκομιζόμενες από τον κατηγορούμενο φωτοτυπίες συμβάσεις ασφάλισης, σήματα κλπ άλλων ασφαλιστικών εταιριών δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση το Δικαστήριο, ότι δηλαδή το επίδικο αυτοκίνητο ήταν πράγματι ασφαλισμένο σε κάποια απ' αυτές και προφανώς χρησιμοποιούντο από τον κατηγορούμενο διάφορες χρονικές περιόδους για να προβαίνει σε αλλαγές ασφαλιστικών εταιριών, χωρίς να το γνωρίζουν οι ασφαλισμένοι του. Η κρίση δε του Δικαστηρίου, ότι πράγματι ο κατηγορούμενος δεν προέβη ποτέ στην ασφάλιση του επίδικου αυτοκινήτου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατηγορήθηκε και από άλλους ασφαλισμένους, όπως κάποιον ... από την ...., όπως κατέθεσε ο εγκαλών. Ο τελευταίος βέβαια ισχυρίσθηκε ότι στην πραγματικότητα ούτε το πρώτο αυτοκίνητο ήταν ποτέ ασφαλισμένο, αλλά αυτό το γεγονός δεν επιβεβαιώνεται από την αναφερομένη βεβαίωση της GENERAL UNION, ελλείψει σχετικών αρχείων. Επομένως, ενόψει των παραπάνω, αφού αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εν γνώσει του παρέστησε στον εγκαλούντα ότι είχε προβεί στην ασφάλιση του επίδικου ... αυτοκινήτου, ενώ αυτό ήταν ψευδές και συνακόλουθα ο τελευταίος υπέστη περιουσιακή βλάβη, δηλαδή την καταβολή ασφαλίστρων, ανερχόμενη στο ποσό των 220 ευρώ, με αντίστοιχο όφελος του κατηγορουμένου, στο οποίο σκοπούσε ο τελευταίος, πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος της αποδιδόμενης πράξης. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παράγραφος 1 του Π.Κ., που εφαρμόστηκε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα: α) Από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Εφετείο για την καταδικαστική του κρίση, και των εγγράφων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι τούτο έλαβε υπόψη του και το με ημερομηνία 8.8.2002 έγγραφο ασφάλειας Χ1 ως και την με την ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωση Ψ1. Για το τελευταίο μάλιστα έγγραφο, γίνεται ρητή μνεία στο κείμενο του σκεπτικού και με ειδικότερη σκέψη αιτιολογείται ο λόγος για τον οποίο δεν πείθεται το Δικαστήριο ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια το περιεχόμενό του. β) Επίσης, από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της μνείας και της ανωμοτί κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντος, προκύπτει με βεβαιότητα ότι η το δικαστήριο την έλαβε υπόψη του και την αξιολόγησε.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ σχετικός λόγος της κυρίας αναίρεσης και ο πρώτος του δικογράφου των προσθέτων, αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος δεδομένου ότι δεν προκύπτει από κανένα σημείο των πρακτικών, ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, που εκπροσώπησε αυτόν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέβαλε ορισμένως τα αιτήματα α) να κληθούν και να καταθέσουν ως μάρτυρες η .... και η ... και β) να διαταχθεί η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει, απόρριψη μη υποβληθέντων αιτημάτων, και ο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ οι, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στο Εφετείο εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι μ' αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι από 11.3.2008 πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.2.2007 αίτηση του Χ1 και τους από 14.3.2008 προσθέτους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 212/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ