Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1210 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Δυσφήμηση συκοφαντική.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση και απόρριψη ως αβασίμων λόγων αναίρεσης α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τα θεμε-λιούντα την αξιόποινη πράξη στοιχεία την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και ειδικότερα ως προς τη γνώση του ψευδούς ισχυρισμού, β) εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 ΠΚ, γ) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε και δ) έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη διάταξη για επιμερισμό της ποινής (άρθρο 79 ΠΚ). Απορρίπτει.




Αριθμός 1210/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θρασύβουλο Κονταξή, περί αναιρέσεως της 44/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1718/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά δε το άρθρο 363 Π Κ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ' άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ'είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την προσβαλλόμενη 44/2008 απόφασή του, που εξέδωσε δέχθηκε κατά πλειοψηφία με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Ξ και ο σύζυγος της κατηγορουμένης Ζ, είναι αδέλφια, και είχαν διαφορά σχετικά με τη λειτουργία ανελκυστήρα σε πολυώροφη οικοδομή συνιδιοκτησίας τους στην πόλη των .... Επί αιτήσεως της πρώτης κατά του δευτέρου εκδόθηκε η 210/24.11.2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, η οποία υποχρέωσε τον Ζ να αποκαταστήσει τη λειτουργία του ανελκυστήρα της οικοδομής κατά τρόπο ώστε να είναι ομαλή και απρόσκοπτη η χρήση του και από την ως άνω αδελφή του, επιτρέποντας στην τελευταία την αποκατάσταση με δαπάνες του Ζ αν αυτός δεν προβεί ο ίδιος στην αποκατάσταση. Ο Ζ δε συμμορφώθηκε εκουσίως με την απόφαση και την 11.1.2001 έλαβε χώρα αναγκαστική εκτέλεση αυτής από την δικαστική επιμελήτρια Φ, με τη συνδρομή των αστυνομικών υπαλλήλων .... και ... και των ... και ...., κλειδαρά και τεχνίτη -συντηρητή ανελκυστήρων αντίστοιχα, ύστερα από παραγγελία του δικηγόρου της Ξ Ψ. Η εκτέλεση της αποφάσεως έλαβε χώρα με όλους τους νόμιμους τύπους, γεγονός που εκ της τότε ιδιότητάς της ως δικαστικής λειτουργού γνώριζε η κατηγορουμένη. Στις 15.2.2001 η κατηγορουμένη και ο σύζυγός της υπέβαλαν εναντίον όλων των ανωτέρω, επισπεύδουσας την εκτέλεση Ξ, δικαστικής επιμελήτριας, αστυνομικών, κλειδαρά, τεχνίτη ανελκυστήρων και του συζύγου της επισπεύδουσας Θ, έγκληση, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για παραβίαση οικιακού ασύλου εναντίον της δικαστικής επιμελήτριας και των αστυνομικών, για διατάραξη οικιακής ειρήνης εναντίον του κλειδαρά και του τεχνίτη ανελκυστήρων, για κλοπή κατά της επισπεύδουσας και του συζύγου της και για υπεξαγωγή εγγράφων κατά του τελευταίου και διατάχθηκε η διενέργεια προανακρίσεως. Μετά το πέρας της προανακρίσεως με το 51/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γρεβενών απαλλάχθηκαν οι κατηγορούμενοι αυτοί, αφού κατά την κρίση του Συμβουλίου δεν προέκυψαν ενδείξεις κατά των κατηγορουμένων, επιβλήθηκαν δε σε βάρος των εγκαλούντων τότε, Ζ και της τώρα κατηγορουμένης, τα δικαστικά έξοδα, διότι οι εγκλήσεις θεωρήθηκαν παντελώς ψευδείς και εκ δόλου υποβληθείσες. Κατά του βουλεύματος αυτού οι εγκαλούντες άσκησαν εφέσεις οι οποίες απορρίφθηκαν, του μεν Ζ ως απαράδεκτη, της δε κατηγορουμένης κατ' ουσίαν. Κατά το στάδιο της προανακρίσεως επί της προαναφερομένης υποθέσεως ή κατηγορουμένη κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Γρεβενών στις 22.5.2001, η κατάθεσή της δε, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να περατωθεί την ίδια ως άνω ημέρα, συνεχίσθηκε και την επομένη 23.5.2001. Στην κατάθεσή της αυτή η κατηγορουμένη κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής: Την 22.5.2001 "θέλω να καταθέσω ότι εκ του γεγονότος και μόνον ότι οι μηνυόμενοι με συνεργεία του δικηγόρου Ψ επέλεξαν ως χρόνο εκτελέσεως της ανεκτέλεστης αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων, την 11-1-2001, ημέρα που γνώριζαν όλοι ότι λείπαμε από το σπίτι μας, καταδεικνύει την πρόθεσή τους να προβούν στα αδικήματα στα οποία προέβησαν.... εδώ φαίνεται η αντιφατικότητα του κυκλώματος Ψ.... η Φ να βρεθεί συνεργάτιδα και αυτό δεν με εκπλήσσει του κυκλώματος Ψ.... Ο καθένας λοιπόν από πλευράς του, ΘΞ, ζεύγος και υιός, Φ και Ψ αλληλοεξαρτώμενοι από κακίες και πάθη τους όσον αφορά το πρόσωπό μου, ο καθένας έπραξε ανάλογα και το αντίστοιχο αδίκημα με ιθύνοντα νου κατά την ακράδαντη πλέον πεποίθησή μου τον Ψ. Εκείνο όμως που καθιστά όλη την ιστορία θλιβερή είναι ότι ο Ψ κατόρθωσε να συσπειρώσει τα παντοειδώς δυσαρεστημένα υποκείμενα και να τα χρησιμοποιήσει, χρησιμοποιούμενος. Βέβαια το φαινόμενο να μου κλαπούν έγγραφα σημαντικά και δη δικαστικές αποφάσεις δεν με εκπλήσσει πλέον διότι ο Ψ μεταξύ άλλων συσπειρωθέντων περί αυτόν βρήκε και τον πατέρα του παιδιού μου.... όντως μου ρίξανε λάσπη και ο Ψ μετά του τέως συζύγου μου πήγαν να επισκεφθούν τον Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου και τους έβγαλε έξω.... είχαν όλοι αυτοί καταστρώσει σχέδιο διωγμού μου με αρχιμάστορα τον Ψ και τον Δ, που στην πορεία κατέληξαν να πολλαπλασιάζονται και να απλώνονται σαν γάγγραινα...". Την 23-5-2001, συνεχίζουσα την κατάθεσή της ενώπιον της ιδίας Πταισματοδίκου και της ιδίας γραμματέως, κατέθεσε "Προσπάθησε ο Ψ κυρίως δια της αφαιρέσεως των συγκεκριμένων δικογραφιών να μου δημιουργήσουν ένα πρόσθετο πρόβλημα... Πάντως θέλω να πω και πάλι ότι ο τρόπος με τον οποίο έγινε η έρευνα (για την απώλεια των δικογραφιών) κατέδειξε ότι κανενός δεν ίδρωσε το αυτί, αν ένας δικαστής έχασε πέντε δικογραφίες. Επειδή ο δικαστής αυτός τυγχάνει να είμαι εγώ και επειδή στο προσκήνιο προβάλλει πρώτος και καλύτερος ο Ψ, δεν μου μένει αμφιβολία καμία ότι κάποιος από όλους ή και όλοι μαζί καθένας με τον τρόπο του, αφήρεσε τα συγκεκριμένα πράγματα... Όλα αυτά δείχνουν μια αήθη και απαράδεκτη συμπεριφορά που με την ποδηγεσία του Ψ, δήθεν νομικού παραστάτη και με την πεποίθηση πλέον, σύμφωνα με τις βεβαιώσεις του περιβάλλοντος Δ ότι τη Χ θα την εξοντώσουμε, είναι ικανοί να φτάσουν και σε μεγαλύτερες ακρότητες, όπως και έφτασαν...". Με την κατάθεσή της αυτή η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι ο εγκαλών Ψ αποτελεί τον ιθύνοντα νου ενός κυκλώματος το οποίο έχει ως σκοπό να την εξοντώσει, ότι αυτός έδωσε εντολή για την πραγματοποίηση μιας άκυρης εκτέλεσης, ότι με προτροπή του εγκαλούντος κλάπηκαν από το διαμέρισμα του συζύγου της που έγινε η εκτέλεση και κατά τη διάρκεια αυτής από τους συμμετέχοντες στην πραγματοποίησή της δικογραφίες, στις οποίες είχε οριστεί εισηγήτρια ως Εφέτης τότε Ιωαννίνων για την έκδοση αποφάσεων, προκειμένου να της δημιουργηθεί υπηρεσιακό πρόβλημα και να αποπεμφθεί από την υπηρεσία της, προς τον ίδιο δε σκοπό ο εγκαλών με τον πρώην σύζυγο της επισκέφθηκαν τον Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου. Όλα τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα και οι κρίσεις που συνδέονται αρρήκτως και αναποσπάστως με αυτά και που περιήλθαν σε γνώση, πέραν της Πταισματοδίκου και της Γραμματέως, Εισαγγελέων, Δικαστών και υπαλλήλων, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος τόσον ως ατόμου, όσον και ως δικηγόρου του Πρωτοδικείου Γρεβενών, αφού η κατηγορουμένη τον εμφάνισε ως συνεργό, ηθικό και φυσικό αυτουργό σε ποινικά αδικήματα, ήτοι κλοπής, υπεξαγωγής εγγράφων, ως συμμετέχοντα σε κύκλωμα που έδρασε εναντίον της και, ως λασπολόγο και διώκτη της, ενώ η αλήθεια που γνώριζε ήταν ότι ουδείς από τους προαναφερθέντες επτά εγκαλούμενους διέπραξε κάποιο αδίκημα σε βάρος της ίδιας ή του συζύγου της την 11-1-2001 στα ..., για τα οποία κατηγορήθηκαν και απηλλάγησαν με το 51/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Γρεβενών, και βεβαίως ο εγκαλών δικηγόρος δεν μπορούσε να έχει και δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή σε ανύπαρκτα αδικήματα και ουδόλως συμμετείχε σε ανύπαρκτο κύκλωμα, που επιδίωκε την υπηρεσιακή εξόντωσή της, ούτε ποτέ αυτός επισκέφθηκε τον αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου για να επιτύχει την αποπομπή της από την υπηρεσία. Της ανωτέρω καταθέσεως της κατηγορουμένης ο εγκαλών Ψ έλαβε γνώση στις 15.4.2002, όταν οι εκ των υπό της κατηγορουμένης καταμηνυθέντων Θ και Ξ του έδωσαν την εντολή να λάβει ως δικηγόρος τους αντίγραφα της δικογραφίας, προκειμένου να ετοιμάσουν την ενώπιον του πταισματοδίκη απολογία τους. Κατόπιν αυτών η έγκληση που υπέβαλε ο Ψ στις 22.4.2002, δηλαδή εντός του τριμήνου από τότε που έλαβε γνώση της σε βάρος του αξιόποινης πράξεως είναι εμπρόθεσμη και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης. Επίσης ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ πρέπει ν' απορριφθεί, αφού τα υπ' αυτής υποστηριχθέντα με την μαρτυρική της κατάθεση είναι παντελώς ψευδή και τα ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναληθείας τους. Στοιχειοθετούν, δηλαδή, την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως, στην οποία δεν έχει εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 367 ΠΚ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της πράξεως που κατηγορείται.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα συκοφαντικής δυσφήμησης και επέβαλε σ'αυτήν ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 λεπτά ημερησίως.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ.α και 2, 363 ΠΚ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, α) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης έχει ίδιες σκέψεις και δεν αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού, β) για την πληρότητα της αιτιολογίας, είναι αρκετό ότι αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους και δεν είναι αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου, από το οποίο προκύπτει, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. γ) τα υπό της αναιρεσείουσας παραπάνω ισχυρισθέντα και διαδοθέντα, δεν αποτελούν έκφραση γνώμης ή αξιολογική κρίση της, αλλά γεγονότα, εφόσον ευρίσκονται σε άμεση σχέση με τα προμνημονευθέντα συμβάντα κατά τρόπο εξωτερικώς αναγνωρίσιμο και μάλιστα ως προς τα υπό της προσβαλλόμενης απόφασης γενόμενα δεκτά περιστατικά, κατά τα οποία οι παραπάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας συνδέονται με τα στην απόφαση αυτήν διαλαμβανόμενα δ) Ως προς τη γνώση του ψεύδους των περιστατικών αυτών από την αναιρεσείουσα υπάρχει αιτιολογία για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου της αναιρεσείουσας, αφού ο σχετικός ισχυρισμός της φέρεται να στηρίζεται σε προσωπική της πεποίθηση και αντίληψη και ε) ορθώς το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προέβη στην επίμαχη ενέργεια, καθόσον ο άδικος χαρακτήρας του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης δεν αίρεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 367 παρ.1 και 2 Π Κ, όταν οι εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της από το άρθρο 363 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενης και τιμωρούμενης ποινικώς αξιόλογης αδικοπραξίας. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 367 του ΠΚ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής, του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ1 του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του. έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης μεταξύ των αναγνωσθέντων και αριθμημένων 118 εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Εφετείο για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης ήταν και η φέρουσα τον αριθμό 49, χωρίς ημερομηνία, "αναφορά προς τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου του εγκαλούντος Ψ". Η ταυτότητα του εγγράφου αυτού προσδιορίζεται πλήρως και εξατομικεύεται από την αρίθμηση του καθώς και από το ότι άλλα έγγραφα με το αυτό περιεχόμενο ήτοι, χωρίς ημερομηνία αναφορά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, εν όψει και του ότι τα με αριθμούς 52 και 111 έγγραφα διαφοροποιούνται και διακρίνονται από το ως άνω επίμαχο έγγραφο, με τη μνεία της ημερομηνίας σύνταξής τους, της προσθήκης της λέξης υπόμνημα και της απεύθυνσής τους πλην του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', συναφής περί του αντιθέτου λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα τουεγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στην αναιρεσείουσα έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητά της, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν χρειαζόταν.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της συνολικής ποινής του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 44/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή